To (Λοατκι+) άτομο στον Σοσιαλισμό και η σύγχρονη εμπορική γκέι πεζογραφία

Του Νικόλα Κουτσοδόντη

(Για το βιβλίο Κολυμπώντας στο σκοτάδι του Tomasz Jedrowski, Εκδόσεις Bell, Μτφ. Μαρία Παπανδρέου, 2025)

 

Υπάρχει μια συχνή παρανόηση, σύμφωνα με την οποία στον Σοσιαλισμό το συμφέρον του ατόμου συγχωνεύεται με το κοινωνικό, εννοώντας πως με αυτό χάνεται και η έννοια του ατόμου, σαν να εξαφανίζεται, ας πούμε, και η υπόσταση του, χαμένο σε ένα κοινωνικό χωνευτήρι. Εξυπακούεται πως αυτό το χωνευτήρι είναι καταπιεστικό και ανελεύθερο.

Κάθε ανθρώπινο άτομο βάζει το δικό του μέτρο στην κοινωνία, τον δικό του «προσωπικοατομικό τρόπο προσανατολισμού στον κόσμο και επίδρασης επάνω του»[1]. Ο Βούλγαρος μαρξιστής φιλόσοφος Παβλόφ εξηγεί: «όσο πιο συνειδητά και πιο πετυχημένα εκπληρώνει το ατομικό σε μορφή, μα κοινωνικό σε περιεχόμενο, λειτούργημά του τόσο περισσότερο προβάλλει και ως  χωριστό ανθρώπινο άτομο και ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων»[2] τόσο δηλαδή ξεχωρίζει, με τις ικανότητες και επιδιώξεις του, και γίνεται ακόμα μια προσωπικότητα μοναδική ως και ιστορική. Ταυτόχρονα, ο άνθρωπος είναι ένα δρών φυσικό ον, ένα πραγματικό αισθητό αντικείμενο για τον ίδιο και τους γύρω του, δημιουργείται από τον κόσμο και την ίδια στιγμή τον δημιουργεί.

Ο Μαρξισμός, λοιπόν δίνει μια αναπόδραστα σημαντική θέση στο άτομο, ως καταλύτη των κοινωνικών αλλαγών, σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Όταν οι συνθήκες είναι τέτοιες, το άτομο έρχεται και παίζει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή μιας δοσμένης κατάστασης και μπολιάζει την κοινωνία –κι εδώ δανειζόμαστε τα λόγια του Παβλόφ για το καλλιτεχνικό έργο-  με το μέτρο της ομάδας του, την ιδιαίτερη ομαδική κοσμοαίσθηση γενικά, τον ιδιαίτερο τρόπο αφομοίωσης του κόσμου[3].

Ποια είναι όμως η θέση του γκέι ατόμου στον Σοσιαλισμό που γνωρίσαμε στον 20ο αιώνα και με αφορμή το βιβλίο του Τομάζ Γιεντρόφσκι, μας δίνεται η αφορμή να το συζητήσουμε;

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι συνθήκες δραστικής αστικοποίησης των μαζών στον Δυτικό κόσμο, καθώς και η εκβιομηχάνιση, ώθησε τους ανθρώπους να σπάσουν την γραμμική κατεύθυνση της δημιουργίας ετεροφυλόφιλης οικογένειας και καναλιζάρισε την ανθρώπινη σεξουαλικότητα περισσότερο προς το βασίλειο της ανθρώπινης επιλογής και όχι αποκλειστικά της αναπαραγωγής του είδους, ενώ ο ίδιος ο πόλεμος, με την δραστική μετατόπιση ανθρώπων και των δύο φύλων από τις επαρχιακές τους πόλεις και η συνακόλουθη συνύπαρξη τους σε περιβάλλοντα αποκλειστικά ανδρικά ή γυναικεία, συνέβαλε στην ώθηση και τη συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας[4].

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρώτη, μεταπολεμικά, σημαντική γκέι οργάνωση, η Mattachine Society, φτιάχτηκε από πρώην μέλη του ΚΚ ΗΠΑ. Στη δομή της λειτουργούσε ως παράνομη οργάνωση, με συνωμοτικούς πυρήνες και ομάδες, ενώ βασίστηκε στην θέση του Harry Hay, για το ότι οι ομοφυλόφιλοι συνιστούν μια μειονοτική κοινωνική ομάδα, χρησιμοποιώντας σχετικό ορισμό του Ιωσήφ Στάλιν[5]. Η δράση της ομάδας αυτής και η παράλληλη πολιτιστική παραγωγή γκέι τέχνης (βιβλία, ταινίες, pulp αναγνώσματα, ζωγραφική, κτλ), διαμόρφωσε μια συνθήκη που σταδιακά άνοιξε δρόμο για την εξέγερση του Stonewall (1969) και την εμφάνιση του Gay Liberation Front και των Πρώτων Παρελάσεων Υπερηφάνειας (Pride). Αυτή, λοιπόν, η ομάδα με την ιδιαίτερη κοσμοθεώρηση, η ετερόκλητη μάζα των λοατκια+ ατόμων μεταπολεμικά στη Δύση, προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις παγκοσμίως, και στις Σοσιαλιστικές χώρες.

Περνώντας στο «Κολυμπώντας στο σκοτάδι», ας αρχίσουμε με την εποχή και την χώρα. Δεκαετία του 1960 και 1970, στην Πολωνία. Κι έπειτα δεκαετία του 1980 στις ΗΠΑ. Ο πρωταγωνιστής Λούντβιχ, γράφει ανεπίδοτες επιστολές στον μεγάλο του έρωτα, τον Γιάνους, που εγκατέλειψε πίσω του, μαζί με την πατρίδα, κάτω από τον στρατιωτικό νόμο του στρατηγού Γιαρουζέλσκι και τη διαβρωτική και ανατρεπτική παρουσία της Αλληλεγγύης του Λεχ Βαλέσα, του μαζικού εργατικού σωματείου-πολιορκητικού κριού της Καπιταλιστικής Δύσης και του Καθολικισμού ενάντια στον Σοσιαλισμό.

Οι πρώτες σελίδες είναι ο παιδικός έρωτας του Λούντβιχ με ένα Εβραιόπουλο. Είναι όμορφες και συγκινητικές σελίδες, με γλώσσα απλή, μαζική, σχεδόν δημοσιογραφική, ώστε, χωρίς να απαιτεί την μεγάλη προσοχή και συγκέντρωση του αναγνώστη, με πιθανές σύνθετες εικόνες, συνειρμούς, μεταφορές, ειδικούς πρωτότυπους χρωματικούς τόνους λέξεων που θα ξάφνιαζαν ή θα ανοικείωναν τον αναγνώστη, καταφέρνει να ρουφήξει εύκολα στην καλά μελετημένη ροή μιας ιστορίας λιτής και απέριττης. Ο πεζογράφος υστερεί σε προσωπικότητα, σε ανάδειξη ενός ιδιαίτερου κόσμου, με ιδιαίτερη γλώσσα, φαντασία και ανάγκες, δεν ρισκάρει, αλλά βρίσκει μια κοινή, οικεία και ζεστή γλώσσα και αφήγηση, ελκυστική ακριβώς για τους λόγους αυτούς, όπου κάνει το ανάγνωσμα ιδιαίτερα γρήγορο και δίχως καμία αμφιβολία προσιτό. Μια γλώσσα των σχολών δημιουργικής γραφής, μια γλώσσα που της αναγνωρίζουμε την άνεση.

Ο Γιεντρόφσκι έχει μελετήσει καλά την ιστορία της χώρας που κατάγεται, αλλά ούτε μεγάλωσε, ούτε έχει απαραιτήτως σχέση μαζί της. Ένας συγγραφέας, την εποχή της μαζικής καταναλωτικής κουλτούρας, λιγότερο ποντάρει στον χαρακτήρα και το ταμπεραμέντο, αλλά σίγουρα επενδύει στην σαφήνεια, τον ρεαλισμό, την απλότητα της αλήθειας που αποδίδει με τον κόσμο που περιγράφει. Για να πείσεις πρέπει να φαίνεσαι αληθινός, καταγράφοντας τα γεγονότα, παρουσιάζοντας τα ως αντικειμενικά, άρα αδιαμφισβήτητα, και προσποιούμενος οτι δεν έχεις πολιτική θέση.

Adam Schaff (1913-2006)

Ωστόσο, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, όλοι γενικά οι χαρακτήρες στο βιβλίο, είναι σχηματικοί, σύμβολα και σημεία που εκπέμπουν στη συχνότητα του κυρίαρχου αφηγήματος για τον Σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, εκπέμπουν στην επίσημη θέση του σύγχρονου αστικού κράτους της Πολωνίας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως θα έλεγε ο Πολωνός μαρξιστής φιλόσοφος Adam Schaff, είναι «η παρούσα πολιτική προβλημένη στο παρελθόν»  και πιο απλά, ο κάθε ένας που καταπιάνεται με ιστορία, είτε ως επιστήμονας ιστορικός, είτε –εδώ- ως πεζογράφος, είναι «δεσμευμένος ταξικά και δεμένος με τη μεροληπτικότητα του εδώ και τώρα, που προβάλλεται στην οθόνη του παρελθόντος»[6].

Σε μια κυρίαρχη σημερινή τάση και του Queer Theory, το άτομο φετιχοποιείται και απομονώνεται, χαμένο σε εσωτερικές συγκρούσεις και σε μια φαινομενικά ανεπίλυτη εξωτερική σύγκρουση με καταπιεστικούς θεσμούς/ταυτότητες/ιδιότητες, την οικογένεια, τους ετεροφυλόφιλους γενικά, τους άνδρες ειδικά, τον άλλον, που ο άλλος πάντα νοείται ως εχθρός.

Στο βιβλίο, ο βασικός φορέας καταπίεσης είναι ένας: το Κράτος. Κι εδώ συγκεκριμένα το Σοσιαλιστικό Κράτος. Η κοινωνία, το πολιτισμικό κεφάλαιο, οι θεσμοί με ετεροκανονικό πρόσημο δεν εξετάζονται, δεν είναι το πρόβλημα, αλλά πολύ συγκεκριμένα η σύγκρουση συμβαίνει με τον “βασικό καταπιεστή”, τον Σοσιαλισμό.

Συνειδητοποίησα ότι ήθελα να δω τον Μπένιεκ γυμνό και με ξάφνιασε η αμεσότητα της επιθυμίας μου, ενώ η καρδιά μου πήγε να σπάσει όταν γδύθηκε. Το σώμα του ήταν στιβαρό και γεμάτο μυστήρια, λευκό, επίπεδο και δυνατό, σαν αντρικό (ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε τότε). Οι ρώγες του ήταν πιο μεγάλες και πιο σκούρες από τις δικές μου· το πέος του ήταν πιο μεγάλο, πιο μακρύ. Αλλά, κι αυτό με παραξένεψε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν γυμνό στην άκρη, όπως τα βελανίδια, με τα οποία παίζαμε το φθινόπωρο (σελ.8).

Το απόσπασμα αυτό έχει ειλικρίνεια. Η περιγραφή πολύ δική μας, επικοινωνώντας με τις πρώτες ανακαλύψεις στα παιδικά χρόνια των σωμάτων των αγοριών, που δεν τολμούσαμε να κοιτάξουμε, πολλώ μάλλον να αγγίξουμε. Ταυτόχρονα, εδώ το σώμα είναι πολιτική. Η σωματοποιημένη εβραϊκότητα, η ντροπή ως σύμπτωμα της σύγκρουσης επιθυμίας και απαγόρευσης, είναι εδώ. Ο μεγάλος αντίπαλος όμως είναι η ίδια η ιστορία, οι οικονομικές συνθήκες και η χώρα με τις ιδιαιτερότητές της.

Σύμφωνα με τον Adam Schaff, οι Πολωνοί ως λαός, διαπνέονται από μια τάση απειθαρχίας, αντικομφορμισμού, ανυπακοής, λόγω μιας έλλειψης δημοκρατικής παράδοσης. Στην ιστορία της Πολωνίας είναι πολλές οι φορές που εξεγέρθηκαν ενάντια στην τυραννία και την καταπίεση των διάφορων κατακτητών (ανάμεσα σε αυτούς και οι Ρώσοι, εξού και το ιστορικό μίσος). Αυτή η συμπεριφορά είχε ανυψωθεί σε εθνική αρετή και δεν είναι άλλη από την περιφρόνηση των αρχών[7]. Το γεγονός αυτό δυσχέραινε την διαπαιδαγώγηση του λαού στις Σοσιαλιστικές αρχές και, αντίθετα, υποχρέωνε το κυβερνών Πολωνικό Ενωμένο Εργατικό Κόμμα (PZPR) σε στρατηγικά λάθη και υπαναχωρήσεις, σε επίπεδο οικονομίας, ξένες προς την υπόθεση οικοδόμησης του Σοσιαλισμού.

Gdańsk, 1988. Απεργία στο Ναυπηγείο Λένιν, photo: Chris Niedenthal / promotional materials. Πηγή: culture.pl

Το επεισόδιο με τον μικρό Εβραίο Μπένιεκ, φέρνει στο φως τις πολιτικές συνθήκες των τελών της δεκαετίας του ’60, όπου μετά τον Αραβο-Ισραηλινό Πόλεμο των 6 ημερών το 1967, οι χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας υποστήριξαν πλήρως τις Αραβικές χώρες, καταγγέλλοντας το Ισραήλ για Ιμπεριαλισμό. Εντός της Πολωνίας, η Εβραϊκή κοινότητα φαίνεται πως υποστήριζε την Σιωνιστική πολιτική του Ισραήλ, με αποτέλεσμα το Κόμμα να μιλά ανοιχτά για πολίτες που έχουν δύο πατρίδες. Η αντισιωνιστική πολιτική της εποχής εξώθησε πολλούς Εβραίους της Πολωνίας να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ.

Στο βιβλίο η αποχώρηση του Μπένιεκ είναι ένα πρώτο μεγάλο τραύμα. Η αποχώρηση τόσων ανθρώπων (κοντά 13.000 άνθρωποι) είναι ένα μεγάλο τραύμα για την κοινωνία, τραύμα που περιπλέκεται εδώ στη δίνη των διάφορων εθνικισμών (τόσο του Σιωνισμού, αλλά και του ίδιου του Πολωνικού). Αλλά οι κοινωνικές αναταράξεις και τα τραύματα δεν έμειναν μόνο σε αυτό.  Ήδη από την δεκαετία του ’40, αυτός ο ατίθασος λαός είχε την τάση να εξεγείρεται και η καθοδηγητική δουλειά του Κόμματος ήταν φτωχή, ώστε σε βιομηχανικές περιοχές, όπως το Łódź, αντιμετώπιζε ακόμη και σοβαρή εχθρότητα, η οποία οδήγησε στις μεγάλες απεργίες μεταξύ 1945 και 1947, με πρωταγωνιστή τη νεολαία. Έτσι, για να αντιμετωπιστεί ο «χουλιγκανισμός», η σύγκρουση πέρασε πέρα από το πεδίο της παραγωγής, σε εκείνο της κατανάλωσης[8].

Katowice, 1978.Πηγή: https://polandsite.proboards.com

Ήδη, λοιπόν, από τα πρώτα χρόνια του Σοσιαλισμού, το Κόμμα έκανε μια προσπάθεια να ενισχυθεί το αστικό βιομηχανικό προλεταριάτο, καλλιεργώντας την αίσθηση στους αγρότες πως αποκτούσαν άλλο κοινωνικό και οικονομικό στάτους, αν δέχονταν να δουλέψουν στη βιομηχανία[9]. Αυτό συνοδεύτηκε με χτίσιμο νέων συγκροτημάτων κατοικιών για την κοινωνική ελίτ, που ήταν -στην περίπτωση, ας πούμε, του προαστίου Bałuty της πόλης Łódź την δεκαετία του 1960 και 1970 κατά σαράντα τοις εκατό εργάτες (παραδειγματικοί εργάτες, με εξαιρετικές επιδόσεις) και κατά εξήντα τοις εκατό εκπρόσωποι της διανόησης. Σύμφωνα με τον σύγχρονο μελετητή Pobłocki, αυτά τα προάστια έδιναν μια αίσθηση πλούτου, με τα πολύχρωμα σπίτια τους, που ήταν μακριά από την οσμή της βιομηχανίας (μιλάμε πάντα για βιομηχανική πόλη), ήταν ιδανικοί τόποι για να κόψεις το ποτό (ο αλκοολισμός ήταν και είναι συχνό φαινόμενο στην Πολωνική, και όχι μόνο, εργατική τάξη) και κατοικούνταν από ανθρώπους που ήταν κάτοχοι αμαξιών και ατομικών δωματίων, για να μπορούν να γράφουν, να συνθέτουν, να κάνουν την τέχνη τους[10]. Υπήρχε, λοιπόν, ένα είδος σοσιαλιστικού εξευγενισμού (gentrification), παρουσιάζεται και στο βιβλίο του Γιεντρόφσκι, με το πλούσιο σπίτι του στελέχους του κόμματος, αλλά ταυτόχρονα ο συγγραφέας μας δείχνει και την ζωή γενικά στα σπίτια των Πολωνών, την κοινωνικότητα με επίκεντρο την κουζίνα-σημείο συνάντησης των μελών της οικογένειας, αλλά και των συγκατοίκων, όπως της πάνι Κολέτσκα και του Λούντβικ. Σημεία που δημιουργούνται φιλίες και ζεστές σχέσεις. Η στεγαστική πολιτική, λοιπόν, και η κουλτούρα που πρέσβευε κινούνταν εν πολλοίς και πάλι στην λογική του καταναλωτισμού, παρότι ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών ζωής και κοινωνικής επιβράβευσης.

Πηγή: https://polandsite.proboards.com

Υποστηρίζουμε πως ο άνθρωπος είναι ένα «ιστορικό-κοινωνικό προϊόν που μεταβάλλεται από ορισμένη άποψη ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης της κάθε κοινωνίας ή των διάφορων τάξεων και στρωμάτων στα οποία ανήκει», και τελικά είναι ένα ον  «μπλεγμένο σε συγκεκριμένες ανθρώπινες σχέσεις- ιδιαίτερα σε σχέσεις παραγωγής-και δημιουργημένο από αυτές τις σχέσεις»[11]. Αυτό σημαίνει πως οι οικονομικές συνθήκες στις οποίες ζούμε και οι εργασιακές μας σχέσεις καθορίζουν αποφασιστικά το ποιοι είμαστε, πως λειτουργούμε, τι πιστεύουμε, δηλαδή μας εκπαιδεύουν, μας διαμορφώνουν. Είναι αδύνατον να μην σκεφτούμε πως άλλαξαν οι ζωές των γυναικών όταν βγήκαν στην παραγωγή κατά τη διάρκεια των Παγκόσμιων Πολέμων, να μην σκεφτούμε, όπως ήδη αναφέραμε, πως η συγκέντρωση τόσων ανθρώπων στις βιομηχανικές περιοχές και σήμερα η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επικοινωνίας που αναπτύσσεται μέσω αυτής, δεν έχουν επιτρέψει στα λοατκια+ άτομα να βγουν πιο αποφασιστικά στην επιφάνεια ορατά και διεκδικώντας χώρο και ισοτιμία.

Πηγή: https://polandsite.proboards.com

Οι δύο πρωταγωνιστές είναι οι δύο Πολωνίες. Ο φιλοδυτικός Λούντβιχ και ο φιλοκομματικός Γιάνους. Ο ένας μεγαλωμένος σε περιβάλλον Καθολικών, όπου ο προπαγανδιστικός σταθμός της CIA, το Radio Free Europe, με το οποίο γίνονταν συστηματική παρέμβαση στους πολίτες του Ανατολικού Μπλοκ, έπαιζε κρυφά στο σπίτι εν είδει τελετουργικού αντίστασης και οικογενειακού happening. Ο άλλος, αγόρι της εργατικής τάξης, που ομολογεί με κάποια συστολή, Όταν αρρώστησε η μητέρα μου την έστειλαν σε σανατόριο τρεις μήνες. Τρεις μήνες. Νομίζεις ότι στην Δύση το παρέχουν αυτό στον καθένα; Δωρεάν; (σελ. 61). Ο ένας οργισμένος, σφιχτός, αλλά και τελικά τυπικό δείγμα αυτού του ατίθασου λαού του, που μπλέκεται σε αντικαθεστωτικές πορείες και ξεσπά «ηρωικά» ενάντια στην «καταπιεστική» κυβέρνηση των Κομμουνιστών. Ο άλλος αρχικά ανέμελος, με αφοπλιστική αυτοπεποίθηση και ερωτεύσιμο χαμόγελο, όπου Ζήλευα την ελαφράδα σου και την ομορφιά που περιέφερες με τόση άνεση (σελ. 38), και τελικά ένας δειλός, ένας κομφορμίστας συμφεροντολόγος, να λειτουργεί επιβιωτικά και να δέχεται να καταπιέσει την ομοφυλοφιλία του. Γιατί έτσι πρέπει να είναι η εργατική τάξη φυσικά, σε αντίθεση με τον θαρραλέο, ας πούμε, ατομικιστή ήρωα Λούντβικ, ο οποίος απορρίπτει μια χώρα στην οποία ποτέ δεν βρίσκεις το δίκιο σου, που χρειάζεται μέσο για να βρεις γιατρό και φάρμακα, να αγοράσεις κοτόπουλα, που οι υπάλληλοι είναι πάντα εχθρικοί, σου πετάνε ένα τσουχτερό και ψυχρό «πολίτη» όταν σου μιλάνε, είναι μίζεροι και υποταγμένοι.

Πηγή: https://polandsite.proboards.com

Και εδώ μπαίνει μια από τις πιο ανέντιμες και αδύναμες πτυχές του βιβλίου του Γιεντρόφσκι. Ο δυτικός «ελεύθερος» κόσμος, η διαφυγή από την καταπίεση.

…Μανχάταν οι επιχειρηματίες βγάζουν τα σακάκια τους  όταν βγαίνουν για φαγητό, τα λευκά πουκάμισα τους αστράφτουν στο χειμωνιάτικο φως, και οι γυμνασμένοι κώλοι τους τσιτώνουν το ύφασμα των παντελονιών τους καθώς περπατάνε αποφασιστικά στο δρόμο (σελ.120).

Η ζωή του πρωταγωνιστή στην Αμερική περιγράφεται κάπως έτσι. Κούφια, όπου εντελώς ανισοβαρώς, γιατί φυσικά έπρεπε να περιγραφεί το παρελθόν με τον Γιάνους, δεν γίνεται η παραμικρή προσπάθεια να δούμε πως ζει, τι δυσκολίες αντιμετώπισε, πως προσαρμόστηκε, πως τον υποδέχθηκαν ως Πολωνό μετανάστη, ως γκέι άντρα την εποχή της εμφάνισης του AIDS στα χρόνια της διακυβέρνησης Ρέιγκαν. Βλέπουμε μόνο να λιγουρεύεται τους γυμνασμένους κώλους των επιχειρηματιών και θέλει να πιστέψουμε πως τον περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες για να προκόψει το παιδί.

Από την άλλη, πολύ πιο έντιμα, ο Ρώσος συγγραφέας Έντουαρτ Λιμόνοφ, στο εξαιρετικό βιβλίο του «Ένας Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους» (Aquarius, 1986), γράφει:

Πώς; Δε σας αρέσω; Δε θέλετε να με πληρώσετε; Διακόσια εβδομήντα οχτώ δολάρια το μήνα είναι λίγα. Δε θέλετε να με πληρώνετε παρ’ όλα αυτά; Καλώς. Τότε τι στο διάολο με ξεσηκώσατε απο τη Ρωσία μαζί με ένα σωρό Εβραίους; Να πάτε να κάνετε τα παράπονα σας για την προπαγάνδα σας, είναι πολύ ισχυρή. Εκείνη σας αδειάζει την τσέπη, όχι εγώ[12]

Γραμμένο το 1978, το βιβλίο του Λιμόνοφ διαπιστώνει τη φτώχεια , τη μιζέρια των εμιγκρέδων εργατών και την ανυποληψία των ποιητών, που κανείς δεν τους εκτιμά και δεν τους θέλει στην “χώρα της επαγγελίας”, την καπιταλιστική Αμερική. Ταυτόχρονα χάνει την κοπέλα του, που για να κυνηγήσει καριέρα μοντέλου κάθεται σε πλούσιους. Αλλά το ακόμα πιο ενδιαφέρον -και για τα σημερινά ακόμα δεδομένα- είναι το θάρρος με το οποίο σπάει, με επιθετικότητα και λαγνεία, το πρότυπο του κραταιού στρέιτ Ρωσικού αρσενικού όταν γλαφυρά περιγράφει τις τυχαίες σεξουαλικές επαφές με φτωχούς μαύρους σε πάρκα και σκάλες. Να πούμε φυσικά πως ο Λιμόνοφ πράγματι ήταν εμιγκρές στις ΗΠΑ όταν έγραφε το βιβλίο, κι έπειτα ηγέτης ενός περίεργου Εθνομπολσεβίκικου Κόμματος στη μετασοβιετική Ρωσία. Ο Γιεντρόφσκι, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη να παρουσιάσει ως παράδεισο την Αμερική, κάνοντας την αόρατη, μη λέγοντας τίποτα απολύτως για τη ζωή του ήρωα, αφότου αυτομόλησε στη Δύση.

Πίσω όμως στην Σοσιαλιστική Πολωνία και στο βιβλίο.

«Και τι;» Ανασήκωσες τους ώμους. «Για να το κάνουν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει»

«Σοβαρολογείς; Το κάνουν επειδή δεν ξέρουν πως να κυβερνήσουν. Που νομίζεις ότι πάνε όλα μας τα τρόφιμα, όλα αυτά που παράγουμε; Ξεπληρώνουν χρέη. Πάνε στη Ρωσία και στη Δύση. Και για εμάς δεν μένει τίποτα» (103)

Η οικονομική πολιτική της Σοσιαλιστικής Πολωνίας είχε έντονα Κεϋνσιανά στοιχεία, σοσιαλδημοκρατικού τύπου, ξένα προς το πνεύμα του Σοσιαλισμού. Το κράτος, προκειμένου να αγοράσει μηχανές από το εξωτερικό, έπρεπε να εξάγει περισσότερα τρόφιμα, εις βάρος του εγχώριου επιπέδου ζωής των πολιτών, την ώρα που είχαν τη λιγότερη κολεκτιβοποιημένη γη σε επίπεδο Σοσιαλιστικών χωρών[13]. Στην εποχή της διακυβέρνησης του Έντβαρντ Γκίερεκ (1970-1980), όπου και διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, με ευθύνη της ΕΣΣΔ, μειώθηκε το εξωτερικό εμπόριο με τις Σοσιαλιστικές χώρες και η Πολωνία προσανατολίστηκε εμπορικά στη Δύση, όπου με ρυθμό μεγαλύτερο από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και με τις αθρόες εισροές καταναλωτικών αγαθών, η οικονομία πέρασε σε τεράστιο δημόσιο χρέος[14]. Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που έφτιαχνε νέες βιομηχανικές μονάδες, δεν εκμοντέρνιζε τις ήδη υπάρχουσες, ούτε επικαιροποιούσε τον τρόπο διεύθυνσης των μονάδων και το πλάνο της οικονομίας. Αυτά τα στρατηγικά λάθη στην οικονομία οδήγησαν σε πληθωρισμό, πτώση του βιοτικού επιπέδου, κοινωνικούς αναβρασμούς και, μακροπρόθεσμα, στην ανατροπή του συστήματος.

Σε ένα σημαντικό σημείο του βιβλίου, ο Λούντβικ ψάχνει να βρει κοτόπουλο για την πάνι Κολέτσκα, την ηλικιωμένη συγκάτοικο του που ήταν φυματική. Ούτε φάρμακα, ούτε κοτόπουλα και μόνο ουρές. Αυτή τη ζοφερή εικόνα διαβάζουμε στο βιβλίο κι έρχονται να συμφωνήσουν τα ίδια τα στελέχη του Κόμματος τότε, όπως ο δόκτορας Στέφαν Χατ, ένας από τους υπεύθυνους οικονομικού σχεδιασμού της χώρας στις αρχές του 1980, παραδεχόμενος την οικονομική χρεοκοπία τους λόγω του τεράστιου εξωτερικού και εσωτερικού δανεισμού, αλλά και του τεράστιου κόστους παραγωγής, με χαμηλή όμως επίδοση εργασίας. Ο εργάτης είχε εξασφαλισμένο μεροκάματο, αλλά δεν είχε κίνητρα, ούτε ήταν ιδεολογικά προετοιμασμένος να αυξήσει την παραγωγή[15]. Με δεδομένο ότι το χρήμα λιγόστευε, η τεχνολογία πάλιωνε και τα εξαρτήματα έρχονταν μόνο από τη Δύση, και φτάνοντας τελικά στην βιομηχανία των πουλερικών, όπου είχαν βασιστεί στο καλαμπόκι που εισήγαγαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες[16], μπορούμε να δούμε μια χώρα που έκανε τραγικά λάθη, χάνοντας το στοίχημα να κερδίσει τον λαό της και να οικοδομήσει δυναμικά τον Σοσιαλισμό.

Πηγή: https://polandsite.proboards.com

Η Πολωνή κριτικός κινηματογράφου Maria Kornatowska, ήδη από το 1963, έλεγε: “Έχουμε γίνει ένα έθνος Φιλισταίων, η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση βασίζεται στην διανομή συσκευών τηλεόρασης και αυτοκινήτων», ενώ για την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι «Μαχαίρι στο νερό» ανέφερε πως «ήταν η πρώτη σοβαρή πολεμική ενάντια στη θρησκεία των ψυγείων και των συσκευών τηλεόρασης»[17]. Αλλά δεν έχουμε ακούσει και πολλοί από μας, ακόμα και ως σήμερα, ιστορίες για Πολωνές γυναίκες που θα πήγαιναν με τον οποιονδήποτε για να αποκτήσουν ένα νέο πλυντήριο; Είναι φανερό το μέγεθος της στρέβλωσης που αποτέλεσε η λύση του καταναλωτισμού στην οποία κατέφυγε το Κόμμα, ώστε να κατευνάσει τα πλήθη, πράγμα που το ώθησε να παρεκκλίνει αποφασιστικά από τον στόχο του σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Σκεφτόμουν το σκοτάδι του τίτλου. Προφανώς ο συγγραφέας θέλει να είναι το πολιτικό σκοτάδι της εποχής, μα αλήθεια πότε και πού η νεολαία δεν κολυμπούσε στο σκοτάδια, αμέσως μετά το τέλος των σπουδών, όταν ο δρόμος μοιάζει θολός, ο φόβος για το μέλλον σε παγώνει, η ανεμελιά σε εγκαταλείπει και πρέπει να πάρεις αποφάσεις που θα καθορίσουν τα επόμενα χρόνια; Μήπως αυτό το σκοτάδι είναι ξένο προς τα δεδομένα που έχουμε στην Ελλάδα σήμερα ή μήπως ο πληθωρισμός, ο εξωτερικός δανεισμός, η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου του λαού, η φτωχοποίηση μας είναι άγνωστα πράγματα ζώντας στον καπιταλισμό της Ελλάδας;

Ωστόσο, το «Κολυμπώντας στο σκοτάδι» είναι πάντα ένα κουήρ βιβλίο, κι ας επιστρέψουμε στο άτομο και στο κατά πόσο η δράση μιας ομάδας ανθρώπων προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις ευρύτερα. Πόσο, δηλαδή, είναι τελικά το άτομο ο δημιουργός του κόσμου που τον δημιουργεί;

Ο ήρωας του βιβλίου Λούντβικ, σε μια δραματική αναθύμηση εμπειρίας του, διηγείται μια εμπειρία cruising σε ένα πάρκο με κάποιον μεγαλύτερο άνδρα. Αυτό είναι και η αιτία όπου το κράτος τον φακέλωσε κι άρχισε να τον εκβιάζει ανοιχτά, για την ομοφυλοφιλία του. Η Πολωνία άλλωστε, λίγα χρόνια αργότερα από την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, το 1985, θα άρχιζε ένα πογκρόμ εναντίων των γκέι, με το κωδικό όνομα Επιχείρηση Υάκινθος.

Αν θες να βγάλεις διαβατήριο, θα κάνεις αυτό που έκανε και ο σύντροφος Μάριαν: θα μας δώσεις ονόματα και ημερομηνίες και γεγονότα (σελ.200).

Όπως είδαμε, σε όλες τις χώρες του κόσμου την εποχή εκείνη οι ομοφυλόφιλοι ήταν ύποπτα άτομα του περιθωρίου, πιθανώς προδότες, που θα μπορούσαν να εκβιαστούν και να πουλήσουν τα πάντα. Στα Μακαρθικά χρόνια στην Αμερική, ο κρυφός ομοφυλόφιλος ακροδεξιός δικηγόρος Ρόυ Κον, ως δεξί χέρι του Μακάρθι, συνέβαλε στις αθρόες απολύσεις ομοφυλόφιλων από τις δουλειές τους. Στην Ανατολική Γερμανία πάλι, μια χώρα που γνώρισε, στα χρόνια της Βαϊμάρης, σπουδαίους πρώιμους αγώνες για τα δικαιώματα των λοατκια+ ατόμων[18], οι ομοφυλόφιλοι δεν μπορούσαν να υπηρετήσουν στο στρατό, την αστυνομία ή την Στάζι, τα ζευγάρια ομοφυλόφιλων δεν μπορούσαν να έχουν την ευκαιρία να τους παρασχεθεί κρατικό σπίτι ώστε να συζήσουν όπως τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια και, φυσικά, η ενημέρωση σχετικά με την ομοφυλοφιλία ήταν παντελώς ανύπαρκτη[19]. Στις συνθήκες αυτές, με τον απόηχο της γέννησης του Gay Liberation Front σε ΗΠΑ και Αγγλία, βρέθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι που επέβαλαν την ιστορική ευθύνη να παλέψουν για ορατότητα και ισοτιμία στην Ανατολική Γερμανία.

Γκέι ακτιβιστές της Ανατολικής Γερμανίας σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1970. Ανάμεσα τους ο Peter Rausch (με την μπλούζα με τον φοίνικα), ο Michael Eggert (με την γραβάτα) και η θρυλική τρανς Charlotte von Mahlsdorf (με το λευκό παντελόνι) Πηγή: stanford.edu

To 1974, έκανε την εμφάνιση του ένα κείμενο με τίτλο «Πλάνο (Konzept) για την δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου ομοφυλόφιλων», το οποίο θα αποτελούσε σημείο καμπής για την θέση των ομοφυλόφιλων στην Σοσιαλιστική κοινωνία της Ανατολικής Γερμανίας. Βασική του θέση ήταν πως τα αντι-γκέι ταμπού ήταν ξένο σώμα ως προς τις ιδέες του Σοσιαλισμού και ότι επρόκειτο για κατάλοιπα του Καπιταλισμού. Η ομάδα του Peter Rausch, που βρίσκονταν πίσω από το κείμενο, ζητούσε νέες ευκαιρίες για τους ομοφυλόφιλους να αναπτύξουν την Σοσιαλιστική τους προσωπικότητα, ζητούσαν τη δυνατότητα του γάμου και ασφαλέστερα κέντρα όπου να μπορούν να συνευρίσκονται και να κοινωνικοποιούνται[20].

Σε αντίθεση με την Σοσιαλιστική Πολωνία, όπου μεταξύ 1985-87 φακέλωνε και δίωκε 11.000 ομοφυλόφιλους στα πλαίσια της Επιχείρησης Υάκινθος, οι ακτιβιστές γκέι στην Ανατολική Γερμανία, με μια στρατηγική κίνηση συνεργασίας με την Προτεσταντική Εκκλησία, που τους παρείχε αρχικά τον χώρο που διεκδικούσαν, πράγμα που θορύβησε την κυβέρνηση Χόνεκερ, η οποία δεν επιθυμούσε έναν τέτοιο εναγκαλισμό, κατάφεραν να πετύχουν να τους παρασχεθούν Κρατικές Ντίσκο και στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μετρούσε πια σημαντικές νίκες, με αποκορύφωμα το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στα 1987 να αποφασίσει πως: «Η ομοφυλοφιλία, όπως και η ετεροφυλοφιλία, αντιπροσωπεύει μια παραλλαγή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Ως εκ τούτου οι ομοφυλόφιλοι άνθρωποι δεν στέκονται έξω από τη σοσιαλιστική κοινωνία και τα πολιτικά δικαιώματα είναι εγγυημένα γι’ αυτούς ακριβώς όπως και για όλους τους άλλους πολίτες»[21]. Η κατάσταση των γκει στην Πολωνία μάλλον δεν ήταν άσχετη με την έντονη παρουσία της Καθολικής εκκλησίας, αλλά και με την καθυστέρηση σε επίπεδο οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, τα οποία πάντα πάνε πακέτο με ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις σε επίπεδο κοινωνικό. Φυσικά, μπορεί η έρευνά μας να είναι ελλιπής και να μην βρήκαμε πληροφορίες σχετικά. Έτσι, κατά τα φαινόμενα, δεν βρέθηκαν οι κατάλληλες ομάδες και τα άτομα να διεκδικήσουν καλύτερες θέσεις για τα λοατκια+ άτομα σε εκείνα τα χρόνια και με αυτό το μοντέλο ανάπτυξης που αναλύσαμε.

Είναι, επομένως, ευθύνη της κάθε κοινωνίας και της καθεμιάς και του καθένα μας να παλέψουμε για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Είναι η προϋπόθεση ώστε να εκπληρώσει το ατομικό του λειτούργημα και να είναι ενεργός/η παρών/ούσα στις αλλαγές της κοινωνίας και της ιστορίας. Η προσωπικότητα του ανθρώπου δεν χάνεται μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά αντίθετα χρειάζεται μια συνειδητή μέριμνα να ανθίσει, να αναπτύξει όλα τα αρώματά της, να πάει παρακάτω τον κόσμο. Οι επιμονή και το θάρρος ανθρώπων όπως ο Peter Rausch, η Ursula Sillge, η Charlotte von Mahlsdorf, ο Michael Eggert, κτλ δείχνει ότι το άτομο και η ομάδα ατόμων μπορεί να δώσει προσανατολισμό στον κόσμο, να φέρει τα πάνω κάτω. Και τέτοια άτομα είναι οι εξαιρετικές προσωπικότητες που λέγονται και ιστορικές.

Από το 1983 οι λεσβίες στην Ανατολική Γερμανία οργανώνονταν ξεχωριστά από τις γκέι ομάδες. Η ομάδα Lesbians in the Church (LiK) συνδέονταν με την Προτεσταντική εκκλησία και πάλευε ενάντια στον ομοφοβία και τον σεξισμό της εποχής. Ο δυσάρεστος εναγκαλισμός με την εκκλησία ήταν σημαντικός παράγοντας για το Κράτος να αποφασίσει την ικανοποίηση αρκετών αιτημάτων των λοατκια+ ατόμων από τα μέσα του 1980. Πηγή: https://queerexhibition.org

Το βιβλίο του Γιεντρόφσκι είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Παρότι, για να ικανοποιήσει μαζικότερα κοινά είναι κάπως δειλό στις ερωτικές του περιγραφές, και παραμένει μάλλον συμβατικό στην ανάπτυξη των χαρακτήρων του. Ωστόσο, ο συγγραφέας έχει διδαχθεί τη συνταγή για τα επιτυχημένα μαζικά εμπορικά μυθιστορήματα, και καταφέρνει να τραβήξει αρκετά τον αναγνώστη στον κόσμο του. Έναν κόσμο που παρότι διατείνεται ο Λούντβικ Και ορκιζόμουν οτι δεν θα γινόμουν ποτέ ένας από αυτούς, αυτούς που ζούσαν τις κάλπικες ζωές τους ενταγμένες στο σύστημα (σελ. 82), τελικά αγκαλιάζει πάλι κάποιο σύστημα και κάποιο κατεστημένο, που αποδίδεται στο βιβλίο με ανειλικρίνεια και αποσιώπηση, αλλά δεν φείδεται καθόλου επαίνων γι’ αυτό. Έχουν, άλλωστε, άλλη γλύκα οι γυμνασμένοι κώλοι των επιχειρηματιών.

Το «Κολυμπώντας στο σκοτάδι» είναι ένα βιβλίο μέτριο, αλλά με ικανοποιητικές στιγμές. Το, κατά τα άλλα, συμβιβασμένο εργατόπαιδο του βιβλίου θα πει,  Δεν μπορείς να αναγκάσεις τους ανθρώπους να σε αγαπήσουν με τον τρόπο που θες εσύ (σελ. 207). Και αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια που μας κάνει να αναρωτιόμαστε τελικά πόσο δύσκολο είναι να μπορέσεις να ξεπεράσεις την αρχική φούσκα που έχεις φτιάξει για το άτομο που ερωτεύεσαι, αυτή την εικόνα που έχεις κατασκευάσει για εκείνον, και να δεις από πίσω τον πραγματικό άνθρωπο, αυτόν που θα ήταν ωραία να αγαπήσεις και να δεχτείς όπως είναι. Κι εδώ έχει σημασία η αφιέρωση που κάνει ο συγγραφέας στον άντρα του. Τι όμορφο και σπουδαίο αυτό το, «Στον Laurant, το σπίτι μου». Νιώθω πως σαν λοατκια+ άτομο καταρχάς με αφορά αυτή η αφιέρωση. Γιατί ο σύντροφος μας είναι το σπίτι μας, και η αφιέρωση αυτή έρχεται στην αρχή να διαπεράσει όλο το βιβλίο σαν για να ρωτήσει επίμονα το πως συμβαίνει οι άνθρωποι να χάνουμε το σπίτι μας, τον άνθρωπο μας, την πατρίδα μας και τελικά τη ζωή όπως την ξέραμε. Πως συμβαίνει να είμαστε μόνοι, κατακερματισμένοι, σε έναν κόσμο που συμφέρει τους Δυνατούς να είμαστε μόνοι και να αποφεύγουμε το επικίνδυνο μονοπάτι του μαζί, του συλλογικού και της πάλης για την νίκη ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση του ανθρώπου.

 

 

*Η κεντρική φωτογραφία είναι του Πολωνού γκέι καλλιτέχνη Krzysztof Jung (1951-1998). Πηγή: blokmagazine.com

 

Παραπομπές

[1] Todor Pavlov, Θεωρία της αντανάκλασης, μετ. Σάββας Αχχιλέα, Δωδώνη 1974, σελ. 217
[2]  Ιδιο, σελ. 215
[3]  Ίδιο, σελ. 216-217
[4] John D’ Emilio, Sexual Politics, Sexual Communities The making of a Homosexual Minority in the United States 1940-1970, The University of Chicago Press, 1983, pg.11 και pg.23
[5] Stuard Timmons, The trouble with Harry Hay, Alyson Publications, 1990, pg.136. Ο πρώτος πυρήνας ιδρυτών της Mattachine Society ήταν τα πρώην μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, Harry Hay, Bob Hull, Chuck Rowland, καθώς και o Dale Jennings. Την ίδια εποχή, η ομοφυλοφιλία συνδέθηκε με την κατασκοπεία υπέρ της ΕΣΣΔ και μαζικά ομοφυλόφιλοι απολύονταν από τις δουλειές τους στις ΗΠΑ, ενώ υφίσταντο και  παρακολούθηση του ταχυδρομείου τους ή καλωδίωση του σπιτιού τους. Ο Hay βάσισε τη θέση του οτι οι ομοφυλοφιλοι συνιστούν μια μειονοτική κοινωνική ομάδα στο γεγονός πως πληρούσαν δύο από τους τέσσερις όρους που έθεσε ο Στάλιν: αφενός, κοινή γλώσσα και κοινή ψυχολογία και κουλτούρα αφετέρου. Δεν πληρούσαν τους άλλους δύο: κοινή οικονομία και κοινός γεωγραφικός χώρος.
[6] Adam Schaff, Ιστορία και αλήθεια, εκδόσεις Ράππας, Μτφ. Δημήτρης Δάουλας, 1981, σελ. 158
[7] Adam Schaff, Ο μαρξισμός και το ανθρώπινο άτομο, εκδόσεις Οδυσσέας, μτφ. Γιάννης Τ. Κρητικός/ Ανδρέας Δ. Τζήμας, 1977, σελ. 228-230
[8] Kacper Pobłocki, “Knife in the Water” The Struggle over Collective Consumption in Urbanizing Poland, στο Communism Unwrapped. Consumption in Cold War Eastern Europe, Edited by Paulina Bren and Mary Neuburger, Oxfrord University Press, 2012, pg. 119., «(…) the “Battle over Trade,” a countrywide campaign launched in May 1947 to nationalize both retail and wholesale commerce as well as to combat price gouging, profiteering, embezzlement, and high prices on staple commodities, gradually absorbed the bulk of working class discontent»
[9] M. K. Dziewanowski, The Communist Party of Poland. An outline of history. Harvard University Press, 1976, pg. 226
[10] Pobłocki, pg. 128-130
[11] Adam Schaff, Ο μαρξισμός και το ανθρώπινο άτομο, εκδόσεις Οδυσσέας, μτφ. Γιάννης Τ. Κρητικός/ Ανδρέας Δ. Τζήμας, 1977, σελ. 63
[12] Edward Limonov, Ένας Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους Fuck Off America, Aquarius, 1986, σελ.9
[13] M. K. Dziewanowski, The Communist Party of Poland. An outline of history. Harvard University Press, 1976, pg. 227 και 256
[14]  Ίδιο σελ. 314-315, «Later on, a small car was promised to Polish consumers, as well as more prefabricated houses. The hitherto rather punitive taxation of some 200,000 private enterprises in retail, trade, and service was somewhat alleviated. Gierek’s intervention in Moscow produced some changes in the terms of trade between the two countries, and granted to Warsaw a loan of $100,000,000 mainly to purchase grain in the USSR. Gierek also obtained Moscow’s approval for Poland’s broadened economic contacts with the West. Already in 1971 and 1972 Poland’s trade with the USSR and other Communist countries was decreasing, while it was increasing considerably with the Western capitalistic countries, as well as with those of the Third World. The Polish plan for 1971-75 provided for expansion of foreign trade by 11 percent per year, a tempo faster than the rate of growth of the economy as a whole. The large-scale purchase of foreign licenses and the massive import of consumer goods from abroad has resulted in considerable indebtedness»
[15] Γιώργος Γάτος, Πολωνία από την αρχή, Γνώση, 1983, σελ. 26-27
[16] Ίδιο 28-30
[17] Pobłocki, 119
[18] Η δράση του σεξολόγου Μάγκνους Χίρσφελντ και του Σεξολογικού Ινστιτούτου του είναι γνωστή. Προσανατολίζονταν στην μελέτη της ομοφυλοφιλίας και στην πάλη για την κατάργηση της Παραγράφου 175, που ποινικοποιούσε την ομοφυλοφιλία. Μέλη του ήταν και επιφανείς Κομμουνιστές, σαν τον σεξολόγο και στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD), Richard Linsert, που πέθανε νέος το 1933 από πνευμονία.
[19] Samuel Clowes Huneke, States of Liberation: Gay Men between Dictatorship and Democracy in Cold War Germany, University of Toronto Press, 2022, pg. 162
[20]  Ίδιο 165-166
[21] www.gaystarnews.com

 

 

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης είναι ποιητής και μεταφραστής με καταγωγή από την Άνδρο. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Χαλκομανία (Εντύποις 2017, Θράκα 2024), Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα 2021, β’ έκδοση 2023), Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Θράκα, 2024). Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Κροάτη ποιητή Μάρκο Πόγκατσαρ, Ο συλλέκτης των Κυριακών (Θράκα, 2024), ενώ υπήρξε υπεύθυνος έκδοσης της πρώτης Ανθολογίας Ελληνικής Κουήρ Ποίησης (Θράκα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας, 2023). Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών και του Δικτύου Λογοτεχνών, ενώ τo 2024 εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.