Δείπνο με νεκρούς που δεν αποχωρούν μετά

Γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου

(Για το βιβλίο «Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι» του Θωμά Τσαλαπάτη, Εκάτη, 2025)

 

«βραδάκι δροσιζόμαστε Φωκίωνος Νέγρη»
Τ. Σινόπουλος – Νεκρόδειπνος

Ήταν το 2015, εποχή του δημοψηφίσματος· αναταράξεις, κρίσεις και μια περίοδος που τη ζούσαμε σαν να μην έχει αύριο. Ήταν η τελευταία φορά που έζησα στην Κυψέλη. Τα βράδια έπαιρνα τους δρόμους της. Κατηφόριζα τη Σκοπέλου, την Κερκύρας, τη Σπετσών. Κατηφόρες που πλησιάζουν διαρκώς το στήθος τους στη γη και σε παρασύρουν στον παλμό της· επίγνωση παλμών, το λέει η ιατρική. Κι αν για κάτι είμαι χαρούμενος, είναι που πρόλαβα να διαισθανθώ την ιδιαιτερότητα αυτού του οικισμού στο κέντρο της Αθήνας πριν χαθώ. «Γιατί υπάρχω θα πει έχω σπίτι στην Κυψέλη», γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης στο νέο του βιβλίο με τίτλο Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι, σαν έναν ορισμό ύπαρξης που περνά μέσα απ’ τον τόπο και τη μνήμη.

Η φράση αυτή ανήκει στο δεύτερο από τα τρία μέρη της συλλογής, με τίτλο Εσύ, πολύ νέος, μέσα στους δρόμους της Κυψέλης. Το «εσύ» του ποιητή είναι ο πατέρας του—δέκα χρόνια νεκρός τώρα. Κι ίσως, γυρίζοντας τότε νύχτες γύρω από αυτούς τους δρόμους, να πλησίασα χωρίς να το ξέρω το πένθος της οικογένειας Τσαλαπάτη. «Στο Δημοψήφισμα η μάνα// είχε τρομάξει με τα ενδεχόμενα// —είχες μόλις φύγει—», γράφει σε ένα άλλο σημείο.

Το εκτενές και σπαρακτικό αυτό ποίημα είναι οι σκέψεις του ποιητή σε κίνηση. Περπατά την Κυψέλη και ανακαλεί τον πατέρα «σαν διάρκεια και σαν υπόσχεση// απ’ όλες τις ηλικίες [του] ταυτόχρονα». Η συνοικία γίνεται το δοχείο της μνήμης, «συνοικία παλιά μέσα σε νέα συνοικία// σπίτια γκρεμισμένα μέσα στα νεόκτιστα» με «μπαλκόνια[…]//—σαλόνια μαζί και πεζοδρόμια—». «Ανάμεσα σε αφίσες βουλωμένα φρεάτια σπασμένους δρόμους». Μια «μελαγχολία ξενόγλωσση, ξεραμένη χλωρίδα». Και σκέφτομαι ότι ανάμεσα «[στα] πρόσωπα της δεκαετίας του ’60» που συναντά ξανά ο ποιητής, ένας περαστικός θα μπορούσε να είναι κι ο δικός μου πατέρας. Κάνω τους υπολογισμούς: φοιτητής στα χρόνια της Χούντας. ‘Απέναντι από το σπίτι βλέπαμε τους Μικρούτσικους’, μου είχε διηγηθεί μια φορά. ‘Στο ένα ρετιρέ εμείς, στο άλλο αυτοί’.

Ο Τσαλαπάτης επαναφέρει προσωπικές σκηνές από τη ζωή του με τον πατέρα του. Το παιδικό παράπονο που δεν έμενε να τον κοιτάζει όταν έπαιζε ποδόσφαιρο και, αργότερα, τη μεγάλη χαρά όταν εκείνος διάβασε το πρώτο του βιβλίο: «από την άλλη θυμάμαι που διάβασες τρεις φορές τον Κρακ». Και θυμάται στιγμές μη καθημερινές, σε άλλον χρόνο και κυρίως σε άλλον χώρο: «Θυμάσαι όταν είχες έρθει να με βρεις στην Ιταλία// και ήταν τα πάντα γεμάτα πανικό;». Κάποιες φορές το προσωπικό γίνεται βαθιά οικουμενικό, ιδίως μέσα από το φίλτρο του πένθους: «Και είμαι σίγουρος// θα χαμογέλαγες απ’ το ανοιχτό παράθυρο// αν έβλεπες τον κόσμο της κηδείας» γράφει και συνεχίζει: «ξέρεις τι σημαντικό είναι αφού πεθάνεις να λένε για σένα ‘ωραίος τύπος ήταν’; Δεν νομίζω να το πουν πολλοί για μένα». Είναι η ενδόμυχη σύγκριση με τον πατέρα που ξεκινά από μικρή ηλικία και δεν αποχωρεί ποτέ· αλλάζει μόνο, με τα χρόνια, ο τρόπος που ζυγίζεις την άλλη πλευρά της ζυγαριάς.

Ήρθε το 2025. Ο Τσαλαπάτης εξέδωσε το βιβλίο του—την τελευταία μέρα του χρόνου, σαν να ήθελε να προλάβει μια επέτειο δεκαετίας. Μέσα στη χρονιά αυτή, το δικό μου «εσύ» ταξίδεψε κι αυτό. Και κάθε επιστροφή—στο χωριό ή στην Κυψέλη—φέρνει πίσω παρόμοιες σκέψεις. Όταν έπιασες στα χέρια σου το δικό μου πρώτο βιβλίο ή όταν ήρθες να με βρεις στην Αγγλία. Κάποιες φορές η ζωή μιμείται τη ζωή και η τέχνη, όταν ξεφεύγει από το ιδιωτικό, ξέρει να κάνει τις συνδέσεις:«Όταν πέθανες δεν μου βγήκε φόβος για τον θάνατο.// Δεν ξέρω γιατί. Σε είδα, τις τελευταίες σου ανάσες στο δωμάτιο στον Άγιο Σάββα.// Ανάσα την ανάσα […]// Και ύστερα να περιμένουμε τη μάνα στον διάδρομο να της το ανακοινώσουμε».

Δυσκολεύομαι να γράψω ψυχρή κριτική γι’ αυτό το βιβλίο, γιατί λειτουργεί ακριβώς εκεί όπου η ποίηση σπανίζει, στη ζώνη όπου η μνήμη γίνεται τόπος και ο τόπος γίνεται σώμα. Το «εσύ» του Τσαλαπάτη δεν είναι μια απλή προσφώνηση· είναι μηχανισμός πένθους. «Θα επινοήσουμε εδώ μία παράδοση// οι ζωντανοί μαζί με τους νεκρούς» γράφει στη σ.41 του δεύτερου μέρους του. Κρατά τον νεκρό πατέρα ακέραιο μέσα σε μια συνοικία που αλλάζει, όπως αλλάζει και ο άνθρωπος: «Από τότε που γεννήθηκε ο μικρός φοβάμαι κάθε νύχτα». Δεν είναι μόνο ότι τον επαναφέρει στη μνήμη του. Ήδη από το πρώτο μέρος, με τίτλο Ψαλμός, η συλλογή στήνει το κλίμα μιας χαμηλόφωνης ανάβασης, όπως ένας αντι-Οδυσσέας ή αντι-Ορφέας ετοιμάζεται να ανεβεί στον κόσμο της ζωής.

Στον Ψαλμό, ο θρήνος δεν εξαντλείται στο πρόσωπο που χάθηκε, αλλά προχωράει στον οριστικό σωματικό χαμό. Απλώνεται στη γενική φθορά του σώματος και του χρόνου—στη σκουριά, στο κόκκαλο που νυχτώνει, στο «τικ τακ» που απομυζά «μέχρι το λίπος», στην ομιλία που γίνεται «μισή ποίηση, μισή βήχας». Το πένθος δεν περιγράφεται με συναίσθημα αλλά με μια σωματική και υπόγεια δύναμη που διαβρώνει τον χρόνο και τη γλώσσα. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο διάλυσης, εκεί όπου η ύλη χάνει την άνοιξή της και η ζωή καταρρέει ανεπανόρθωτα σε λάσπη και πέτρα, αναδύεται μια παράδοξη ακεραιότητα:

«το μηδέν ανέγγιχτο
και ολόκληρος ο πατέρας».

Ο ψαλμός, αντί να περιγράψει απλώς την απώλεια, γίνεται η πράξη που διασώζει μορφή. Δεν αναιρεί τον θάνατο, αλλά βγάζει από την πέτρα μια μορφή ζωής, μια στιγμή παρουσίας. Ο πατέρας μένει ακέραιος όχι ως βιολογία αλλά ως μνήμη-σώμα, ως εσωτερική παρουσία που αρνείται να γίνει σκουριά. Και επανέρχεται κάθε φορά λίγο διαφορετικός κατά το ηρακλείτειο:

«Και είναι τα αγάλματα που λεν
πως δεν μπορείς να μπεις
δύο φορές στο ίδιο ποίημα».

Η μορφή αυτή του πατέρα ως μνήμη-σώμα γίνεται πιο φανερή στο τρίτο και τελευταίο ποίημα, με τίτλο Μεγάλο μαύρο φως. Εδώ η μορφή αλλάζει, φεύγει από την ψαλμική συμπύκνωση του πρώτου ποιήματος και την προσωπική εξομολόγηση του δεύτερου και γίνεται χορικό. Στο τρίτο ποίημα λείπουν σχεδόν όλα τα σημεία στίξης. Λόγος που ρέει και σταματάει και ρέει πάλι· αλλά σημεία στίξης πουθενά. Κι εγώ, άνθρωπος των στίξεων, σπάνια θα επίδοκιμάσω μια τέτοια μορφή στην ποίηση. Κι όμως, θυμάμαι το πρώτο μέρος της συλλογής αυτής:

«Και είναι η ομιλία κατάστικτη
μισή ποίηση
μισή βήχας». 

Και ηρεμώ και αποδέχομαι. Είναι εξάλλου ποίηση που μετακινείται προς μια μεταφυσική γραμματική. Δεν είναι βήχας, είναι κόμπος στον λαιμό.

Υπάρχει όμως ένα νέο «σημείο στίξης» σ’ αυτό το ποίημα: το κενό. Μοιάζει λίγο με αποσιωπητικά, μόνο που αντί να υπονοεί κάτι ανείπωτο, αφήνει αυτό που δεν τολμά να ειπωθεί. «Και χρόνια δέκα από»—κενό. Κάποιες στιγμές δεν θέλεις να επιστρέφουν στη μνήμη. «Ένας αέρας να κατεβαίνει σαν»—πάλι κενό. Τι είναι αυτή η μεταφορά που δεν θέλει να ομολογήσει; Κάποιες σκέψεις δεν λέγονται, αν είσαι άνθρωπος που ξέρει τα όρια αυτού του κόσμου. Κι όμως τις σκέφτεσαι.

Κατεβαίνει ο αέρας σαν τη μνήμη του πατέρα. Όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν στοιχείο της φύσης.Παρασέρνει τις ελιές και «σκορπίζει ο καρπός» και «δεν θα μαζευτεί», αλλά μένει εκεί «να γίνει χώμα πάνω στο χώμα». Παρασέρνει τη θάλασσα και «φέρνει από θάλασσα άνεμος αλάτι» και «πέφτει στο δέρμα» και «χτίζει ένα άγαλμα, μια όψη υπαρκτή»—«θνητό αλάτι». Ένα άγαλμα που επιμένει πως δε μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποίημα. Η μνήμη του πατέρα που έρχεται σαν άνεμος δημιουργεί τον πατέρα πέρα από τη μνήμη, σε μια κατάσταση «ενδιάμεση σε ζωντανούς και σε νεκρούς». Είναι η ίδια κατάσταση της Μάρθας και της Φανής και της Σοφίας στον Νεκρόδειπνο του Τ. Σινόπουλου, η ίδια τελετουργία συνύπαρξης νεκρών και ζωντανών, που όμως δεν αποχωρούν πάλι μετά.

Το βιβλίο του Θωμά Τσαλαπάτη Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι δεν είναι απλώς ένα ιδιωτικό πένθος· είναι μια πρόταση παράδοσης: πώς μια πόλη, ένα σπίτι και μια γενιά μαθαίνουν να ζουν με τους νεκρούς τους. «Σε τι σκατά εποχή ζήσατε;// Τότε που οι πιο χυδαίοι όριζαν τα καλούπια// εννοώ…// Και τώρα έτσι είναι.// Αλλά όχι για εμάς.// Εμείς έχουμε νεκρούς να πονάνε για μας// και ζωντανούς για να διψάνε».

Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο μέσα στα τόσα χρόνια που με έκανε να δακρύσω. Κι αυτό δεν είναι εξομολόγηση. Είναι κριτήριο για την ακρίβεια με την οποία το ποίημα πιάνει τον πόνο.

 

Ο Παναγιώτης Χριστοδούλου είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ και ερευνητής στο ETH Zürich, με αντικείμενο την κβαντομηχανική. Παράλληλα γράφει ποίηση. Έχει εκδώσει τη συλλογή «Η ξένη Ιτιά» (Ιωλκός, 2023), ενώ το 2026 αναμένεται η δεύτερη, «Πάντα στο κρυφτό τα φύλαγα» (Περισπωμένη).