Η ευαισθησία δημιουργεί ουτοπίες στον ουρανό
Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας
(Για το βιβλίο: οι ευαίσθητοι δεν θα επιβιώσουν εδώ, της Πόππης Δέλτα, εκδ. Κενότητα, Αθήνα 2025)
Πολλές φορές, σκαλίζουμε τις φωνητικές μας χορδές με πρόσωπα και μυριάδες μνήμες που μας θυμίζουν, ίσως, εκείνες τις ελάχιστες στιγμές μέσα στις οποίες υπάρχουμε ως άνθρωποι ή τουλάχιστον ως ψηφιακές μονάδες σ’ ένα τεράστιο σύμπαν γεμάτο αλγόριθμους και νεκρές γλώσσες. Τότε εκεί, έστω για λίγο, σε ένα σύμπαν που προσκυνά σύμβολα ατομικιστικά, νεοφιλελεύθερα, κρατικά, κρατάμε λίγη ανθρωπιά για εμάς και φιλάμε την ακόμα πιο λίγη ευαισθησία, με χίλια ζόρια, στα δόντια μας, σφικτά, να μην εκφυλιστεί σε μια ακόμη κυνική παραδοχή για το δεδομένο της κατάπτωσης αυτού του κόσμου.
Είναι, εύκολο, εξάλλου, να χάσεις τον εαυτό σου μέσα στον κυκεώνα αυτόν. Ένας αιώνας με φαγωμένες, κατευθείαν στη ρίζα τους, όλες τις μεγάλες αφηγήσεις, όλες πέρα αυτής της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς, της μια ενιαίας γλώσσας, όλου αυτού τέλος του φαντασιακού ενός μετακαπιταλιστικού κόσμου· ο οποίος δόθηκε απλόχερα ως ο μόνος ρυθμιστής ενός ολοκλήρου πολιτισμού, ενός ολοκλήρου πλανήτη, που πάσχει από έξαλλη δυτικοποίηση κι αλλοίωση της ιδιαίτερης ταυτότητας, εντός ενός πεδίου πάλης των μεγάλων δυνάμεων αυτού του κόσμου, που δεν φοβούνται να χαλάσουν μερικές ακόμη ανθρώπινες ζωές.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση, είναι δύσκολο να γράφεις μ’ ευαισθησία γι’ αυτά που σε πνίγουν μέσα σου και σε σκοτεινιάζουν. Εξάλλου, ευαισθησία σημαίνει να βλέπεις με διακριτική ενσυναίσθηση τα πράγματα και να τα αφήνεις να εκδιπλωθούν με την ανάλογη λεπτότητα αλλά και το ανάλογο βάθος.
Κοινώς να τα αφήνεις να σε καταλάβουν, να σε στοιχειώσουν και να σ’ ισοπεδώσουν μην αφήνοντας περιθώριο για κάτι άλλο. Κι όλα αυτά μέσα στις σύγχρονες συνθήκες να δίνουν λίγες ευκαιρίες για να επιβιώσει έστω κι ένα μέρος του εαυτού σου, που θέλει να μείνει αλώβητο και να μη αλλοιωθεί ολοκληρωτικά από μια συλλογική συνθήκη, από ένα συλλογικό φαντασιακό που όμως χάνει σταδιακά κάθε έννοια συλλογικής συνύπαρξης και μετατρέπεται, σιγά σιγά, σ’ έναν νόμο της ζούγκλας. Σε μια νοοτροπία επικράτησης αυτού που κάπως την παλεύει περισσότερο, αυτού που εν τέλει προσαρμόζεται καλύτερα στις νέες τεχνολογικές συνθήκες που ισοπεδώνουν κάθε έννοια πολιτισμού, με γνώμονα πάντα τη μεγαλύτερη πρόσβαση σ’ υλικές απολαβές, που δεν είναι ποτέ δεδομένες ούτε ανεξάντλητες για όλους.

Στη ποιητική της συλλογή η Πόππη Δέλτα καταγράφει, με τον δικό της τρόπο, όλη αυτή τη σύγχρονη δυστοπική συνθήκη κι έτσι δεν είναι τυχαίο που διαλέγει για τίτλο το, Οι ευαίσθητοι δεν θα επιβιώσουν εδώ (εκδ. Κενότητα, Αθήνα 2025). Αλήθεια, πως γίνεται να υπάρχουν ακόμη ευαίσθητοι άνθρωποι όταν παντού όλα μετατρέπονται σε μετρήσιμες σχέσεις, σε δικλείδες ασφαλείας για περισσότερες απολαβές και τετριμμένους κοινωνικούς ρόλους; Μάλλον δύσκολο, αλλά παρά ταύτα όχι ακατόρθωτο. Εξάλλου, τα εκτενή και φορτισμένα ποιήματα της συλλογής δείχνουν τον δικό τους δρόμο. Δεν πρόκειται εδώ για μια μελιστάλακτη μεσοαστική ρομαντικοποίηση των καταστάσεων, αλλά για μια στυγνή δήλωση επιβίωσης, Μια δήλωση επιβίωσης, όμως, που δεν οδηγεί στην αποκτήνωση αλλά στη μεγαλύτερη ενδυνάμωση μιας διάθεσης για αλλαγή. Έτσι, όπως θα δούμε και παρακάτω, μετατρέπεται η ευαισθησία, η αγάπη για τον άνθρωπο ως άνθρωπο και τον κόσμο ως κόσμο – απογυμνωμένο, σε μανιφέστο αλλαγής της παρούσας συνθήκης. Χωρίς, όμως, άσκοπες πολιτικές δηλώσεις αλλά με την έκφραση μιας πραγματικής διάθεσης για αναγέννηση μέσα στα ερείπια ενός κατεστραμμένου κόσμου.
Πιο συγκεκριμένα, η ποιητική συλλογή ήδη από το πρώτο ποίημα μας εισάγει στο δικό της νόημα. Έτσι, στο πρώτο ποίημα «Σπασμός» ξεκινάει με μια δυνατή εικόνα. Μια δυνατή εικόνας καταπίεσης και προσαρμογής στη ζωή ενός άλλου. Μια γυναίκα, εν τέλει, χάνει την υποταγή της, τα δεσμά που την εμπεριέχουν χωρίς να την χωρούν και γίνεται το σύμβολο της ίδιας της διάλυσης, της ίδιας της διάλυσης του παρόντος. Με σκοπό; Την πλήρη απελευθέρωση όλων. Είναι γεγονός, εξάλλου, ότι σ’ έναν κόσμο που δεν πλάστηκε για τους ευαίσθητους ανθρώπους, αυτή θα καθορίσει τον δικό της δρόμο, ακόμη και μέσα από την πιο σκληρή βία.
Δεν είναι τυχαίες οι εικόνες που μας δίνονται, καθώς η αντίθεση ευαισθησίας και ολικής αμφισβήτησης, ακόμη και μέσα από τη βία, δεν αναιρεί τη σύνδεσή τους. Η ουτοπία, εξάλλου, είναι μεγαλωμένη μέσα στην αμφιβολία για τον υπάρχοντα κόσμο ή όποιον υπάρχοντα κόσμο. Αλλά αυτό προϋποθέτει να κοιτάξεις τον αυτόν ή όποιον άλλον κόσμο κατάματα πρώτα, ακόμη και αν απογοητευτείς, ακόμη και αν πληγωθείς όπως λέει και η ίδια:
«μην κρυφοκοιτάζεις
κοίτα τον κόσμο κατάματα
και, σε παρακαλώ,
μη φοβάσαι.
Άλλαξέ τον» («Εικόνες»).
Η εξέγερση, βέβαια, δεν σταματάει στη φαντασία και στους σχεδιασμούς της, αλλά παίρνει και πραγματικές διαστάσεις συμμετοχής, όπως στο ποίημα «Θα σε περιμένω στη γωνία Τοσίτσα και Πατησίων», μ’ εικόνες έντονες που θυμίζουν τον Δεκέμβρη του 08’ αλλά και κάθε Δεκέμβρη από τότε. Μ’ έναν τρόπο όμως ολικό, χωρίς άσκοπα λόγια, χωρίς δάκρυα, χωρίς βεβαιώσεις επαναστατικότητας, απλά πράξη, απλά συνειδητοποίηση του πόσο ανυπόφορη είναι η παρούσα συνθήκη.
Αυτή η συνθήκη, βέβαια, της εξέγερσης δεν αφορά απλά τους παρόντες κόσμους των ανθρώπων, αλλά δομεί μια νέα πραγματικότητα για το μέλλον, για τους αγέννητους ίσως ή τους απότομα γεννημένους, που δεν χρειάζεται ποτέ να μάθουν πως ξεκίνησαν όλα. Όταν όλα θα έχουν σταματήσει δεν θα χρειαστεί να μάθουν, γιατί σκοπός είναι εξάλλου αυτό το λίγο φως. Όπως λέει πάλι η ίδια:
«Μάθε τα παιδιά να κοιτάζουν στα μάτια μέσα, βαθιά.
Να μιλάνε με την καρδιά.
Να κινούνται με τη ροή του αίματος.
Μην τους πεις την αλήθεια.
Μην τους πεις πως με βρήκες» («Μην τους πεις»).
Το μέλλον, εξάλλου, δεν θα είναι ανθρωποκεντρικό, θα έχει μηδενίσει τη σύγχρονη συνθήκη που δεσπόζει πάνω στην καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο κι άνθρωπου απέναντι στη φύση. Να μάθουν οι άνθρωποι πρέπει ότι υπάρχει κάτι πέρα από τις πόλεις των οποίων είναι μέρη και ζωτικά όργανα, θέλοντας και μη («Νέον Επιγραφές». Πρέπει, λοιπόν:
«Να δουν
να δουν οι άνθρωποι πόσο μικροί είναι
πως από εκεί ψηλά είναι οι τελευταίοι που φαίνονται.
Πως πρώτα φαίνεται η θάλασσα
μετά το χώμα
τα δέντρα.
Να δουν πόση ομορφιά έχει εδώ κάτω» («Κοσμολογία»).
Κλείνοντας, και μη θέλοντας να πω περισσότερα λόγια για κάτι που μπορεί να διαπιστώσει και ο αναγνώστης από μόνος του, πρέπει να πούμε ότι η παρούσα συλλογή εντάσσεται στο ευρύτερο κλίμα της αριστερής μελαγχολίας στην ποίηση, όπως ορίστηκε καίρια από τις μελέτες του Βασίλη Λαμπρόπουλου. Αριστερή όχι με τη θεσμοθετημένη και τετριμμένη, πλέον, έννοια αλλά με την πρωταρχική επαναστατική, που μας πάει πίσω στις πρωταρχές των σύγχρονων επαναστάσεων των λαών. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, βέβαια, έρχεται κι η απογοήτευση της μελαγχολίας, η οποία, όμως, σ’ έναν αιώνα νεοφιλελεύθερης κι επιβεβλημένης θετικότητας, είναι πράξη επαναστατική. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, δεν περνάει σε ένα πλαίσιο απάρνησης από την πολιτική ενατένιση ενός προτάγματος, χωρίς παρά ταύτα να εκφράζεται με βεβαιότητες κι απόλυτες δηλώσεις.
Ο Γιώργος Δρίτσας γεννήθηκε το 1994 στην Κόρινθο. Είναι απόφοιτος του Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική, Ψυχολογία) της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στο οποίο και συνέχισε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές του. Το 2016 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Η ηχώ του Ζαρατούστρα, σε μορφή αυτοέκδοσης, ενώ από τις εκδόσεις Οδός Πανός κυκλοφορούν οι, κοινής θεματικής, ποιητικές συλλογές του σκιά θανάτου (2022) και το ματωμένο όνειρο (2023), με παλιά και νέα ποιήματά του. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα περιοδικά και ανθολογίες.














