Το σώμα ως μέσο της γλώσσας
Γράφει η Ελευθερία Θάνογλου
(Για το βιβλίο, Συνθετική ορμόνη της Κατερίνας Ι. Παπαντωνίου, εκδ. Καστανιώτης, 2025)
Ο τίτλος Συνθετική Ορμόνη, με την πρώτη ματιά, θυμίζει κάτι τεχνητό που προσπαθεί να μιμηθεί τη φυσική λειτουργία του σώματος. Ωστόσο, ως τίτλος βιβλίου, γίνεται σύμβολο της ανθρώπινης (και κυρίως γυναικείας) ανάγκης να ξαναδημιουργήσει όσα η φύση της στέρησε ή της επέβαλε. Είναι μια ουσία που αντικαθιστά, διορθώνει, στηρίζει τη ζωή, μιμούμενη τη φυσική της πορεία, αλλά ταυτόχρονα αλλάζοντάς την.
Η συγγραφέας Κατερίνα Παπαντωνίου, λοιπόν, χρησιμοποιεί τον τίτλο σαν μεταφορά για το πώς κατασκευάζεται η ταυτότητα (το σώμα, το φύλο, η μνήμη, ο λόγος). Όλα είναι συνθετικά, μας λέει. Δεν μας δόθηκαν ως καθαρές μορφές, αλλά ως σύνολα αναγκαστικών, κοινωνικών και βιολογικών μεταλλάξεων. Η γυναίκα του βιβλίου δεν γεννιέται έτοιμη· κατασκευάζεται. Μεγαλώνει μέσα από την εκπαίδευση του πόνου, της σιωπής, της επιθυμίας και του βλέμματος των άλλων. Κάθε εμπειρία της είναι μια ένεση ορμόνης που τη μεταμορφώνει.
Παρακολουθούμε ένα παιδί-κορίτσι καθώς παλεύει να καταλάβει το σώμα του, τον κόσμο γύρω του και τη θέση του μέσα σε μια οικογένεια όπου κυριαρχούν η απουσία της μητέρας (μια τραυματισμένη σχέση, μια λαχτάρα για περισσότερη μαμά), η προστατευτική αλλά κουρασμένη αγάπη της γιαγιάς και οι σκιές του παρελθόντος. Ο κόσμος της μοιάζει ήδη μολυσμένος από τις έμφυλες διακρίσεις των ενηλίκων. Και γιατί ξεκινά η συγγραφέας από ένα παιδί; Μα γιατί η παιδική αντίληψη είναι καθαρή, ωμή, χωρίς τα φίλτρα που έχουν αποκτήσει οι ενήλικες.
Μέσα από εικόνες σωματικές και συχνά οριακές, το παιδί μεγαλώνει, γίνεται έφηβη, γίνεται γυναίκα και συναντά ξανά και ξανά τις παλιές της εκδοχές: το παιδί που φοβόταν, το παιδί που διέταζε, το σώμα που άλλαζε, τη μνήμη που σβήνει και ξαναγεννά. Η αφήγηση, όμως, δεν μένει μόνο στο παιδί-κορίτσι-γυναίκα· απλώνεται πίσω σε γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας (μητέρες, γιαγιάδες, νύφες, ψυχοκόρες) και ακουμπά τις ζωές τους, τα άγχη, τις σιωπές και τις αντοχές τους. Είναι ουσιαστικά μια ιστορία για το πώς οι γυναίκες κληρονομούν και μεταφέρουν τα σώματά τους, τα τραύματά τους, τις επιθυμίες και τους ρόλους τους και πώς, μέσα απ’ όλα αυτά, προσπαθούν να σταθούν όρθιες, να θυμηθούν και ν’ αγαπήσουν.
Παρόλα αυτά, η Παπαντωνίου δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά ανασυνθέτει την ύπαρξη. Το παιδί-κορίτσι-γυναίκα, η μάνα, η κόρη, η γιαγιά: όλες είναι μορφές της ίδιας ενσάρκωσης. Το σώμα τους είναι το ίδιο σώμα σε διαφορετικές φάσεις μετάλλαξης, όπως η ίδια ορμόνη που αλλάζει λειτουργία ανάλογα με την ηλικία, το τραύμα, τον έρωτα ή την απώλεια. Κατά κάποιον τρόπο, είναι σαν να μην υπάρχει κεντρική ηρωίδα, αλλά μια ενιαία οντότητα που πολλαπλασιάζεται μέσα στον χρόνο. Το κορίτσι που παρατηρεί, το σώμα που πονά, η γυναίκα που μιλά, η φωνή που θυμάται, όλα μα όλα είναι εκφάνσεις της ίδιας συνείδησης και αποτελούν ένα καλό υλικό για να μιλήσεις για κάτι πιο μεγάλο∙ να μιλήσεις για την εμπειρία του να μεγαλώνεις ως κορίτσι σ’ έναν κόσμο που σε προορίζει για αντικείμενο και όχι για υποκείμενο!

Και κάπως έτσι, ο τίτλος αποκτά και μια συγκλονιστική ειρωνεία. Η συνθετική ορμόνη, αυτή η τεχνητή ουσία, είναι εκείνη που μας κρατά ζωντανούς. Η φυσική ζωή, χωρίς τη συνθετική επέμβαση του λόγου, της μνήμης, της φαντασίας, θα ήταν αβάσταχτη. Η συγγραφέας μας υπενθυμίζει ότι η γλώσσα είναι το σώμα μας· ότι γράφοντας, αναπνέουμε.Είναι ένα βιβλίο-σώμα, λοιπόν, όπου κάθε κεφάλαιο λειτουργεί σαν όργανο ενός ζωντανού οργανισμού.
Το παιδί-κορίτσι-γυναίκα κινείται από την παιδικότητα προς την ωρίμανση, μέσα από σωματικά και ψυχικά επεισόδια που λειτουργούν ως κεφάλαια μιας εσωτερικής βιογραφίας (η κοιλιά, το στήθος, οι γάμπες, τα χέρια, οι φωνές, τα όνειρα). Μαζί με τη μεταμόρφωση του γυναικείου σώματος παρακολουθούμε και τη μεταμόρφωση της συνείδησης. Το βλέμμα του παιδιού που κοιτάζει τον κόσμο γίνεται σταδιακά το βλέμμα μιας γυναίκας που αναμετριέται με τον κόσμο και, φυσικά, με τον ίδιο της τον εαυτό.
Από την πρώτη σελίδα του εισαγωγικού σημειώματος, με τον εμβληματικό του τίτλο (Introïtus = εισοδικό), η συγγραφέας διεκδικεί την αλήθεια απέναντι σε μια στρεβλή πραγματικότητα, καλώντας μας σαν μάρτυρες των κεφαλαίων που θα ακολουθήσουν και που θα ξετυλίξουν την υπόθεση, προτείνοντάς μας μια νέα ηθική της αλήθειας.
Η παιδική αθωότητα διαλύεται σταδιακά μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου η μητρική φιγούρα, η γιαγιά, ο θείος, οι άνδρες, οι κοινωνικές φασαρίες και οι καθημερινές μικρές βίες συνθέτουν ένα ασφυκτικό, μα ταυτόχρονα γοητευτικό σκηνικό. Οι πρώτες σωματικές εμπειρίες (η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, της ντροπής, της εξουσίας) καταγράφονται από το παιδί-κορίτσι που γίνεται γυναίκα κουβαλώντας μέσα της όλα τα προηγούμενα στάδια της ύπαρξης.
Η Παπαντωνίου δεν ωραιοποιεί τίποτα· αντιθέτως, φωτίζει τις σκοτεινές (αμήχανες, πολλές φορές) και σιωπηλές πλευρές της εμπειρίας που πολλοί άνθρωποι κουβαλούν αλλά σπάνια εκφράζουν, αναδεικνύοντας, μέσα από μια οικογενειακή ιστορία με τα τραύματά της, την διαμόρφωση στις ζωές των μελών χωρίς τα ίδια μέλη να το καταλαβαίνουν πάντα. Οι γυναίκες του βιβλίου είναι ένα από αυτά τα σιωπηλά γενεαλογικά δίκτυα, επειδή ουσιαστικά δεν επικοινωνούν με λόγια, αλλά με χειρονομίες, με βλέμματα ή με αγγίγματα. Επικοινωνούν με μια θορυβώδη σιωπή, μέσω της οποίας η συγγραφέας μιλά για όσα μένουν αμίλητα μέσα στην οικογενειακή και κοινωνική ιστορία.
Το καταπληκτικό σ’ αυτό το μυθιστόρημα (που η Παπαντωνίου αναγράφει στο εξώφυλλο ως μυθιστόρημα σε είκοσι δύο επεισόδια) είναι πως κάθε μικρό επεισόδιο-κεφάλαιο μπορεί να σταθεί και από μόνο του, αυτόνομα, ως ένα ωραιότατο δείγμα διηγήματος, κι ας συνδέονται μεταξύ τους με υπόγειες θεματικές γραμμές.
Είχα πολλές φορές την αίσθηση ότι αυτό που διάβαζα ήταν μια εξομολόγηση, άλλες ότι ήταν ένα μακρύ ποίημα, κάποιες ελάχιστες πάλι πως ήταν μια ανατομική έκθεση. Μα κάθε επεισόδιο-κεφάλαιο ήταν σαν να με έβαζε να σταθώ απέναντι στο ίδιο το δικό μου σώμα, τη δική μου μνήμη και το συναίσθημα. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που προκύπταν ερωτήματα: πώς το σώμα γίνεται φορέας ιστορίας; Πώς η γυναίκα ξαναγράφει τον εαυτό της όταν οι λέξεις που διαθέτει θεωρούνται δανεικές από έναν ανδρικό κόσμο;
Ωραιότατα επεισόδια-κεφάλαια, όπου μας δίνονται οι απαντήσεις και κατανοούμε πως η επιθυμία και ο έλεγχος έχουν κοινά σημεία, πως η αγάπη παίρνει τη μορφή εμμονής, πως πολλές φορές η τρυφερότητα περιέχει δηλητήριο ή πως η φροντίδα μπορεί και να γίνει κάποτε φίμωτρο.
Ο λόγος της Παπαντωνίου είναι καθαρός (όσο σκοτεινή κι αν είναι η γραφή της), αληθινός και ανθρώπινος. Και ένα από τα πράγματα που προσέχει κανείς είναι αυτή ακριβώς η ξεχωριστή γλώσσα της Παπαντωνίου, η ανυπάκουη στη συνηθισμένη γραμμική πλοκή ενός μυθιστορήματος. Άλλες φορές κινείται ανάμεσα στον λυρισμό ενός εσωτερικού μονολόγου και την ποιητική πρόζα, άλλες σε ρεαλιστική και εντελώς ωμή αφήγηση.
Ουσιαστικά, το σώμα γίνεται το ίδιο το μέσο της γλώσσας (προσέξτε: η συγγραφέας γράφει με το σώμα, όχι για το σώμα). Κατ’ αυτόν τον τρόπο κάνει μια απόπειρα να κατανοηθούν τα πάντα μέσα από την αφή.
Έτσι, φυσικό είναι η συγγραφέας να επανεφευρίσκει μια γλώσσα, για να μπορέσουν το σώμα και ο λόγος να ξαναβρούν την ενότητά τους και, από τη μνήμη, να γεννηθεί η λογοτεχνία (έστω κι αν, στιγμές στιγμές, η συγγραφέας νιώθει πως η ζωή απαιτεί κίνηση και τόλμη και πως οι λέξεις, όσο χρήσιμες κι αν είναι, συχνά γίνονται καταφύγιο όσων φοβούνται να δράσουν).
Χωρίς τις ιστορίες και τη φαντασία, όμως, το παιδί-κορίτσι δεν μπορεί να μεγαλώσει, ούτε η/ο κάθε ενήλικας να αντέξει την καθημερινότητα των περιορισμών (σωλήνες, κουβούκλια, στενά αυτοκίνητα, διαμερίσματα, καλάθια, περιλαίμια), δεν μπορεί να αντέξει τον έλεγχο, την επιτήρηση. Και είναι αυτή η ίδια η γλώσσα της δημιουργού που κάποτε γίνεται και εκείνο το άλλοθι για να μη λερωθεί και η ίδια μέσα από τη βία της αναπαράστασης. Παρ’ όλο που η ίδια η ιστορία τη διαψεύδει, αφού η γραφή είναι ήδη επαφή, ήδη διείσδυση και έκθεση. Η Παπαντωνίου φορτώνει στην ηρωίδα δαίμονες, πάθη, μίση και αρνείται να της χαρίσει επιθυμίες. Η συγγραφέας θέλει το δημιούργημά της ζωντανό, αλλά όχι επικίνδυνο. Εξ ου και τα φίμωτρα, τα καλυμμένα μάτια, η μαύρη γλώσσα. Κι ας τη φτιάχνει, κάποια στιγμή, όμορφη, γυαλιστερή, στυλιζαρισμένη. Η συγγραφέας προσποιείται ότι κρατά απόσταση κι ας επιμένει η ιστορία της ότι δεν υπάρχει απόσταση. Η γραφή είναι σωματική, ενοχική, σχεδόν σαδιστική.
Στον σημερινό κόσμο, όπου μιλάμε όλο και περισσότερο για τα όρια, για την κακοποίηση, για τη μνήμη του σώματος και για τον τρόπο που μεγαλώνουμε μέσα σ’ ένα περιβάλλον συχνά ασφυκτικό, ένα βιβλίο σαν τη Συνθετική Ορμόνη λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι το παρελθόν δεν σβήνει επειδή δεν το κοιτάμε και ότι η αλήθεια, ακόμη κι όταν είναι ενοχλητική, είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε. Εν ολίγοις, ένα τέτοιο βιβλίο γράφεται σήμερα γιατί μιλά για όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας, δίνοντας χώρο στην εμπειρία, στην ψυχή και στο σώμα να ακουστούν χωρίς φόβο και με την ευρύτητά της γραφής του συγκροτεί ένα υπόγειο πολιτικό τοπίο όπου η Ιστορία εγγράφεται στη σάρκα (οι διαδηλώσεις της μητέρας, τα καδρόνια του θείου, οι σιωπές γύρω από τον Εμφύλιο, την Κατοχή και την επιτήρηση). Η εξουσία ασκείται τόσο δημόσια (μέσω καταστολής, φόβου, κοινωνικών ρόλων) όσο και ιδιωτικά (μέσα στην πατριαρχική οικογένεια, στον έλεγχο του γυναικείου σώματος, στη βία της σιωπής). Έτσι, το πολιτικό στοιχείο του έργου είναι σωματικό και τραυματικό καθώς η πολιτική γίνεται μνήμη που κληρονομείται, τραύμα που δεν ειπώνεται και καθημερινότητα που διαμορφώνει ταυτότητες.
Και η σπουδαιότητα του βιβλίου είναι πως αγγίζει ζητήματα που παραμένουν ζωντανά έως σήμερα, συχνά, όπως γράφτηκε και παραπάνω, ανομολόγητα. Εξ ου και το τελευταίο κεφάλαιο εξόδου, όπου η συγγραφέας, θαρρώ, μας επισημαίνει ότι, τελικά, η πραγματικότητα υπάρχει παράλληλα με εμάς και ότι την κουβαλάμε σαν βάρος πάνω μας.
Ίσως, τελικά, αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα που μπορεί και να μην τελειώνει, να συνεχίζεται όπως συνεχίζεται η πραγματικότητα και πάντα θα χρειάζονται αναγνώστες και για τα δύο.
Η Ελευθερία Θάνογλου διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις διηγημάτων και σε συλλογικές ανθολογίες ποίησης από τις οποίες μεταφράστηκαν ποιήματά της στην αγγλική, την ιταλική, ισπανική, αλβανική και γερμανική γλώσσα. Ποιήματα και πεζά έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Έχει συγγράψει επίσης δύο θεατρικούς μονολόγους για την μουσική παράσταση «ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ» για τη Μαρία Πολυδούρη σε μουσική του συνθέτη Γιώργου Δίπλα και μελοποιημένη ποίηση για την παράσταση «Κρυφή φωνή της θάλασσας» σε μουσική επίσης του Γιώργου Δίπλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).














