Pride month: Κουήρ αποτυχία και χαρά, μέρος δεύτερο:

Έχει φαί στο ψυγείο

Γράφει η Ειρήνη Δερμιτζάκη

 

Μαγείρευε σαν να ήταν η τελευταία φορά. Με δεξιοτεχνία σεφ από εκπομπή μαγειρικής, έτοιμο το καρέ κρεμμύδι, καρότο, ισομετρικά κυβάκια, ο κιμάς κρύωνε ήδη στην κατσαρόλα, σε λίγο θα τον έβαζε στην κατάψυξη. Τα πιο πολλά τάπερ είχαν ήδη στοιβαχτεί σαν τουβλάκια λέγκο. Μέχρι να γίνει το σπανακόρυζο θα προλάβαινε να ξαναβάλει σκούπα. Το ζεστό νερό έτρεχε κι ένα σύννεφο σαπουνάδας φούσκωνε μέσα στον κουβά. Έσκυψε να τον πιάσει απότομα. Καταραμένη οσφυϊκή δισκοκήλη, μην την αφήσεις ένα λεπτό χωρίς να της υπενθυμίσεις την ηλικία της.

Από όταν πάτησε τα πενήντα είχε αρχίσει να σκέφτεται τι θα έκανε όταν με το καλό θα έβγαινε στην σύνταξη. Ένα ταξίδι στην Κούβα; Ένα μικρό εξοχικό στη Σαλαμίνα; Εντάξει δεν θα έφτανε το εφάπαξ, αλλά με τις οικονομίες τους κι αν πούλαγαν κι εκείνο το κτήμα στο Αλιβέρι. Ίσως και να σπούδαζε αλλά τι; Πάντα ένιωθε μειονεκτικά μόνο με το απολυτήριο λυκείου. Αλλά να έτρεχε στα πανεπιστήμια τώρα στα γεράματα; Έλα μη σκέφτεσαι έτσι δε βοηθάει. Ίσως κάποιο καινούριο χόμπι; Κέντημα; Κεραμικά; Γιόγκα ή καλύτερα πιλάτες που πρότεινε κι ο ορθοπεδικός;

Περνούσαν τα χρόνια από αναβολή σε αναβολή, μόλις πέρασε τα εξήντα, άρχισε να δείχνει ταξιδιωτικά προσπέκτους στον άντρα της. Ξίνιζε λιγάκι αυτός, μέχρι τη λίμνη Πλαστήρα, πάει στα κομμάτια, άντε και καμιά Κρήτη να κάνουνε και τα μπάνια τους, αλλά όχι να τρέχουν στην Κούβα, γέροι άνθρωποι. Τι να πει κι αυτός ο έρμος; Είχε τα δίκια του, γκρίνιαζε καμιά φορά στους φίλους του στο καφέ Λέντζος που συναντιόντουσαν στην Υμηττού να δούνε το πρωτάθλημα. Με έχει τρελάνει κι ακόμα δεν βγήκε στη σύνταξη, συνέπασχαν οι άλλοι, κουνούσαν τα κεφάλια με συγκατάβαση κι έπειτα ρουφούσαν χορωδιακά τα εσπρεσάκια από τα πορσελάνινα φλιτζάνια. Κοπελιά φέρε και ένα τσίπουρο με μεζέ, πάει κρύωσε ο καφές.

Λίγους μήνες πριν βγει στη σύνταξη εκείνη, συνταξιοδοτήθηκε πρώτος ο προϊστάμενος της. Μαζί είχανε ξεκινήσει τη δουλειά στο σούπερ μάρκετ, σπουργιτάκια τότε νεογνά, αποθηκάριος εκείνος, εκείνη γέμιζε ράφια κι άλλαζε τις τιμές. Σαν να ήταν χθες τα θυμάται εκείνα τα πρώτα χρόνια που κολλούσε τις αφίσες, πιάτα Ιταλίας 50 δραχμές νέες τρελές τιμές από τον ΠΙΜΙ, στην τζαμαρία του καταστήματος. Μόλις βγήκε κι ο τελευταίος πελάτης από το σούπερ μάρκετ, μαζεύτηκε το προσωπικό, με αναψυκτικά και κρασιά, κρακεράκια και γραβιέρες, να αποχαιρετήσουνε τον προϊστάμενο, κι εκεί που τρώγανε παγωτίνια μπροστά από τα ψυγεία με τα σαλάμια και τις μορταδέλες, δεν αισθάνομαι καλά, δεν μπορώ να πάρω ανάσα, πρόλαβε να πει ο προϊστάμενος, σωριάστηκε, παρ’ τον κάτω, μπροστά από τα ράφια με τα παξιμάδια και τις φρυγανιές. Ήρθε το ΕΚΑΒ, μέσα σε είκοσι λεπτά παραδόξως, αλλά τι να το κάνεις, είχε ήδη φύγει από το μάταιο τούτο κόσμο, παντρεμένος δεν ήταν, παιδιά, σκυλιά δεν είχε, πάει η σύνταξη, πάει το εφάπαξ, υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Γιατί τα λέω όλα αυτά τώρα; Προσπαθώ να μπω στη ψυχολογία της ηρωίδας, γιατί αυτή η εικόνα, με τον προϊστάμενο τέζα δίπλα στις φρυγανιές Βοσινάκη, και τη γλώσσα του στραβωμένη και μαγκωμένη ανάμεσα στα δόντια, την τάραξε πολύ τη Θέμιδα, αυτό το συμβάν, έκανε ένα κλικ μέσα της γύρισε τον διακόπτη και θυμήθηκε τον Χορν να τραγουδά μια ζωή την έχουμε, αχ πώς το έλεγε κι εκείνο το άλλο το τραγούδι, γλέντα τη ζωή όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη, η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή μωρό μου που άκουγε κάποτε ο γιος της στη διαπασών κ.λπ κ.λπ.

Το δεύτερο καμπανάκι ήρθε με μορφή τηλεφωνήματος. Μια μέρα μετά την κηδεία του προϊσταμένου. Εγώ είμαι η Λουίζα, από το δεύτερο γυμνάσιο Αμπελοκήπων, που καθόμουν πίσω σου και σου τραβούσα τα μαλλιά. Αμέσως την κατάλαβε, κι ας είχαν χαλαρώσει οι φωνητικές χορδές από το κάπνισμα και το γήρας που ουκ έρχεται μόνο. Πότε ήτανε η τελευταία φορά που είχε συναντήσει την παλιά της συμμαθήτρια; Εκείνη άλλαξε σχολείο στο λύκειο γιατί πήρε μετάθεση ο στρατιωτικός πατέρας της στη Χίο. Έκανε τα μαθηματικά γρήγορα στο κεφάλι της, και την έπιασε δύσπνοια, Χριστέ μου πόσα χρόνια είχαν περάσει; Τι έχω τώρα; Γιατί χτυπάει η καρδιά μου τόσο γρήγορα; Δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Ζαλίζομαι. Πόσους παλμούς έχω; Θα πέσω, λιποθυμώ, σαν τον προϊστάμενο θα πάω, πάει η σύνταξη, έναν γιατρό, πάει το εφάπαξ, καρδιακή προσβολή, είναι, όχι εγκεφαλικό. Γύρισε η γλώσσα μου ή ακόμα; Δεν είμαι καλά. Πεθαίνω.

Δεν πέθανε τελικά. Πέρασαν τρεις μέρες, θα συναντούσε τη Λουίζα το απόγευμα σε ένα καφέ στο Σύνταγμα. Τι φοράει κανείς για να συναντήσει την παλιά του συμμαθήτρια; Πρώτη φορά παιδεύτηκε παλεύοντας με κρεμάστρες, πουκάμισα και φούστες, και το μαλλί να μη στρώνει με τίποτα, ευτυχώς το είχε βάψει τις προάλλες. Το ένα την πάχαινε, το άλλο την κόνταινε, τι άγχος κι αυτό λες και θα έβγαινε πρώτο ραντεβού.

Βρέθηκαν νωρίς το απόγευμα. Χτυπούσε η καρδιά της λες και φώναζε ανοίξτε μου να βγω, δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα. Δεν είχε αλλάξει και πολύ της έλεγε η Λουίζα. Θα σε αναγνώριζα ακόμα και αν σε έβλεπα ανάμεσα σε δεκάδες άλλες. Ούτε και η Λούιζα είχε αλλάξει σκεφτόταν η Θέμις. Σαν να την ομόρφυνε ο χρόνος. Εκείνο το ατσούμπαλο κοριτσάκι, με τα φουντωτά σγουρά μαλλιά που έπλεε μέσα στη μπλε σχολική ποδιά, ήταν τώρα μια όμορφη, γοητευτική γυναίκα, κι ας μην έκρυβαν τις ρυτίδες και τις πανάδες τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της. Ο καφές έφυγε, ήρθαν οι καρμπονάρες, κι ύστερα οι μαργαρίτες και το κέρασμα από τον μπάρμαν με σφηνάκια τεκίλας. Μιλούσανε και μιλούσανε, ούτε και θυμάται τι έλεγαν, κοιταζόντουσαν στα μάτια πότε πότε και έσκαγαν στα γέλια, κι αυτή την επαφή, Χριστέ μου πόσα χρόνια είχε να μιλήσει με έναν άνθρωπο και να την καταλάβει, την διέκοψαν τρεις φορές τα τηλεφωνήματα του άντρα της, μα πού είσαι κι ακούω τόση φασαρία, τι θα φάω για βραδινό, έχει φασολάκια στο ψυγείο, με πειράζουν ρε Θέμιδα στο έντερό μου, έχει και ένα κομμάτι σπανακόπιτα, μα που είσαι τέτοια ώρα, θα αργήσεις και τα λοιπά.

Την επόμενη μέρα ξύπνησε αδιάθετη και όσο περνούσε η ώρα ένιωθε λες και είχαν τσιμεντώσει τους πνεύμονες της. Σαν να μην την έφτανε ο αέρας. Το αλκοόλ κατηγόρησε πρώτα, αλλά επειδή επέμειναν για μέρες τα συμπτώματα, άρχισε να τρέχει σε παθολόγους και καρδιολόγους, να δεις που δε θα προλάβω να πάρω σύνταξη έλεγε και ξανάλεγε, ώσπου άκουσε έναν ευγενέστατο γιατρό, που τον χρυσοπλήρωσε γιατί δεν τον κάλυπτε το ταμείο, απόλυτα υγιής είστε για την ηλικία σας, α για την ηλικία μου, δεν ήταν και τόσο ευγενής τελικά, και για να μην τα πολυλογώ, αυτός της είπε πρώτη φορά τις λέξεις κρίση πανικού. Δηλαδή γιατρέ μου; Ψυχοθεραπεία απάντησε εκείνος. Εκτός αν θέλετε να σας στείλω σε ένα γνωστό μου ψυχίατρο να σας γράψει χάπια.

Ήρθε και η τελευταία μέρα στη δουλειά. Την αποχαιρέτησαν κι εκείνη με αναψυκτικά και κρασιά, κρακεράκια και γραβιέρες, αυτή τη φορά στη μαναβική, γιατί τα ψυγεία με τα σαλάμια και τις μορταδέλες τα θεωρούσαν γρουσούζικα από τότε που αποδήμησε ο προϊστάμενος.

Τα πρωινά έτρεχε, από έφκα σε κεπ έφυγε η ζωή μας, να μαζέψει τη χαρτούρα, και όλα όσα ζήταγε κατά καιρούς ο εργατολόγος. Τα βράδια δώστου τα ταβερνάκια ή τα κινέζικα εστιατόρια με τη Λουίζα, και πάμε και στη συναυλία της Τσανακλίδου, έχει και θερινό που παίζει το Θέλμα και Λουίζ, και στο εθνικό να δούμε τη Μάνα Κουράγιο, κι ας διαμαρτύρονταν τα παιδιά της που η μάνα τους δεν είχε πια κουράγιο για μπέιμπισιτνγκ στα εγγόνια, ούτε βοηθούσε να πλύνουν χαλιά και μπαλκόνια, κι είχε μπει και φρένο στην τροφοδοσία τάπερ με παστίτσια και κεφτεδάκια. Γι’ αυτά γκρίνιαζαν τα κάνε παιδιά να δεις καλό, ο σύζυγος είχε δικό του τροπάρι, και πάλι θα βγεις, και ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Λούιζα, δεν έχει παιδιά, άντρα αυτήνανε, όντως δεν είχε.

…Αυτά έχουν γίνει τους τελευταίους μήνες. Είχανε μάθει όλοι να είμαι υπηρέτρια και μπέιμπι σίτερ μαζί και τώρα τους κακοφαίνεται. Αλλάξατε Θέμις, νιώθετε τύψεις; Όχι καθόλου. Λίγο. Νιώθω ναι. Και κρίση πότε είχατε τελευταία φορά; Είχα να πάθω τέσσερις μήνες αλλά χθες ξαφνικά, το βράδυ με έπιασε πάλι, με πήγε ο άντρας μου στα επείγοντα στον Ερυθρό. Τίποτα, όλα καθαρά, και το καρδιογράφημα ναι. Έγινε κάτι χθες που πυροδότησε την κρίση πανικού; Αμ, έγινε, πώς δεν έγινε αλλά πώς το λένε; Περίμενε ο θεραπευτής, περίμενε, περίμενε. Μόνο η κινέζικη γάτα, Μανέκι Νέκο, κουνούσε επαναληπτικά πάνω κάτω το χεράκι της, πάνω στο ράφι, δίπλα από τα βιβλία του Γιάλομ και της Μίλερ, κατά τα άλλα η Θέμιδα, αγέλαστος πέτρα κοιτούσε το ταβάνι. Αυτά έγιναν, ή μάλλον δεν έγιναν ένα λεπτό μέχρι να λήξει η συνεδρία, κι εκεί στην εκπνοή του χρόνου, του το ξεφούρνισε.

Μου είπε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί μου όταν ήμασταν έφηβες. Για αυτό μου τραβούσε τα μαλλιά όταν καθόταν στο πίσω θρανίο. Και πως πάντα με αγαπούσε. Αλλά δεν τολμούσε να μου το πει. Μέχρι χθες δηλαδή. Αυτή έχει βέβαια ξανακάνει σχέσεις με άλλες γυναίκες. Και αποφάσισε να ψάξει να με βρει, δυο χρόνια αφότου χώρισε με τη σύντροφος της. Ήτανε μαζί είκοσι χρόνια. Κι εσείς κυρία Θέμις πώς νιώθετε για αυτήν την ερωτική εξομολόγηση; Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Λήξη της συνεδρίας, πενήντα ευρώ, χωρίς απόδειξη, θα τα συζητήσουμε την επόμενη εβδομάδα. Δεν τα συζητήσανε ποτέ.

Μαγείρευε για τελευταία φορά. Με δεξιοτεχνία σεφ από εκπομπή μαγειρικής, έτοιμο το καρέ κρεμμύδι, καρότο, ισομετρικά κυβάκια, ο κιμάς κρύωνε ήδη στην κατσαρόλα, σε λίγο θα τον έβαζε στην κατάψυξη. Τα πιο πολλά τάπερ είχαν ήδη στοιβαχτεί σαν τουβλάκια λέγκο. Στην πόρτα κόλλησε ένα χαρτάκι που έγραφε έχει φαί στο ψυγείο. Μέχρι να γίνει το σπανακόρυζο θα προλάβαινε να ξαναβάλει σκούπα. Το ζεστό νερό έτρεχε κι ένα σύννεφο σαπουνάδας φούσκωνε μέσα στον κουβά. Έσκυψε να τον πιάσει απότομα. Καταραμένη οσφυϊκή δισκοκήλη, μην την αφήσεις ένα λεπτό χωρίς να της υπενθυμίσεις την ηλικία της.

Έτοιμο το σπίτι λαμπίκο. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα, ανέβηκε τη σκάλα, πήρε τη βαλίτσα της. Έτοιμη από χθες, κρυμμένη στο πατάρι, λίγα ρούχα, φωτογραφίες παιδιών και εγγονιών, τα καλλυντικά της, την κάρτα της τράπεζας, το βιβλιάριο, ναι χθες μπήκε επιτέλους η πρώτη της σύνταξη. Κοίταξε μια τελευταία φορά το σπίτι. Χριστέ μου το διαβατήριο. Πού είναι το διαβατήριο; Εδώ το ‘χα. Πού είναι; Τι με έπιασε πάλι; Γιατί χτυπάει η καρδιά μου τόσο γρήγορα; Δε μπορώ να πάρω ανάσα. Ζαλίζομαι. Πόσους παλμούς έχω; Θα πέσω, λιποθυμώ, σαν τον προϊστάμενο θα πάω, πάει η σύνταξη, πού είναι το διαβατήριο, έναν γιατρό, πάει το εφάπαξ, καρδιακή προσβολή, όχι κρίση είναι μην ανησυχείς, κι αν δεν είναι; Εγκεφαλικό. Να κι η μαχαιριά στην πλάτη, έναν καθρέφτη, γύρισε η γλώσσα μου, όχι δεν γύρισε; Δεν είμαι καλά. Πεθαίνω. Να, το! Το βρήκα. Πάει κρίση ήταν και πέρασε.

Άρπαξε το διαβατήριο και το έβαλε στην τσάντα της. Τα χέρια της έτρεμαν αλλά η καρδιά είχε επανέλθει στους φυσιολογικούς της ρυθμούς. Πήρε μια βαθιά ανάσα, τι πάω να κάνω η τρελή, πού θα πάμε, πώς θα ζήσουμε, είπε από μέσα της, απέξω χτύπαγε το κινητό, ήταν η Λουίζα, έλα είμαι από κάτω, θα κατέβεις; Κατέβηκε, τι να έκανε; Με βήματα χοροπηδηχτά, βγήκε από την πολυκατοικία, η πόρτα έκλεισε απότομα, και σφράγισε πίσω της όλη της την παλιά ζωή. Έβαλε τη βαλίτσα στο πίσω κάθισμα, μπήκε στο αμάξι της Λουίζας, τη φίλησε στο στόμα. Η Λουίζα δίστασε να τη ρωτήσει είσαι σίγουρη; Η Θέμις της έπιασε σφιχτά το χέρι, αυτό ναι, ήταν μια καλή απάντηση κι ας αποσιωπήθηκε η ερώτηση.

Πού πάμε; Δεν έχω ιδέα. Καλά, ας βγούμε εθνική και βλέπουμε.

 

 

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε στη Σητεία το 1982.Σπούδασε Θέατρο στην Ελλάδα, Κινηματογράφο στην Αγγλία όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Δημιουργική Γραφή.Έχει βραβευτεί για τα διηγήματά της και τα θεατρικά της έργα. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες μικρού μήκους και για την τηλεόραση, ενώ θεατρικά της έργα έχουν ανέβει σε Ελλάδα και Αγγλία. Έχει εκδώσει 7 βιβλία σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Διδάσκει δημιουργική γραφή σε διάφορους φορείς και θεατρική γραφή στο Εθνικό Θέατρο.