Pride month: Κουήρ αποτυχία και χαρά- Μέρος Τρίτο
Στο τρίτο άρθρο του αφιερώματός μας περιλαμβάνονται τα έργα των: Νικόλα Κουτσοδόντη, Άγγελου Μπέρτου, Δαμιανού Αγραβαρά, Σοφίας Γουργουλιάνη, Ζωής Χατζηγεωργίου, Δημήτρη Φούτσια και Εύης Λαμπροπούλου.
Νικόλας Κουτσοδόντης
Με κερδίζεις
Να η χούφτα μου
τη γλείφεις καθώς νυστάζεις
και σου έχει σηκωθεί, ευάλωτο σύνορο χώρας νεανικής
φτιαγμένης για κάποιο άγνωστο
σε μένα παιχνίδι.
Με έχεις πια οριστικά κερδίσει
παίρνοντας ό,τι μου ανήκει μέχρι γύμνιας και γέλιου.
Έχω την έγνοια σου
πάνω απ’ όλα είμαστε φίλοι και σου λέω
μην κατέβεις στη Σταδίου να με βρεις για βόλτα
η σχολή σου σε απόκαμε στα πηγαινέλα
ξεκουράσου
και εισχωρείς στη μνήμη μου μ’ ένα χαμόγελο
ζεστή κομπρέσα
φοράς τα παιδικά μου ρούχα με χαϊδεύεις με κρύβεις
δεν με βρίσκουνε τ’ αγόρια
που θέλουν να με πετάξουνε στ’ αγκάθια
αλλά τις τρως εσύ για χάρη μου ώστε
μπήγω τα κλάματα
στο μαξιλάρι δίπλα στο κόκκινο αυτί σου
σαν τρυφερούλα πιπεριά.
Απόψε ενσωματώθηκες με όλα τα καράβια και τα τρένα
λεωφορεία τραμ κι αμάξια στο μουντό μεγάλωμά μου
απλωμένος ίσιος και ζεστός μια αναμμένη λάμπα
αλογόνου-χαλαζία
που με νοιάζεται και μου μιλά με σπασμένη
αντρική χροιά στη φωνή
απ’ το παιχνίδι με άφυλες κούκλες και λουλουδάτα
κουζινικά.
Όπως σε βαστάω και ψάχνω για ψιλά να σου αγοράσω
ένα ντόνατ από άστρα και καταιγίδα
έχω στο μυαλό τις πιο παράτολμες απειθαρχίες
λόγου χάρη το γερό
κατούρημα του Μπεμπέλ Γκαρσία
μπρος στους Φρανκιστές εκτελεστές
και σε ονειρεύομαι να μεγαλώνεις
θρασύς
κι ασύστολος
με το εχθρικό μάτι του Κράτους
στην καρδιά σου.
Μούσκεψες πάλι. Βάζω τα μάγουλα μου να σκουπίσω
την νυχτερινή σου πλάτη
νιώθω να σε εγκαταλείπω ανεξήγητα, θέλω
να χτυπήσω το κεφάλι μου που σε αφήνω
να στάζεις δάκρυα στο σκοτεινό προχώλ
σαν ομπρέλα λαϊκής
ύστερα νιώθω να χάνεσαι ξεμακραίνεις άσχημα
γίνεσαι στεριά χρόνος οι ελπίδες μου – τι έπαθες;
τίποτα. Θέλω τσίσα.
*Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα 2024)
Ο Νικόλας Κουτσοδόντης είναι ποιητής και μεταφραστής με καταγωγή από την Άνδρο. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Χαλκομανία (Εντύποις 2017, Θράκα 2024), Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα 2021, β’ έκδοση 2023), Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Θράκα, 2024). Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Κροάτη ποιητή Μάρκο Πόγκατσαρ, Ο συλλέκτης των Κυριακών (Θράκα, 2024), ενώ υπήρξε υπεύθυνος έκδοσης της πρώτης Ανθολογίας Ελληνικής Κουήρ Ποίησης (Θράκα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας, 2023). Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών και του Δικτύου Λογοτεχνών, ενώ τo 2024 εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
*
Άγγελος Μπέρτος
Σπάω τα μπαχαρικά μου στο Grindr
Είμαι χίλιες μέλισσες
Σε κοιτώ
Και μια σφήγκα βλέπω
Βασίλισσα εσύ
(Πιστεύεις πως είσαι)
Έμεινα μόλις μία
Η σεζόν τελείωσε με έλλειψη στο μέλι
Εμεινα με το θυμάρι
Ο κηφήνας όξω
Περιμένει να γονιμοποιήσει και τους δυο μας
Την επερχόμενη άνοιξη
Ο Άγγελος Μπέρτος γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε Κάρπαθο. Το 2025 εκδώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή “Καρπάθια” από τις εκδώσεις Θίνες
*
Δαμιανός Αγραβαράς
Το δικό του ουράνιο τόξο
Βυθίζει το ψαλίδι, αν τον έβλεπε η μητέρα του θα πάθαινε συγκοπή, πρόσεχε πως θα τις σύρεις, μην τυχόν και χαλάσεις την τσάκιση από το σιδέρωμα, ουέ κι αλίμονό σου, ούρλιαζε κάθε φορά που εκείνος τραβούσε τις χοντρές, πράσινες κουρτίνες για να αφήσει το φως του ήλιου να εισβάλλει στο σαλόνι.Τώρα τα παράθυρα του σαλονιού είναι γυμνά, πρώτη φορά μετά από χρόνια, εκείνος κάθεται οκλαδόν στη μέση του δωματίου με ρετάλια και σκισμένα ρούχα γύρω του και καθοδηγεί το ψαλίδι ως την άκρη της κουρτίνας. Δεν χρειάζεται να κόψει πολλά μέτρα πράσινο ύφασμα, μονάχα μια γραμμή. Μόλις σκίζει την τελευταία κλωστή της πράσινης λωρίδας, την αφήνει πάνω στο μικρό τραπεζάκι και συνεχίζει να κομματιάζει ό,τι απέμεινε από τις κουρτίνες σε ακανόνιστα σχήματα, ρόμβοι, κύκλοι, τετράγωνα, σκορπίζονται δεξιά και αριστερά του.
Αποτελειώνει την εκτέλεση των κουρτινών, σηκώνεται, περπατά ως το υπνοδωμάτιο των γονιών του, το κρεβάτι άθικτο από τότε που πέθαναν κι οι δύο, ανοίγει τα φύλλα της ντουλάπας κι επιστρέφει πίσω στο χρόνο, όταν ήταν ακόμη νήπιο και κρυβόταν στα έγκατά της για ώρες,ανάμεσα σε παλτά, φορέματα, κοστούμια και λινά πουκάμισα, τα χάιδευε, έτριβε πάνω τους τη μύτη, τα χέρια και τα μάγουλά του για να κάνει κάθε σπιθαμή του δέρματός του να ποτίσει με ναφθαλίνη και λεβάντα, έμπλεκε και ξέμπλεκε τις γραβάτες του πατέρα του, καμιά φορά φορούσε τα παπούτσια του. Περισσότερο από όλα λάτρευε τα γοβάκια της μητέρας του, έβαζε τις πατούσες του μέσα τους, έκλεινε τα μάτια, χτυπούσε μεταξύ τους τις φτέρνες, ευχόταν να αντιστρέψει το ξόρκι, δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι του σαν τη Ντόροθι -έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε καν ένα μέρος στον κόσμο να το νιώθει σπίτι του – ήλπιζε πως θα δραπέτευε μακριά, στη χώρα του Οζ ή στη χώρα του Ποτέ μαζί με όλα εκείνα τα χαμένα αγόρια και τον κροκόδειλο με το ρολόι στο στομάχι. Τα γοβάκια όμως δεν ήταν κόκκινα μήτε είχαν μαγικές δυνάμεις, άνοιγε τα μάτια και βρισκόταν ακόμα χωμένος στα βάθη της ντουλάπας, άκουγε τα ουρλιαχτά του πατέρα του σαν τον ανακάλυπτε, πάλι ανάμεσα στα ρούχα είσαι, κανόνισε να γίνεις καμιά μοδιστρούλα, βρωμόπαιδο. Τραβά το κίτρινο αδιάβροχο από την κρεμάστρα του κι επιστρέφει στο παρόν, τα μανίκια του έχουν πρασινίσει, βρωμά μούχλα και υγρασία μα δεν τον νοιάζει, εκείνος θέλει απλώς μερικά μέτρα κίτρινο ύφασμα, ίδιο μήκος και πλάτος με την πράσινη λωρίδα.
Συνεχίζει τις ανασκαφές στα σωθικά της ντουλάπας, ξεθάβει το μπλε κοστούμι του πατέρα, μερικές φορές έτυχε να το φορέσει κι ο ίδιος σε γάμους και βαφτίσια, μέχρι να κλείσει τα δεκαοκτώ, έκτοτε κανένας συγγενής δεν τον ξανακάλεσε σε κάποια εκδήλωση, τι να το κάνουμε το ανώμαλο, μουρμούριζαν σαν έγραφαν κι έσβηναν ονόματα στις λίστες. Επιστρέφει στο σαλόνι και λαμβάνει ξανά τη θέση του μπροστά από τον καναπέ. Πρώτα κόβει τα μανίκια, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως λωρίδα του ένα από τα δύο, μα θέλει να πληγώσει αυτό το κοστούμι, σκίζει τον γιακά, παίρνει τον χάρακα και το μολύβι και τραβά δυο γραμμές στην πλάτη του, τόσο φαρδιές όσο η πράσινη λωρίδα. Όταν τελειώνει πετά ό,τι απέμεινε από το ρούχο πάνω στον καναπέ, θα τα ξεφορτωθεί όλα μια και καλή αργότερα, στον κάδο της γωνίας. Σειρά έχει το κίτρινο αδιάβροχο, ακολουθεί την ίδια τακτική, μολυβένιες γραμμές στην πλάτη, φαρδιές όσο το πατρόν του, μερικές ψαλιδιές κι ακόμη μια λωρίδα πάνω στο τραπεζάκι.
Απομένουν τα πιο δύσκολα χρώματα, το κόκκινο, το πορτοκαλί και το μωβ. Είχαν μια πορτοκαλί φλοκάτη στο χολ της εισόδου, επέστρεφε από το σχολείο, οι γονείς του δεν είχαν γυρίσει ακόμη από τις δουλειές τους, πετούσε την σάκα, ξάπλωνε και φανταζόταν πως τα χνούδια της ήταν χιόνι και σχημάτιζε αγγελάκια, κουνώντας χέρια και πόδια πάνω της. Ξετρυπώνει τη φλοκάτη από την συρταριέρα στο παλιό δωμάτιό του, ο πατέρας του το μετέτρεψε σε αποθήκη από τότε που τον πέταξαν από το σπίτι μόλις έκλεισε τα δεκαοχτώ, τράβα στο γεροδιάολο ή ακόμα καλύτερα πέσε από κάνα γκρεμό να ησυχάσεις, του είπε πριν κοπανίσει την εξώπορτα πίσω του, την ίδια ακριβώς εξώπορτα που παραβίασε εκείνος πριν λίγες ώρες για να επιστρέψει στο άδειο σπίτι. Ψαλιδίζει τη φλοκάτη, ξεχωρίζει την πορτοκαλί, χνουδωτή γραμμή, απομένουν η μωβ κι η κόκκινη. Όσο κι αν σπάει το κεφάλι του δεν μπορεί να θυμηθεί αν είχαν ποτέ μωβ ύφασμα στο σπίτι, σκαλίζει συρτάρια και ντουλάπια, ξεδιπλώνει τραπεζομάντηλα και κουβέρτες ώσπου ξετρυπώνει μερικά σεντόνια με μεγάλα, μωβ λουλούδια, δεν είναι ακριβώς αυτό που ήθελα μα τη δουλειά τους θα την κάνουν, σκέφτεται καθώς το ψαλίδι αρχίζει να μασουλά ίνες και κλωστές. Για το τέλος άφησε το λαμέ, κόκκινο φόρεμα της αδερφής του, συνήθιζε να το φορά στις επίσημες εξόδους της τα Σάββατα, κρέμεται ακόμα σε ειδική θήκη, στη ντουλάπα του παλιού της υπνοδωματίου. Πάνε χρόνια από τότε που πέρασε το κατώφλι του δωματίου της, σίγουρα λιγότερα από όσα πέρασαν όταν μιλήσανε για τελευταία φορά, δηλαδή εσύ μπορεί να γουστάρεις τον ίδιο γκόμενο με εμένα, τον ρώτησε, σούφρωσε τη μύτη και ζάρωσε το μέτωπο λες και της σέρβιραν σκατά μπροστά στη μούρη μόλις της εξομολογήθηκε το μεγάλο μυστικό. Άλλη φορά δεν της είπε το παραμικρό, έμαθε να κρατά κάθε σκέψη αμπαρωμένη μέσα του, ώσπου μια μέρα αποφάσισε πως θα αγκάλιαζε τον εαυτό του, χωρίς να τον ενδιαφέρει τι θα μουρμούριζαν πίσω από την πλάτη του.
Η τραχιά επιφάνεια του υφάσματος με τις πούλιες και τις λαμέ κλωστές γδέρνει τα δάχτυλά του καθώς ολοκληρώνει το κόψιμο της κόκκινης λωρίδας. Ξετρυπώνει την ραπτομηχανή της γιαγιάς από την κρυστάλλινη βιτρίνα, τη βάζει στην πρίζα και εκείνη μουγκρίζει σαν να ξυπνά από λήθαργο. Φέρνει τις χρωματιστές υφασμάτινες γραμμές στο βελόνι της, ξεκινά να τις γαζώνει, πρώτα το κόκκινο με το πορτοκαλί, έπειτα το κίτρινο, το πράσινο, το μπλε και τελευταίο το λευκό με τα μωβ λουλούδια. Ολοκληρώνει το ράψιμο και ανοίγει μπροστά του την σημαία, την απλώνει πάνω στον καναπέ και μένει να την παρατηρεί. Τα υφάσματα της μοιάζουν παράταιρα, ρετάλια διαφορετικής υφής και ύλης μα δεν πτοείται, τυλίγει το δικό του ουράνιο τόξο γύρω από τους ώμους, χαμογελά, βγαίνει από το έρημο σπίτι, κοπανά την πόρτα πίσω του, τρέχει να προλάβει τους φίλους και το αγόρι του πριν ξεκινήσει η πολύχρωμη παρέλαση.
Ο Δαμιανός Αγραβαράς γεννήθηκε το 1996 στον Πειραιά. Είναι ιστορικός, κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία και Ιστορία της Τέχνης» από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον την πολιτιστική ιστορία του 20ου αιώνα. Από τον Οκτώβριο του 2021 εργάζεται στο Αρχείο της ΕΡΤ. Ασχολείται με την πεζογραφία και τη θεατρική γραφή. Το 2015 συμμετείχε στο πρώτο στούντιο συγγραφής θεατρικού έργου του Εθνικού Θεάτρου και το 2016 πήρε μέρος στο πρώτο Εργαστήριο Νέων Θεατρικών Συγγραφέων του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης». Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (Χάρτης, Θράκα, σαλιγκάρι,CultureBook, Περί Ου, Fractal). Η συλλογή διηγημάτων του «Πέτα μακριά, Πέπε» (2023) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συρτάρι και από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και η πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Ρίγκελ» (2025).
*
Σοφία Γουργουλιάνη
Η χοντρή και η λιγνή
Είμαι γυναίκα σημαίνει
Μπορώ να
Κυοφορήσω 2 μήτρες
Σώμα κλαράκι
Η Ωραία Ελένη δεν κατουράει ποτέ σε κοινή θέα
Οφσάιντ σημαίνει
Κέικ καρότου
Η μαμά λέει με καταλαβαίνει
Η γυναίκα είναι το ωραίο φύλλο
Εγώ χώνω τη μύτη μου σε χοντρούς κώλους και αναδιπλούμενες σάρκες
Η Χοντρή και η Λιγνή
Βάζελος και Γαύρος σ’ άνευ όρων αγκαλιά
Μπρα ντε φερ δεν έχει
Συντονίζουμε τα αίματα της σάρκας μας
Τα πετάμε στον αέρα
Επιστρέφουν πάντα
Μπάλες σάρκινες στα χέρια μας
Κεριά αναμμένα
Σπίτια που πέφτουν ή που τα ρίξαμε
Κόκκινο χιόνι
Ένας σαργός στη μέση του δρόμου
Δεν είναι μόνο αγάπη.
Είναι η καλύτερη μου φίλη.
Απόφοιτος Νομικής με διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Σεναριογράφος 2 ταινιών μικρού μήκους, «Ιστορίες για ΧΩΡΙΣ ανθρώπους» σε σκηνοθεσία Νικόλα Μακρή, 2020 και «Θεσσαλία Χ4» σε σκηνοθεσία Νάλιας Ζήκου, 2021. Το θεατρικό της «FAKE NEWS» παρουσιάστηκε σε ραδιοσκηνοθεσία Κυριακής Σπανού από το Θεσσαλικό Θέατρο το 2021. Το θεατρικό της έργο «IN MY HEAD» σε μορφή ποντκαστ επιλέχτηκε στο διαγωνιστικό τμήμα ποντκαστ του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2021 σε ραδιο-σκηνοθεσία Νάλιας Ζήκου. Το θεατρικό της έργο «Ο ΜΠΑΜΠΑΣ» έλαβε ειδική μνεία στο διαγωνιστικό τμήμα ποντκαστ του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2022. Συγγραφέας των κειμένων για την περφόρμανς «CATCH 1922» σε σκηνοθεσία Αθηνάς Χατζηαθανασίου στο πλαίσιο του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» 2022. Συγγραφέας του θεατρικού έργου «CELE-BODY» παρουσιάστηκε στο OFF-OFF FESTIVAL 14 και 15 Ιουνίου 2023 και θα παρουσιαστεί στο θεατρικό χώρο «Κάμιρος» τον Μάιο του 2024 σε σκηνοθεσία Νάλιας Ζήκου. Συγγραφέας του θεατρικού έργου «Άτιτλο» που παρουσιάστηκε στο ADAPT FESTIVAL 3 τον Ιούνιο του 2023 με τον τίτλο «The healing process is over» σε σκηνοθεσία Νάλιας Ζήκου και θα παρουσιαστεί στο θεατρικό χώρο “Στούντιο» στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2024. Το θεατρικό της έργο «Η Εποχή του Κυνηγιού» παρουσιάστηκε στο BIOS τον Νοέμβριο του 2023 σε σκηνοθεσία Αθηνάς Χατζηαθανασίου. Συμμετοχή σε 2 συγγραφικές περφόρμανς «Νεκρικά Αντικείμενα», «Ιστορικά Αντικείμενα» στο θέατρο ΜΠΙΠ το 2019. Το θεατρικό «Το τέλος της θεραπείας» (2024) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Θράκα.
*
Ζωή Χατζηγεωργίου
Προσωρινά ( τα ) πάντα.
Οι ξεδοντιασμένες κατασκηνώσεις ορθώνονταν αμήχανα. Όταν χτίστηκαν, ο
τόπος ήταν εξοχή. Τώρα είναι είσοδος θέρετρου και θα είχαν εκτελεστεί από
χρόνια, αν η απόφαση δεν σκάλωνε σε αντικρουόμενες απόψεις. Κάποιοι
οραματίζονταν ίαση και παιδιά να παίζουν τα καλοκαίρια, άλλοι
αναρωτιούνταν πότε θα κλείσει η αισθητική πληγή που κακοφόρμιζε.
Τρεις χειμώνες είχε περάσει ο Τρύφωνας εκεί. Τα παραθεριστικά μέρη πέφτουν
σε χειμερία νάρκη και το κουφάρι της γραμματείας, στην είσοδο των
εγκαταστάσεων, φάνταζε παλατάκι για έναν άστεγο που δεν γούσταρε
μεσοβέζικες κοινωνικές δομές και ψευτοφιλανθρωπίες. Ευτυχώς είχε βρει
εκείνη την τρύπα στην περίφραξη.
Ήταν πια τέλη Οκτώβρη και ώρα να εγκαταλείψει την πλατεία με τις κακαβιές
και το σιντριβάνι που την πέρναγε τα καλοκαίρια. Μάζεψε τα λιγοστά
πράγματά του, συγκέντρωσε τα ψιλά που χρειαζόταν και πήρε το ΚΤΕΛ. Η
στάση λεγόταν «Κύματα», μα εκείνος κατέβηκε στο βενζινάδικο. Ο ιδιοκτήτης
φύλαγε στην αποθήκη τα “χειμωνιάτικα” του και κανένα πενηντάευρο ανάμεσά
τους. Κανένας τους ποτέ δεν το ανέφερε.
Πλησιάζοντας στο σπιτάκι, του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Οι πευκοβελόνες,
παραμερισμένες, σχημάτιζαν μονοπάτι. Ήταν φανερό πως ο φράκτης είχε
παραβιαστεί κι από άλλην εισβολή. Δεν ήξερε αν ένιωθε φόβο, δυσαρέσκεια ή
κάποια ελπίδα. Η ταχυπαλμία πάντως —το έδαφος ήταν ανηφορικό—
δυνάμωσε επικίνδυνα όταν ακούστηκαν γαβγίσματα κι ένα σκυλί πετάχτηκε
έξαλλο.
Ο Τίκο έκανε μεγάλη φασαρία για το μέγεθός του, αλλά μαζεύτηκε
χωλαίνοντας, με ύφος ένοχο, στα πόδια της Σαλώμης, μόλις εκείνη του φώναξε:
— Τίκο, έλα εδώ! Σιγά, βρε μάτσο άντρα, τον τόπο θα φας!
Ύστερα γύρισε προς τον Τρύφωνα, που είχε παγώσει:
— Άκακος είναι. Πέρνα μέσα, έχω τσάι να στανιάρεις.
Το σπιτάκι κατειλημμένο και αγνώριστο. Πάγκος, καμινέτο, δυο-τρία
κουζινικά. Ράντζο στη γωνία και χαρτόκουτο με κουρέλια για το σκυλί.
— Λοιπόν, φίλος, άκου πώς έχει η φάση. Το τσαρδί το σένιαρα και δεν κουνάω
ρούπι. Πιες το τσαγάκι σου και γεια χαραντάν. Καλά να είμαστε και χάρηκα.
Ο Τρύφωνας ήταν ακόμη άφωνος. Κοίταζε το μακρύ, ακαζού, ξέθωρο μαλλί, το
αξύριστο πρόσωπο, το λαμέ κολάν και τις λαστιχένιες γαλότσες, νούμερο 44
τουλάχιστον. Ο Τίκο είχε πια αράξει στη γωνιά του, και τότε πρόσεξε πως
φόραγε κόκκινο περιλαίμιο που έγραφε: ΑΡΓΟΣ.
— Τι κοιτάς, ρε μπάρμπα; Δεν έχεις ξαναδεί τρανς από κοντά, ε; Μη φοβάσαι,
δεν κολλάει! Άντε τώρα σιγά-σιγά…
— Συγγνώμη, είπε ο Τρύφωνας και σηκώθηκε. Δεν ήθελα να ενοχλήσω.
— Ώπα, ώπα ντε. Μια κουβέντα είπαμε, κάτσε να κουλάρεις. Είμαι και
ψυχοπονιάρα. Δώσ’ μου καλούς τρόπους και “thanks” και “please” και να γίνω
βούτυρο για διαφήμιση. Κάνε τσαμπουκάδες και στα ’βγαλα τα μάτια.
Σαλώμη με λένε, καλλιτέχνης. Κι αυτός είναι ο Τίκο, που ήταν κάποτε
“Αργός”. Όνομα να σου πετύχει! Εντάξει, είναι λίγο κουτσό το μανάρι μου,
αλλά αν είχε, δηλαδή, πρόβλημα με το μάτι, θα τον έλεγαν “Γκαβό”;
Μορφωμένοι ανθρώποι, σου λέει! Δεν φτάνει που τον πέταξαν…
Εγώ που λες, δούλευα στα μαγαζιά της περιοχής. Τραγούδι και τα λοιπά…
Έσκασε όμως ο κορονοϊός και πάνε τα μεγαλεία. Εμένανε που με βλέπεις, δυο
ντουλάπες ρούχα έχω! Είχα δηλ. Πριν με πετάξουν έξω απ’ το σπίτι. Δεύτερο
χειμώνα πώς να τον περάσω… Τα έτοιμα σώθηκαν, το επάγγελμα ένσημα δεν
έχει, και να ‘μαι η καλή σου για χειμερινό τουρισμό. Κανένα εξτραδάκι από δω,
κανένα τυχερό από κει. Με πιάνεις. Προσωρινά πάντα.
— Εγώ είμαι ο Τρύφωνας και πέρασα εδώ τους τρεις τελευταίους χειμώνες, μα
δεν έχω και τίτλους ιδιοκτησίας. Θέλω να πω, αφού ήρθα δεύτερος, εγώ πρέπει
να φύγω.
Πήγε πάλι να σηκωθεί, και αυτή τη φορά ήταν ο Τίκο που τον εμπόδισε,
μπλέκοντας στα πόδια του και κάνοντας χαρές.
— Ξηγημένος είσαι λοιπόν. Ξέρουν τα σκυλιά. Για πες παρακάτω. Σα να λέμε
χρόνια στο δρόμο;
— Ου! Δε μετράω πια. Κάποια στιγμή, στην κρίση, έχασα τη δουλειά, μετά το
σπίτι, το αυτοκίνητο, φίλους και σχέση. Ήμουν πενήντα δύο χρονών.
Επενδυτικός σύμβουλος με περγαμηνές. Με πτυχίο οικονομολόγου, με
πιστοποίηση από την Τράπεζα Ελλάδος και χωρίς πελάτες να συμβουλέψω.
Ούτε για σερβιτόρο δεν με παίρνανε, στη λάντζα δεν τα κατάφερνα… Δεν
βαριέσαι, μια χαρά επιβίωσα. Δουλειές του ποδαριού, διαστήματα σε φτηνά
ξενοδοχεία, πάλι δρόμος. Με τον κορονοϊό, μόνο δρόμος…
Πέρασε λίγη ώρα βουβοί —οι δύο δηλαδή απ’ τους τρεις αστέγους— γιατί ο
Τίκο, λες και παραπονιόταν που δεν μπορούσε να πει τη δική του ιστορία,
βάλθηκε να γρυλίζει. Θα θυμόταν την οικογένειά του —ίσως ήταν δώρο σε
παιδί—, πώς έσπασε το πόδι και δεν έγιανε, τη μέρα που τον άφησαν στο
πεζοδρόμιο και δεν γύρισαν ποτέ.
Κάποια στιγμή βγήκε έξω, γύρισε με ένα κλαρί στο στόμα, που το άφηνε μια
στα πόδια του ενός, μια του άλλου, μέχρι που σηκώθηκαν και βγήκαν μαζί του.
— Πάει, τελείωσε, είπε η Σαλώμη. Θα μείνεις μαζί μας. Τι δυο, τι τρεις. Στο
κάτω-κάτω, αν ζει ο πατέρας μου, την ηλικία σου θα έχει. Πες πως τον βρήκα
στο διάβα μου, τυχαία. Δεν του έμοιασα να πετάω ανθρώπους στα σοκάκια!
Δεκαεπτά χρονών ήμουν όταν μου έκλεισε την πόρτα. Ούτε στα παρακάλια της
μάνας μου δεν λύγισε. Θα τη βγάλουμε κι εφέτος και θα γυρίσει που λένε ο
τροχός. Θα βρούμε κι ένα ράντσο ακόμα…
— Προσωρινά πάντα! γέλασε ο Τρύφωνας με ανακούφιση.
Η υγρασία περονιάζει άσχημα στα παραθαλάσσια μέρη, μα ένας τενεκές
κάρβουνα και λίγη παρέα λύνει το πρόβλημα στο φθινόπωρο που δεν έχει
κεραμίδι. Το δύσκολο είναι ο άπορος χειμώνας. Όμως η ελπίδα είναι δωρεάν, κι
ο καθένας μπορούσε να την κρατήσει αντίδωρο: οι ξεπεσμένοι μικρομεσαίοι, οι
κουήρ καλλιτέχνες και βέβαια οι σκύλοι-φύλακες. Μέχρι να γυρίσει, όπως λέει
και η Σαλώμη, ο τροχός…
Η Ζωή Χατζηγεωργίου γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Σπούδασε Ελληνική
Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στον
τραπεζικό τομέα. Ασχολείται με την ποίηση και το διήγημα. Κείμενά της έχουν
δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα Έννεπε Μούσα,
Περί ου, Fractal και Υδράνη.
Έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, μεταξύ των οποίων το βραβείο
διηγήματος από τον Ιανό (2023), καθώς και τα α’ και β’ βραβεία στον
διαγωνισμό «Κούρος Ευρωπού» (2022, 2021).
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Άνω Τελεία: Απόντες
του Μεθοδευμένου (2022) και Εκχώρηση Αρμοδιοτήτων (2024).
*
Δημήτρης Φούτσιας
Στιγμιότυπο
Καθισμένοι στον κήπο
υγρό το χώμα.
Τι είναι αυτό που μας έφερε ως εδώ;
Μια μπουκιά κρουασάν
μια ρουφηξιά καφέ
και ευτυχώς δεν κάπνισες.
Ο ήλιος λες ραδιενεργός
και το σιθρού μπλουζάκι σου
αποκαλύπτει το παιδικό σου στήθος.
Πως είναι όταν ξαφνικά ο σφυγμός αυξάνει;
Σαν να δαγκώνεις τον λαιμό
σαν να ‘ναι ένα μήλο;
Σαν να μασάς το αυτί
όπως όταν πέφτει ένα φύλο;
Αγριεμένοι ανάπηροι
και το άρωμα του ονείρου
ανάμεσα μας στέκονται.
Γνώριμοι γνωστοί
που μας ενώνουν από παλιά.
Και μια Αφροδίτη διπλή στον λέοντα
με το πέπλο της να μας σκεπάζει.
Μια φωτογραφία που κανείς δεν τράβηξε
δύο άντρες λαβωμένοι στο γρασίδι.
Ο Δημήτρης Φούτσιας γεννήθηκε στην Αθήνα, είναι θεατρικός συγγραφέας σκηνοθέτης και εμψυχωτής δημιουργικής γραφής και θεατρικών ομάδων. Τα έργα του έχουν βραβευτεί και έχουν ανέβει σε Ελλάδα και εξωτερικό. Το θεατρικό του έργο «η Άννα από ψηλά» βραβεύτηκε στον 3ο πανελλήνιο διαγωνισμό θεατρικού μονολόγου του δήμου Αγρινίου (2024). Το έργο, «Το Χιόνι στα Δόντια μου» (Εκδόσεις Άπαρσις, 2022) παρουσιάστηκε στο θέατρο Vault (2022), σε φεστιβάλ Θεατρικών Έργων στην Οξφόρδη (2023) και στο Ελληνικό Κέντρο στο Λονδίνο (2023). Το έργο «Meatball» (Κάπα Εκδοτική, 2020) ανέβηκε στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη (2019), στο θέατρο Αλίκη (2020), στη θέατρο Αθήναιον Θεσσαλονίκης (2023 – 25) και στην Κύπρο, θέατρο ΕΘΑΛ (2023 – 24). Το διήγημα του «Νυχτερινή Βάρδια» βραβεύτηκε και περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Δύο» (Εκδόσεις Ιανός, 2023). Ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας «Plasters» σκηνοθέτησε τρία θεατρικά του έργα, «Ριγκολιός το ταξίδι μιας ρίγας», «Ευχαριστήριος λόγος», «Patrocluss anatomy». Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Ικαρίας «Με τα δικά μου φτερά» (2023 – 24).
*
Εύη Λαμπροπούλου
Φριτς και Καρλ
Οι τουαλέτες είναι τίγκα, σε καθεμιά δύο που πηδιούνται ή χαμουρεύονται ή γίνονται.
Κατουριέμαι πολύ. Και η δίμετρη ξανθιά κατουριέται πολύ.
Η δίμετρη ξανθιά πλησιάζει, σηκώνει το πόδι, κάνει την αντίντας κοντή φούστα της στην άκρη, και κατουράει στον νεροχύτη, ένα κίτρινο ρυάκι κυλάει και σβήνει εμπρός μου. Ζήλεψα μια πανύψηλη Γερμανίδα. Που έφτανε να κατουρήσει στον νεροχύτη όρθια, σαν άντρας.
Θα ‘θελα να ‘μαιθάλασσα. Να βάλω το χέρι μου στο ρυάκι της. Στην πηγή του. Αλλά δε με κοίταξε.
Και το δικό μου ρυάκι θέλει να βγει. Αλλά.
Δεν είμαι δίμετρη. Είμαι ένα εξήντα. Οπότε ανοίγω μια πόρτα, μέσα δυο αγόρια που φιλιούνται. Μπαίνω απελπισμένη, με συγχωρείτε, συγνώμη, κάνουν ελαφρά στην άκρη να χωρέσω, χώνομαι ανάμεσά τους. Νιώθω ασφαλής να κατεβάσω το παντελόνι μου. Το κατεβάζω και κατουράω στην ψύχρα. Ανάμεσά τους. Ένα μακρύ ρυάκι. Μου δίνουν ένα χαρτομάντιλο. Το χρησιμοποιώ. Ανεβάζω το παντελόνι και κάθομαι στην αγκαλιά του ενός, σκύβω στο στήθος του και λέω, “Πω πω, πήρα κάτι και έχω πέσει πολύ”.
Μου χαϊδολογάν τα μαλλιά εναλλάξ, στερεοφωνικά, τρυφερά. Ω, η ζεστασιά της αγκαλιάς!
“Μην ανησυχείς χρυσό μου θα σ’ ανεβάσουμε εμείς. Πάρε λίγη αγάπη. Μια γουλιά από αυτό το μπουκαλάκι. Κι ένα χάπι.” Πάρε λίγη αγάπη/ κι ένα κάτι. Η ευγενική ναρκοσύνη των ξένων. Η γερμανική καλοσύνη του εμ ντι. Εμ τι; Το καταπίνω χωρίς να ξέρω τι.
“Από πού είσαι;”
“Ελλάδα.”
“Έχουμε πάει Σαντορίνη”, λένε.
‘Μαζί;”
“Ναι.” κοιτάζονται γλυκά.
“Πώς ήταν;”
“Fantastische! Το ηλιοβασίλεμα. Τα κλαμπ, τα αγόρια. Το πιο ωραίο μέρος στον κόσμο”, λένε για το πιο ανυπόφορο νησί της Ελλάδας.
Προτιμώ Ανάφη. Αλλά δε θέλω νατην κατακλύσουν Ούνοι. Θα την ανακαλύψουν. Όταν είναι έτοιμοι γι’ αυτήν.
Είναι είκοσι χρονώ και μου χαμογελάνε. Δεν τους διέκοψα, δεν τους ενοχλώ, χωράω ανάμεσά τους. Το ότι μου κάναν χώρο να χωρέσω. Μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.
Είναι κάτι.
Το κάτι με ανέβασε ομαλά, με πήγε κάπου καλά, τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα, μπουμ, νιώθω σα να κοιμήθηκα ώρες. Αράζω λίγο ακόμα πάνω τους. Τους φιλάω στα μάγουλα, μαθαίνω τα ονόματά τους, Καρλ και Φριτς, Φριτς και Καρλ.
“Ιχλίμπεντιχ Φριτς και Καρλ, Καρλ και Φριτς. Να πάτε και στην Ανάφη”, λέω και φεύγω.
Νιώθω τόσο φρέσκια, πάω μπροστά στα σαμπ, η τέκνο λούζει το πρόσωπό μου όπως ο ήλιος της Ανάφης τον Αύγουστο. Μπασοχαμηλές συχνότητες με δονούν γλυκά. Μια μπασοχαμηλή ευτυχία με κυκλώνει. Στο Μπερλίν.
Βρήκα λίγη Ανάφη.
* Απόσπασμα από το νέο μυθιστόρημα της Εύης Λαμπροπούλου, ‘Μπερλίν Προλέτ ’, που βρίσκεται σε στάδιο επιμέλειας.
Η Εύη Λαμπροπούλου έχει γράψει τα μυθιστορήματα ‘Χάπι Λου’ (Οξύ, Κέδρος), ‘Σχεδόν Σούπερ’ και ‘Όλα τα μήλα’ (Κέδρος). Το πρότζεκτ HEART, NOT SHOES! Πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί ολούθε. Αρθρογραφεί για πράγματα που την καίνε. Πήρε βραβεία διηγήματος.
*














