22η Μάρτη: Γυναίκες επί σκηνής 2: Αναλόγια
Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία
Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργανώνουν και φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».
Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».
Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.
Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοίμασαν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:
Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα έχει συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα, κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία. Το αφιέρωμα χωρίζεται μέρη που δημοσιεύτηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και η δημοσίευσή τους θα συνεχιστεί ως το τέλος του Μαρτίου.
Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.
Αφότου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της 8ης Μαρτίου, σειρά έχει επίσης μια ειδική εκδήλωση με θεατρικά Αναλόγια στο Αλτάι (Θεμιστοκλέους 65, Εξάρχεια), στις 22 Μαρτίου στις 19:00. Συμμετέχουσες: Μαρία Κανδυλιώτη, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ειρήνη Νομικού και Ελένη Γούλα. Τον συντονισμό της εκδήλωσης έχει αναλάβει η Πέννυ Μηλιά.
Όπως και στην εκδήλωση της 8ης Μαρτίου, θα υπάρχει αλληλέγγυο παζάρι βιβλίων, με το 50% των εσόδων να προσφέρεται στο καταφύγιο για κακοποιημένες γυναίκες που λειτουργεί το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης. Με την παρουσία και τη στήριξή σας, ενισχύουμε μαζί αυτό το πολύτιμο έργο.
Ως αυτή τη στιγμή, έχουμε δημοσιεύσει: πρώτο άρθρο (έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου) το δεύτερο άρθρο (έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά), το τρίτο άρθρο, (έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη), και το τέταρτο άρθρο (έργα των: Αλέκα Πλακονούρη, Αντιγόνη Πανταζή, Ειρήνη Νομικού, Όλγα Μπακοπούλου, Βασιλική Παππά).
Στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Μαρία Κανδυλιώτη, Δημήτρης Φούτσιας, Amélie Hamlet Medusa, Μαρία Σκαφιδά, Αναστασία Καραογλάνη, Ελένη Γούλα, Μαρία (Μαρίζα) Τζούνη
Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.
Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π.

Μαρία Κανδυλιώτη
Η ντροπή μιας γυναίκας
Είναι 7 το απόγευμα μιας Τρίτης ενός Οκτώβρη. Μία γυναίκα είναι καθισμένη στην κάτω μεριά του κρεβατιού ενός ιδιαίτερα περιποιημένου υπνοδωματίου με τους αγκώνες στα γόνατα και το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Μπροστά της βρίσκεται ένας στρογγυλός καθρέφτης στον οποίο ανά διαστήματα κοιτάζει το είδωλό της. Τα μάτια της είναι κόκκινα και προδίδουν βραδινή αυπνία. Τα μαλλιά της είναι αχτένιστα. Είναι νευρική και ανήσυχη. Δίπλα στον καθρέφτη υπάρχει μία κούκλα ραπτικής, οικογενειακό κειμήλιο από την γιαγιά της που ήταν ράφτρα. Η κούκλα φοράει ένα κορμάκι από αυτά που βρίσκει κανείς σε καταστήματα με ερωτικά βοηθήματα. Είναι ένα μαύρο κορμάκι διχτυωτό που αφήνει ακάλυπτο το στήθος, ενώ το εφηβαίο και η κλειτορίδα είναι καλυμμένα με μία σειρά από πέρλες.
Κάποια στιγμή που η γυναίκα είναι σκυμμένη ανάμεσα στα χέρια της εμφανίζεται στο δωμάτιο μία αλεπού. Μπαίνει στο χώρο με αργή κίνηση και ύφος διερευνητικό και προκλητικό. Περιεργάζεται την γυναίκα περπατώντας μπροστά της από την μία άκρη του κρεβατιού στην άλλη και αντίστροφα. Η γυναίκα αντιλαμβάνεται την παρουσία της και σηκώνει τα μάτια της. Προς στιγμήν ξαφνιάζεται αλλά επανέρχεται γρήγορα και τα μάτια της παίρνουν μια ακόμη περισσότερο θλιμμένη όψη.
Γυναίκα: Εσύ;
Αλεπού: Ναι, εγώ (αδιάφορα)
Γυναίκα: Είχες καιρό να εμφανιστείς (ήρεμα, σαν να γνωρίζει την απάντηση)
Αλεπού: Είχες καιρό να με καλέσεις (προκλητικά, γνωρίζοντας ότι η γυναίκα αυτό περίμενε να ακούσει)
Σιωπή.
(Κοιτάζονται στα μάτια, η γυναίκα κάθεται τώρα με ίσια την πλάτη και τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα έτοιμη να δεχθεί ερωτήσεις, ενώ η αλεπού συνεχίζει τα πηγαινοέρχεται πάνω κάτω)
Αλεπού: Τι έχεις; (Συνεχίζει να είναι αδιάφορη, προκλητική και πλέον ειρωνική)
Γυναίκα: Πήρα τον πρώτο μου πρωταγωνιστικό ρόλο (Απαντάει σαν να έχει απέναντί της έναν συνομιλητή που δείχνει αληθινό ενδιαφέρον για την κουβέντα τους)
Αλεπού: Και δεν χαίρεσαι;
Γυναίκα: Αν τον δεχτώ πρέπει να φορέσω αυτό (Δείχνει με το βλέμμα της την κούκλα)
Αλεπού: Τι είναι αυτό;
Γυναίκα: Δε βλέπεις;
Αλεπού: Βλέπω μόνο εσένα (Της κλείνει αμυδρά και πονηρά το μάτι)
Σιωπή.
Αλεπού: Λοιπόν! Θα μου πεις;
Γυναίκα: (ξεφυσάει που πρέπει να υποβάλει τον εαυτό της σε αυτό τον εξευτελισμό, παίρνει μια βαθιά ανάσα και απαντάει) Μου πρότειναν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα εξαιρετικό έργο ενός κορυφαίου θεατρικού συγγραφέα. Η Ντροπή μιας Γυναίκας. (όταν αναφέρει το έργο τα μάτια της πετούν σπίθες από τον ενθουσιασμό, προς στιγμήν ξεχνάει σε ποιον μιλάει και συνεχίζει με πάθος) Μιας γυναίκας που είναι όλες οι γυναίκες που έχω γνωρίσει και θαυμάσει στη ζωή μου. Και χωρίς καν να περάσω από οντισιόν.
Αλεπού: Μμμ..ακούγεται εξαιρετικό (δείχνει ενδιαφέρον χωρίς να χάνει την ειρωνική της διάθεση)
Γυναίκα: Είναι. Κανονικά αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είμαι τρελή από χαρά (Συνεχίζει να απαντάει με αφέλεια και ειλικρίνεια)
Αλεπού: Και δεν είσαι;
Γυναίκα: Όχι
Αλεπού: Γιατί;
Γυναίκα: Γιατί στην παράσταση πρέπει να φορέσω αυτό το έκτρωμα.
Αλεπού: Τι είναι αυτό το έκτρωμα;
Γυναίκα: Είναι ένα ολόσωμο κορμάκι από αυτά του σεξ, που αφήνει ακάλυπτο το στήθος και έχει πέρλες κάτω…(σταματάει απότομα την κουβέντα, χάνει όλο το πάθος που την είχε καταβάλει νωρίτερα και δείχνει να θυμώνει με τον εαυτό της που πήρε στα σοβαρά αυτήν την ιστορία με τον ρόλο)
Η αλεπού προκαλεί με το βλέμμα την γυναίκα να συνεχίσει.
Γυναίκα: Μετά από τόσα χρόνια σε αυτή τη δουλειά με τρίτους και τέταρτους ρόλους σε έργα που μετά βίας συγκέντρωναν τις καλές μέρες περισσότερους από 20 θεατές μου δίνεται η ευκαιρία να γίνω Π Ρ Ω Τ Α Γ Ω Ν Ι Σ Τ Ρ Ι Α (συλλαβίζει τη λέξη με έμφαση και συνεχίζει εκνευρισμένη). Και αν δεχτώ το ρόλο πρέπει να εμφανιστώ με αυτό (δείχνει το κορμάκι υποτιμητικά με το χέρι της)
Αλεπού: Και; (Την προκαλεί να συνεχίσει)
Γυναίκα: Μα μετά από τόσα χρόνια καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Θα έρθει να με δει τόσος κόσμος. Θα περιμένουν να με δουν στον ρόλο της ζωής μου (έχει σηκωθεί από το κρεβάτι και βηματίζει πάνω κάτω ενώ μιλάει πιο δυνατά από πριν)
Αλεπού: Και;
Γυναίκα: Τι και; Θα με δουν με αυτό. Θα με δουν γυμνή (μόλις το ξεστομίζει και φτιάχνει την εικόνα στο μυαλό της τρομάζει)
Αλεπού: Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω που είναι το πρόβλημα;
Γυναίκα: Μα είμαι μεγάλη πια (σαν να δηλώνει το αυτονόητο)
Αλεπού: Μα γι’ αυτό δε σε διάλεξαν; (στο ίδιο ύφος με τη γυναίκα)
Γυναίκα: Τι θα πουν; Τι θα σκεφτούν; Πως θα εμφανιστώ ξανά μπροστά τους;
Αλεπού: Μα ποιον ντρέπεσαι;
Γυναίκα: (κοιτάζει στον καθρέφτη, αφήνεται εξαντλημένη στην άκρη του κρεβατιού και ψιθυρίζει κοιτώντας χαμηλά) Εμένα.
Δημήτρης Φούτσιας
Η Άννα από ψηλά
Στη σκηνή η Άννα, μοιάζει γύρω στα σαράντα, σύννεφα πίσω της και μπροστά στο σώμα της, φαίνεται σαν να πετάει…
ΑΝΝΑ: …Και έτσι συνέχιζα για καιρό ώσπου σαραντάρισα. Δεν γίνεται να κάνω για πάντα την ενζενί θα μου δώσουν σοβαρότερους ρόλους, σκέφτομαι. Όμως ερχόντουσαν όλο κάτι περίεργα σενάρια, πήγαινα και έλεγα, «θα κάνω τη νεαρή φοιτήτρια; Γιατί μου το δώσατε αυτό;». – Όχι, η μητέρα της είστε. – Μα κάποιο λάθος έγινε, αυτή σε μια σκηνή μόνο παίζει και ύστερα πεθαίνει. Δεν είχα πρόβλημα βλέπετε να κάνω τη μητέρα αλλά σε μια σκηνή μόνο; Ή ενζενί δηλαδή, σε όλη την ταινία ή ωριμότερη σε μια μοναχά μικρή σκηνή; Ήταν μπουνιά στο στομάχι. Και τώρα τι κάνω σκέφτομαι; Είμαι σαράντα χρονών και δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο.
Κλείνομαι μες στο σπίτι μου για μήνες. Έχω πιάσει τέλμα, είμαι στα μαύρα μου τα χάλια. «Μήπως έπρεπε να πάρω τον ρόλο και ας εμφανίζομαι μόνο δυο λεπτά με πέντε ατάκες; Μήπως έπρεπε να είχα τραβήξει τελικά άλλον δρόμο; Μήπως είναι η ώρα για αλλαγή καριέρας και να σπουδάσω τώρα κάτι;». Το μυαλό μου πάει να σπάσει. Τότε μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο, είναι η Ντέμη. Αχ, η Ντέμη είναι μια φίλη μου που μένει στην Αγγλία. Από τα είκοσι δύο πήγε εκεί, φοιτήτρια ψυχολογίας. Ποτέ δεν τέλειωσε γιατί παντρεύτηκε… Έναν κροίσο. Της λέω, «Ντέμη, άσε με δεν είμαι καλά, δεν μπορώ να μιλήσω». – Εγώ είμαι χειρότερα για αυτό θα μ’ ακούσεις. – Τι έχεις; υγεία; Μην με τρομάζεις. – Δεν με αφήνουν οι γείτονες να φτιάξω πισίνα. – Πας καλά παιδάκι μου και με κοψοχόλιασες; – Μα να μην μου επιτρέπουν άδεια για πενήντα μέτρων πισίνα; Πες μου τα δικά σου να ξεχαστώ. Της τα λέω και μου λέει, «είσαι χαζή, σου κλείνω εισιτήριο για Λονδίνο να πάμε στον δικό μου». – Ποιον δικό σου; – Τον Ντόκτορ Χιφ, τον καλύτερο στις αισθητικές επεμβάσεις. Παίρνω το αεροπλάνο και βρίσκομαι στο πι κε φι στο Λονδίνο, στην Πάντινγκτον στριτ, στο υπερλούξ ιατρείο του Ντόκτορ Χιφ. Μου τραβάει τρεις – πέντε ενεσούλες, αυτό ήταν. Πραγματικά αναζωογονήθηκα. Κάπως έτσι λοιπόν, επέστρεψαν οι ρόλοι και τα βραβεία και τα πάρτι και εγώ πάλι στην πρώτη γραμμή, πάλι πρωταγωνίστρια! (ακούγονται πυροβολισμοί, κοιτάει κάτω)
Καλέ μην πυροβολείτε, καλέ δεν είμαι μπεκάτσα, ούτε πέρδικα. Αχ, πως βρέθηκα σε αυτά τα δάση, άνεμε να χαρείς, φύσα με πάλι προς στην πόλη… Καλέ θα με σκοτώσουν, ανάθεμα σας τρισκατάρατοι κυνηγοί… Ουφ, ευτυχώς φυσάει, ξέφυγα… Μα που πάω πάλι, κάτι οροσειρές βλέπω, κρύο κάνει. Καλέ, κάποιος να με τραβήξει… Καλέ να… Α, το βρήκα, το σκοινί. (βγάζει από τη μέση της μια ζώνη από χοντρό σχοινί) Α, όλα και όλα πάντα είχα γούστο στο ντύσιμο και αυτό το σκοινί (το ξηλώνει και το κάνει τριπλάσιο) αν το κάνω λάσο και το πετάξω σε κάποια κορυφή δέντρου ίσως να πιαστώ. (το δένει θηλιά). Να, εκεί βλέπω κάτι έλατα, όχι κυπαρίσσια είναι… Απαπαπα… Φτού φτου… Πάνω από νεκροταφείο βρέθηκα… Καλέ μια κηδεία, καλέ εσείς κάτω με ακούτε; Καλέ κοιτάξτε ψηλά και αφήστε τα κλάματα… Ο νεκρός πάει έφυγε, οι ζωντανοί σας έχουν ανάγκη… Καλέ βοήθεια… Όχι, τα πέρασα τα δέντρα, γαμώ την τύχη μου, δεν πρόλαβα να πετάξω το σκοινί. (το σκοινί μένει να κρέμεται στη ζώνη της)
Λοιπόν και κάπως έτσι, όταν ένιωθα πεσμένη έπαιρνα το πρώτο αεροπλάνο και φουρ στον Λονδίνο, φουρ στην Πάντινγκτον, φουρ στο ιατρείο του Ντόκτορα Χιφ. Πότε πέρασε μια δεκαετία δεν το κατάλαβα. Μέχρι που όλοι άρχισαν να συζητάνε. Μα τι κάνει πια; Πόσο είναι και κρατιέται ακόμη έτσι; Εγώ φταίω; Υπήρχε σοβαρός ρόλος για μια γυναίκα της ηλικίας μου και δεν τον έπαιξα; Από ενζενί ξαφνικά άρρωστη σε μια σκηνή; (φωνάζει) Όχι, κύριοι δεν θα πάρω. Είμαι ακόμη ενεργή και έχω την ικανότητα να μαγνητίζω την οθόνη για τουλάχιστον ενενήντα λεπτά! Συνεχίζω τη ρουτίνα μου, πρόβες – Αγγλία και είμαι καλά. Μέχρι που μια μέρα ξυπνάω, κοιτάζομαι στον καθρέφτη και οι ρυτίδες έχουν επιστρέψει δριμύτερες. Παίρνω έντρομη τηλέφωνο τον Ντόκτορ Χιφ. – Είναι λογικό μετά από τόσο καιρό, μην σας πιάνει πανικός. – Και τι κάνουμε Ντόκτορ μου τώρα; -Φτάνει. – Τι φτάνει Ντόκτορ μου; – Κυρία Άννα φτάνει, δεν είναι καλό για την υγεία σας. – Α, δεν είναι καλό. Σε έχω κάνει χρυσό από την κορυφή μέχρι τα νύχια και τώρα σκέφτηκες την υγεία μου; Για να τα πείτε ένα χεράκι με τον δικηγόρο μου. – Καλά, κοιτάξτε, αφού επιμένετε, υπάρχει μια νέα επαναστατική μέθοδος αλλά είναι σε πειραματικό στάδιο ακόμη, δεν ξέρουμε αν… «Ναι!», του λεω. – Μα, δεν με ακούσατε. – Ναι, ναι, ναι! Σε ό,τι πεις, ναι! (Η Άννα κλαίει).
*Απόσπασμα από το θεατρικό έργο «Η Άννα από ψηλά».
Amélie Hamlet Medusa
Meta–Mothers ή Σχεδία Μέδουσα
ΜΕΤΑΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ
Ανήκουμε στους αισιόδοξους αυτόχειρες
Δραματικά Πρόσωπα: Μ1, Μ2 {Meta-Mother 1, Meta-Mother 2}, ηλικίες: 65+
Σκηνικές οδηγίες:
Εικαστικό Σκηνικό Περιβάλλον/Εγκατάσταση: Κατασκευή που θυμίζει μεγάλο ενυδρείο με νερό. Led ψυχρός φωτισμός από κάτω. Εντός του ενυδρείου να υπάρχουν ψάρια (υλικό αφρολέξ – για να επιπλέουν) μικρά/μεγάλα/πολύχρωμα που να φωσφορίζουν και λουλούδια μαραμένα (φθορά).
Φωτισμός επί σκηνής: ψυχρός με γωνίες που να σχηματίζει τις σκιάσεις των δύο ηθοποιών/περφόρμερ στον τοίχο πίσω.
Δύο μικρόφωνα με σταντ και μηχανισμός καπνού.
Ενδυματολογία: Οι δύο ηθοποιοί – περφόρμερ φορούν ολόσωμο μαγιό, σκουφάκι, μάσκα/γυαλιά θαλάσσης, βατραχοπέδιλα – όλα ροζ/girly/φθαρμένα υλικά.
Μουσική μέσω εγκεφαλογράφου – EEG – τεχνολογία. * μουσική πειραματική που μέσω βιοαισθητήρων που παράγεται μέσα από το σώμα (χτύποι καρδιάς, σωματικότητα/κίνηση, ανάσες – σωματικός ηχητικός μετρονόμος).
Μ1. Ήταν ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο., -Μ2. Οέ, οέ, οέ, οέ.
Μ1. Και σε πέντε έξι εβδομάδες, -Μ2. Σωθήκαν όλες οι τροφές
Μ1. Οέ, οέ, οέ, οέ, -Μ2. Και τότε ρίξανε τον κλήρο
Μ1. Να δούνε ποιος θα φαγωθεί, -Μ2. Οέ, οέ, οέ, οέ.
Μ1. Και ο κλήρος πέφτει στα αγόρια, -Μ2. Που ήταν ομορφόπαιδα.
Μ1. Που ήταν σαν σκυλόψαρα., -Μ2. Οέ, οέ, οέ, οέ.
Μ1. Και ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια, -Μ2. Που ήταν σαν μπαμπόγριες
Μ1. Που ήταν σαν μπαμπόγριες. Που ήταν σαν – σαν – σαν – σαν.
Μ2. Που ήταν., -Μ1. Μικρά και μεγάλα ψάρια.
Μ2. Όμορφα ψάρια., -Μ1. Όμορφα ψάρια.
Μ1. Ωραίο; , -Μ2. Ωραίο.
Μ1. Χορεύουν., -Μ2. Ζευγαρώνουν.
Μ1. Σκοτώνουν.-Μ2. Σκοτώνουν.
Μ1. Τις ηλικιωμένες μάγισσες., -Μ2. Θέλω να τα πιάσω.
Μ1. Το αρσενικό αποπλανά το θηλυκό., -Μ2. Θέλω να τα στολίσω…
Μ1. Το καρφώνει., -Μ2. Να στολίσω τις γκρίζες τρίχες.
Μ1. Το θηλυκό δεν έχει φωνή. Μόνο λέπια. Δες το τρέχει.
Μ2. Τρέχει. Τρέχει. Τρέχει., -Μ1. Με τα πελώρια χέρια.
Μ2. Με τα αγκάθια., -Μ1. Με το ιδρωμένο μέτωπο.
Μ2. Με την κοιλιά γεμάτη πέτρες., -Μ1. Ζάρωσαν τα χέρια μου. Το στήθος μου.
Μ2. Μας εξοντώνουν., -Μ1. Μόλις ζαρώσουμε.
Μ2. Τους ενοχλεί η μυρωδιά μας., -Μ1. Ημερομηνία λήξης.
Μ2. Σώμα – ψόφος., -Μ1. Γυναικεία σάρκα.
Μ2. Μαμά δεν θέλω να πάω σχολείο., -Μ1. Πάντα σιχαινόμουν τα ψηλοτάκουνα.
Μ2. Κοίτα! Κοίτα χορεύουν πριν φαγωθούν!, -Μ1. Μέσα στα σπλάχνα μου κυοφορώ το σημείο μηδέν.
Μ2. Τα αρσενικά γραπώνουν τα θηλυκά., -Μ1. Στέρεψα από αίμα.
Μ2. Τα κυκλώνουν. , -Μ1. Στέρεψα από γάλα.
Μ2. Καμία διέξοδος., -Μ1. Αίμα σήψης στους τοίχους.
Μ2. Μήτρα θανάτου., -Μ1. Κρέας στο κρέας.
Μ2. Αίμα στο αίμα. , -Μ1. Χάπια. Πολλά χάπια. Είμαι μια κατσαρόλα.
Μ2. Και εγώ ηλεκτρική σκούπα.
Μ1. Να με θάψουν με νυφικό. Εκείνος με στρίμωξε. Μου έσκισε τα ρούχα.
Μ2. Καρφί στο σώμα. Μνήμη – μνήμα.
Μ1. Λεκέδες στο πάτωμα. Σκισμένα σεντόνια. Κλείνω τα καλλιστεία.
Βάζω ειδήσεις Κλείνω τις ειδήσεις.
Μ2. Βάφω τα χείλη μου. Κόκκινα. Κατακόκκινα.Τα σκουπίζω γρήγορα. Ντρέπομαι.
Μ1. Ντρέπομαι. Κουλουριάζομαι. Θέλω να μπω στη πρώτη μήτρα.
Μ2. Μητέρα άνοιξε τα πόδια σου. Θέλω να μπω κάτω από το χώμα.
Μ2. Ήσυχα. -Μ1. Ήσυχα.
Μ2. Νηνεμία. -Μ1. Στο άκρατο σκοτάδι.
Μ2. Δίπλα από τα ψάρια. -Μ1. Μέσα στο νερό.
Μ2. Προκοσμικό Χάος. -Μ1. Λύκε λύκε τι μεγάλα μάτια που έχεις.
Μ2. Δίπλα στα ψάρια. -Μ1. Λύκε τι μεγάλα αυτιά που έχεις.
Μ2. Δίπλα στα ψάρια. -Μ1. Λύκε τι μεγάλο στόμα που έχεις.
Μ2. Στα ψάρια. -Μ1. Για να σε φάω.
Μ2. Είμαι ψάρι., -Μ1. Χρυσόψαρο.
Μ2. Βγάλε τη σάρκα σου. -Μ1. Βγάλε τη σάρκα σου.
Μ2. Με το τρία μπαίνουμε., -Μ1. Ένα.
Μ2. Δύο. -Μ1. Τρία.
Μ2. Και ο κλήρος πέφτει στα αγόρια. Που ήταν σαν σκυλόψαρα., -Μ1. Οέ, οέ, οέ, οέ.
{Μπαίνουν στο ενυδρείο τα ψάρια τις ‘’καταβροχθίζουν’’.}
Μαρία Σκαφιδά
Κορίτσι μου
(ΣΚΟΤΑΔΙ) Ακούγεται ο ήχος ενός θεάτρου πριν αρχίσει η παράσταση. Ψίθυροι, καρέκλες, βήχας, ένα σιγανό γέλιο. Το κοινό είναι μέσα. (ΑΝΟΙΓΕΙ ΕΝΑ ΜΑΛΑΚΟ ΦΩΣ) Η γυναίκα βρίσκεται ήδη στη σκηνή. Δεν κάνει είσοδο. Στέκεται ή κάθεται κάπου πλάγια, σαν να ήταν πάντα εκεί. Κοιτάζει το κοινό. Τους γνωρίζει. Μιλά στο κοινό.
Γνωρίζω όλες τις θέσεις. Ποια καρέκλα είναι χαλασμένη, ποια τρίζει. Έχω ξαπλώσει εδώ. Μια φορά, θυμάμαι, σε μια πρόβα, με πήρε ο ύπνος εδώ ακριβώς. (Μικρή παύση) Και ξύπνησα όταν κατά λάθος ένας ηθοποιός έσκασε ένα μπαλόνι που έπαιζε στην παράσταση. (Κοιτάζει το κοινό, σχεδόν χαμογελά)
Θυμάμαι την πρώτη μου παράσταση. Ήρθατε τόσοι πολλοί. Όμως τότε δεν ήμουν μόνη. Είχα έναν άντρα παραγωγό. Το θέατρο γέμιζε κάθε βράδυ αλλά εγώ δεν πήρα τίποτα, ούτε ευρώ. Θυμάμαι, έφυγα από την πρεμιέρα και περπάτησα τρία χιλιόμετρα με τα πόδια για να φτάσω σπίτι μου. Δεν είχα ούτε δύο ευρώ για ταξί.
Πίστευα ότι ήταν η αρχή. Ότι μετά όλα θα άλλαζαν. Και έκανα υπομονή. Πολύ υπομονή.
(Αλλάζει τόνο, πιο προσωπικός) Α, είστε κι εσείς εδώ κύριε Ιάκωβε; Πάντα με αυτήν την ξεθωριασμένη γκρι καμπαρντίνα. Δεν βάζω μυαλό κύριε Ιάκωβε. Τα κοστούμια των γυναικών που παίζουν στις παραστάσεις μου είναι πάντα χρωματιστά και ανοιχτά. Καμία σχέση με τη φιλόλογο σύζυγό σας. Είναι χάλια αυτή η καμπαρντίνα κύριε Ιάκωβε, και κάθε φορά που την διπλώνεται σφιχτά όταν μου μιλάτε, κάπως καίγεται ο λαιμός μου, σαν να πίνω ελληνικό καφέ σε κηδεία. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα βαριά κοστούμια. Ήθελα να είναι ανοιχτά. Αέρινα. Με κορδέλες και κίνηση.
(Σύντομο, κοφτό) Μπουρδελέ που τα λέτε εδώ (γελάει)
Θυμάμαι πόσες δαντέλες είχα βάλει στο φόρεμα της Σοφίας στον Τσέχωφ που ανεβάσαμε. Και οι δαντέλες είναι πολύ ακριβές. Και το βελούδο πολύ ακριβότερο.
«Ωραία παράσταση», μου είχε είπε κάποιος θεατής. Και μετά η κλασική ερώτηση: «Με τι ασχολείσαι;»
Θυμάμαι κάποιος με φλέρταρε. Δεν ήθελε να λέει πως σκηνοθετώ. Ήθελε να λέει ότι κάνω μάθημα θεατρικού παιχνιδιού σε παιδιά. (παύση) Είχε άλλα σχέδια για μένα.
Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια. Άκουσα τα πάντα. Καλλιτεχνίζει. Πού πάει τα βράδια μετά την παράσταση. Γιατί δεν έχει παντρευτεί. Μα γιατί παλεύει μόνη της η καημένη. Ποιος την προωθεί.
(ΦΩΣ ΑΛΛΑΖΕΙ – πιο ψυχρό) (Σαν να μπαίνει “εξωτερικό βλέμμα” πάνω της) Θυμάμαι δούλεψα σε μια καλλιτεχνική φάρμα με ελιές και ζώα και ένα μικρό θέατρο. Κάλεσα μια συνάδελφο να κάνει σεμινάριο. Ήρθε με ένα μακρύ, βαρύ φόρεμα και τακούνια και δεν μπορούσε να περπατήσει. Είπα μέσα μου: αυτά σίγουρα δεν σας τα δίδαξαν στο Θέατρο Τέχνης. Και γέλασα μόνη μου.
Πριν ξεκινήσει το σεμινάριο είπε το βιογραφικό της. Παντρεμένη με πολιτικό μηχανικό. Ηθοποιός και φιλόλογος. Συνεργάτιδα ιδιωτικού σχολείου. «Δεν είμαι καμιά παλαβή αρτίστα», είπε στο τέλος. Και με κοίταξε με ένα βλέμμα που ένιωσα να με καρφώνει στο κέντρο του στήθους μου. Τόσο έντονα που κάπως μαζεύτηκα και σταύρωσα τα χέρια μου. Και κάπως ντράπηκα που φορούσα σαγιονάρες και ένα λινό μονόχρωμο φόρεμα.
Σε κάθε άσκηση μας φώναζε μπράβο. Γελούσε μηχανικά. Και μας έλεγε πόσο καλές είμαστε. Ενώ όταν μιλούσε σε μένα με έλεγε πάντα «κορίτσι μου». Κι ας ήμουν τότε τριάντα επτά χρονών.
Μετά τις παραστάσεις ή την πρόβα συνήθιζα να πηγαίνω σε ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι μου, ενός σκιτσογράφου. Για να μιλήσω με άλλους καλλιτέχνες. Μια μέρα άκουσα την κυρία Ευανθία να λέει από απέναντι: «Κάθε βράδυ πάει για μπύρες σε ένα μπαρ γεμάτο άντρες». Περπατούσα στο πλακόστρωτο έξω από το θεατράκι μου και εκείνη ήταν στο μπαλκόνι της. Κοντοστάθηκα και κοίταξα πάνω. Και εκείνη μάζεψε γρήγορα μια κουβέρτα και μπήκε μέσα.
Ήταν όμως και οι άλλες γυναίκες. Οι πιο «απελευθερωμένες» που μου έλεγαν πήγαινε να πιείς το ποτάκι σου. Αυτές δεν με έβλεπαν σαν γυναίκα, αφού δεν είχα παιδιά, με έβλεπαν σαν τον ανεύθυνο άντρα τους, που τους έκανε τα παιδιά και τώρα πάει για τα ποτάκια του, γιατί έτσι είναι οι άντρες. «Δεν έρχομαι εγώ», μου έλεγαν άλλες. «Έχω τα παιδιά. Εσύ πήγαινε να πιεις το ποτάκι σου».
Ένιωθα σαν έφηβη που της δίνει άδεια η μαμά της. Ένιωθα κάπως σαν να μην ήμουν ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό. Κάτι σαν έφηβη που ψάχνει τον δρόμο της στη βότκα. Καθόμουν στο μπαρ και ένιωθα ότι κάνω κάτι κακό. Σχεδόν παράνομο. Και ήμουν μόνη. Πολύ μόνη. Κρατούσα το ποτήρι και έκανα κύκλο το δάχτυλό μου στο χείλος του. Χωρίς να κοιτάζω γύρω. Χωρίς να κοιτάζω κανέναν.
Και δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνον τον καλλιτεχνικό διευθυντή που σκηνοθέτησα τη σύζυγό του. Και όταν ετοίμαζα μαζί της μια πρόταση για ένα φεστιβάλ, μου είπε μέσα στη συζήτηση «ποια νομίζεις ότι είσαι κοριτσάκι μου». Και ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή γελούσαμε, σταμάτησα απότομα το γέλιο. Σαν να ήμουν κατηγορούμενη για κάτι και δεν ήξερα γιατί. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Σαν παιδί που το μαλώνουν ξαφνικά. Και εκείνη η σύζυγός του, μια μέρα που έλεγα πόσο μου αρέσει το φαγητό, μου είπε όλο στοργή «δεν είσαι χοντρή είσαι χαρούμενα διαμορφωμένη». Το είπε με τόσο ναζί που γέλασα.
Παλαβή αρτίστα…(Παύση. Μαλακώνει) Εγώ απλώς παίζω με σοβαρότητα.
(ΦΩΣ ΖΕΣΤΑΙΝΕΙ ΛΙΓΟ) Είμασταν στο θεατράκι μου, είχαμε τελειώσει την πρόβα. Ήταν 22 χρονών, οι άλλοι είχαν φύγει και εγώ μάζευα. Αυτή καθόταν σε μια καρέκλα. «Είμαι έγκυος», μου είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Γούρλωσα τα μάτια και άρχισα να φωνάζω από χαρά. Εκείνη άρχισε να γελάει και να κλαίει μαζί, την αγκάλιασα. Φοβόταν να το πει στην μητέρα της. «Μα η μητέρα σου θα χαρεί». Έσκυψε το κεφάλι. Της χάιδεψα τα μαλλιά. Καθόταν κάτω από τα ένα χαρακτικό μου που είχα κρεμάσει στον τοίχο και έδειχνε έναν άντρα που κρατούσε ένα τεράστιο τριαντάφυλλο. «Πήγαινε να το χαρείς με το αγόρι σου», της είπα.
(Αλλαγή: άλλο παιδί, άλλη σκηνή) Ήταν εφτά χρονών, θύμωνε πολύ κι έβριζε. Έκανε αυτοσχεδιασμό με ένα κορίτσι και την είπε ηλίθια. Στάθηκα ανάμεσα τους. «Αν δεν θες μπορείς να μην κάνεις αυτοσχεδιασμό». Χτυπιόταν και φώναζε δεν θέλω να κάνω με την ηλίθια. Είναι βλαμμένη, χαζή. Έμεινα στη θέση μου. Αφού φώναξε πολύ στο τέλος είπε θα κάνω. Το είπε παιδικά και γλυκά. Χαμογέλασα. Έκανε αυτοσχεδιασμό γεμάτος γλυκά, ήταν σαν πρίγκιπας από παραμύθι.
(Τρίτη σκηνή) Πάνω στη σκηνή την θυμάμαι να λέει μια μεγάλη φράση. Πολύ εκφραστικά. Γελούσαν. Γελούσα κι εγώ. Άρχισε να γίνεται ακόμα πιο αστεία. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτηκα, και έφαγα ένα πατατάκι που έφερνα στις πρόβες. Όλες οι καρέκλες ήταν σε κύκλο.
(ΑΛΛΑΓΗ ΦΩΤΟΣ – επιστροφή στο θέατρο) «Είναι αλλιώς όταν το παιδί είναι δικό σου. Είναι άλλη σχέση. Πιο αγαπητική». Είχα στηριχτεί σε έναν πάγκο του σκηνικού και μόλις το άκουσα αυτό κάθισα κανονικά πάνω στον πάγκο. «Του πήρα μια τηλεόραση smart», μου είπε, «θα πάμε μετά σπίτι να την βάλουμε». Κι εγώ έφαγα άλλο ένα από εκείνα τα πατατάκια μασώντας πολύ αργά. Έφυγε. Και τα παιδιά έφτιαξαν το σκηνικό μας.
Αναρωτιέμαι αν οι πρωταγωνιστές είναι όντως καλοί ηθοποιοί ή αν τελικά καλύτεροι είναι οι δεύτεροι ρόλοι. Τα παιδιά πριν την πρόβα παίζουν. Αγκαλιάζονται. Διαφωνούν για τις σωστές θέσεις των σκηνικών. Γελάνε. Ίσως ο σεβασμός τελικά να μην είναι τόσο smart.
(Σκοτάδι στιγμιαίο) Κλείνω την πόρτα. «Ξεκινάμε;» λέει ένα παιδί. Κάθομαι στη θέση μου. Που είναι πάντα ενδιάμεσα πλάγια. Για να βλέπω και τη σκηνή και το κοινό. Τελικά είμαι γέφυρα. Βλέπω τους θεατές και ταυτόχρονα τη σκηνή όπου παίζεται η παράσταση. Όταν παίζεται το έργο αυτοί που δεν θα με κοιτάξουν ποτέ και που θα με ξεχάσουν αμέσως είναι οι ηθοποιοί.
Οι ηθοποιοί σταματάνε και με ρωτάνε αν μου άρεσε. Χαμογελάω. Όχι. Δεν θα σας θαυμάσω. Θα σας δείξω πώς να στέκεστε. (Ανεβαίνει στη σκηνή. Μετακινεί μια καρέκλα) Αρχίζουν να δοκιμάζουν τρόπους να καθίσουν. Αλλάζουν στάσεις και ύφος. Κάθομαι πάλι στη θέση μου. Ενδιάμεσα. Γίνονται υπερβολικοί. Κάνουν έντονες κινήσεις. Φωνάζουν. Όταν κάποιος βγαίνει εκτός σκηνής αναπνέω αργά και κοιτάζω κάτω.
(ΧΑΜΗΛΟ ΦΩΣ, μνήμη απώλεια) Εδώ ακριβώς είχα στήσει έναν πίνακα στο σκηνικό. Στη γενική πρόβα στραμπούληξα το πόδι μου. Στην πρεμιέρα η ηθοποιός έριξε κάτω τον πίνακα. Και μέσα στο σκοτάδι κρατώντας το φουστάνι μου περπάτησα κουτσή για να τον σηκώσω.
Όταν έχασα το θέατρο μου, που έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια, στον κορονοϊό, και πήρα εκείνο το εξώδικο, του γιού της ιδιοκτήτριας, που ήταν δικαστής, εφτά σελίδες, με την φράση «η συμβαλλόμενη είναι δύστροπος, μόνον καλλιτεχνίζει», κάτι έσπασε μέσα μου με θόρυβο, σαν ένα κλαδί που το κόβουν απότομα με βία, και μάζεψα από το πάτωμα όλα τα ρούχα και τα αντικείμενα των παραστάσεων, ενώ έξω ήταν το φορτηγό, τελευταίο έβαλα ένα άδειο μπουκάλι, που έπινε κρασί η Σοφία στη σκηνή όταν παίζαμε το «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική». Έφυγε από καρκίνο τρεις μήνες αφού παίξαμε. Στο στόμιο ήταν ακόμα το κραγιόν της.
Στην τελευταία μου πρεμιέρα σε αυτό το θέατρο ακριβώς ένα χρόνο πριν, δεν παρακολουθούσα πια την παράσταση μου. Κοιτούσα τα πρόσωπά σας στο μισοσκόταδο. Και ένας στίχος στοίχειωσε το μυαλό μου: Μια άλλη πόλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Το χειροκρότημα έφτανε στα αυτιά μου σαν από μακριά. Δεν βγήκα να με χειροκροτήσετε. Κάπως δεν ήθελα να σας αρέσω. Ανάσαινα βαριά. Σαν να είχαν μαζευτεί, μέσα στα σωθικά μου, και τα δεκαπέντε χρόνια. Κοίταξα λίγο πιο δίπλα από εκεί που είχα βάψει εγώ, το ξεθωριασμένο σκατουλί χρώμα που ποτέ δεν αλλάξατε.
Θυμάμαι όταν ήμουν έξω από το φορτηγό που στοίβαζα τα πράγματα του θεάτρου, ήρθαν όλες οι μνήμες και κάθισαν πάνω μου, τα πόδια μου λύγισαν, και κάθισα στο σκαλοπάτι. Όχι. Δεν καλλιτεχνίζω. Ένωσα τα χέρια μου για να κρατηθώ από κάπου. Εγώ απλώς παίζω με σοβαρότητα. Δεν ήμουν καλλιτέχνις, δεν ήμουν σκηνοθέτης, δεν ήμουν δημιουργός, είμαι γυναίκα με χρώμα.
Και τα χρώματα ήρθαν μέσα μου, και άνοιξα τα χέρια μου, και κοίταξα τον μπλε ουρανό, και ένιωσα τον αέρα στο πρόσωπο μου. Και τότε ναι, το ένιωσα, ναι το ένιωσα, μέσα στις φλέβες μου, μέσα στο αίμα μου, μέσα σε κάθε μου κύτταρο. Είμαι και παλαβή αρτίστα (γελάει).
(Παύση) Κάθεται στο κοινό σε μια καρέκλα στην πρώτη σειρά στο κέντρο της σκηνής. Από αυτή την θέση σκηνοθετούσε και τα δεκαπέντε χρόνια.
(ΒΙΝΤΕΟ) Βλέπουμε βίντεο όπου ανοίγει η πόρτα της σκηνής, την βλέπουμε να βγαίνει στην κούιντα, μετά στο φουαγιέ. Κατεβαίνει σκάλες. Βγαίνει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο. Βλέπουμε το πρόσωπό της χαμογελαστό μπροστά να περπατάει σε κατηφόρα, ενώ πίσω της απομακρύνεται το θέατρο.
ΤΕΛΟΣ
Αναστασία Καραογλάνη
Κλυταιμνήστρα Έμπνευση
2012
Ήχος τηλεφώνου. Μέσης ηλικίας γυναίκα το απαντάει
Η κυρία Καραογλάνη;
Ναι…
ΠΑΥΣΗ
ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΩΝΗ: Από το εθνικό θέατρο είμαι. Ο κύριος Λυριτζίκος
ΠΑΥΣΗ
ΓΥΝΑΙΚΑ:
Ναι κύριε Λυριτζίκο
ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΩΝΗ:
Ξέρετε ποιος είμαι;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, ναι.Δηλαδή, δεν σας γνωρίζω προσωπικά
ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΩΝΗ
Πρόκειται για το έργο σας, την Κλυταιμνήστρα.
Εσείς την γράψατε, έτσι δεν είναι;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Φυσικά
ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΩΝΗ
Θα μπορούσατε να κατέβετε στην Αθήνα για μια συνέντευξη;
ΠΑΥΣΗ(Ακούγεται γδούπος)
ΓΥΝΑΙΚΑ
Φυσικά.
Ένα μήνα μετά.Μέσα στο επιβλητικό, κλασικό κτίριο των υπηρεσιών του Εθνικού θεάτρου
Η γυναίκα περιπλανιέται σε μέρη που δεν έχει ξαναειδεί. Νιώθει δέος καθώς διαβάζει τα ονόματα έξω από τις διάφορες πόρτες των αιθουσών. Ανεβαίνει σκάλες, βλέπει έναν διάδρομο, πόρτες, βρίσκει αυτήν που την ενδιαφέρει.
ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΩΝΗ
Παρακαλώ
Η γυναίκα εισέρχεται, ένας άντρας κάθεται σε ένα φωτεινό γραφείο με παράθυρο σε κεντρική οδό.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Του δίνει το χέρι
Ο κύριος Λυριτζίκος; γειά σας . Η Κυρία Καραογλάνη είμαι.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Ω, γεια σας. Καλώς ήλθατε.
Μικρή σιωπή
Πως σας ήλθε να γράψετε για ην Κλυταιμνήστρα;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ήμουν διακοπές .Δεν κοιμήθηκα καλά. Το πρωί σηκώθηκα με αυτήν τη φράση
«Κι εξαγνισμένοι σηκώθηκαν από το κρεβάτι ο Αγαμέμνων και η Κλυταιμνήστρα, και πιασμένοι χέρι- χέρι, προχώρησαν προς το δώμα».
Ο Λυριτζίκος παρατηρούσε εξεταστικά.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟ΅Σ
Είστε της Αγγλικής φιλολογίας, σωστά;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Σωστά
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Θέλω να πω, μήπως επηρεαστήκατε από κάτι στα αγγλικά, γιατί η αλήθεια είναι στην Ελληνική βιβλιογραφία δεν υπάρχει κάτι σχετικό, το γνωρίζετε…
ΓΥΝΑΙΚΑ
Όχι, δεν το γνωρίζω. Σας είπα, έτσι μου ήλθε η πρωτογενής έμπνευση και λίγο λίγο ξετυλίχτηκε το νήμα των φράσεων και κατάλαβα πως αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Με το θέατρο, είχατε κάποια επαφή ξανά;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Επαγγελματικά, όχι.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Όχι, μάλιστα
Ακολούθησε ένα καλό κοίταγμα του, από πάνω προς τα κάτω
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Κοιτάξτε, είναι ένας μεγάλος μονόλογος, «Βλέπετε, δεν υπάρχει τέτοιος μεγάλος μονόλογος στην ελληνική δραματουργία.» Να σας κάνω κάποιες υποδείξεις ποια σημεία κάνουν κοιλιά;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Με χαρά
Φάνηκε η χαρά της.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Στείλτε το μου με μέιλ. Δεν είναι ανάγκη να κατέβετε από Θεσσαλονίκη.
Δεν σας υπόσχομαι τίποτα. Με ενδιαφέρει, μα είναι κι αυτές οι αλλαγές που θα γίνουν στους διευθυντές και δεν ξέρω πόσο θα μπορώ να επηρεάσω, καταλαβαίνετε…
ΑΦΗΓΗΣΗ
Δεν καταλάβαινε. Τι ήξερε αυτή από όλα αυτά; Μια καθηγήτρια αγγλικών ήταν όλα αυτά τα χρόνια που στα πενήντα της , μέσα στην κρίση του 2010, της ξαναβγήκε η Ποίηση. Το θέατρο, ούτε κατά διάνοια.
ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ
Τηλέφωνο
ΦΩΝΗ
Ναι Εθνικό παρακαλώ, λέγετε;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Με συνδέετε παρακαλώ με τον κύριο Λυριτζίκο;
ΦΩΝΗ
Α, Δεν μπορώ μάλλον. Έχει μεταφερθεί σε άλλο γραφείο.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ευχαριστώ
Στην Αθήνα, στο Εθνικό
ΓΥΝΑΙΚΑ
Παρακαλώ, τον κύριο Λυριτζίκο;
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Α, Θα βγείτε από το κτίριο, θα πάτε πίσω, στο υπόγειο.
Η γυναίκα έκανε τον γύρο του κτιρίου, παιδεύτηκε, περιπλανήθηκε, ρώτησε από δω, από κει, στο τέλος κατέβηκε σκάλες, σε ένα υπόγειο σιδερόφρακτο, γεμάτο τόμους χειρόδετους,δερματόδετους, με ονόματα ΚΩΤΣΌΠΟΥΛΟΣ, ΜΙΝΩΤΗΣ κλπ, τίγκα στο παλιό βιβλίο..
Μπήκε ο Λυριτζίκος. Σαν πιο κοντός της φάνηκε.
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Α η κυρία Καραογλάνη.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Σας έστειλα την βελτιωμένη έκδοση της Κλυταιμνήστρας. Δεν είχα απάντηση
ΛΥΡΙΤΖΙΚΟΣ
Βλέπετε, έχασα τη θέση μου. Με ενδιαφέρει όμως. Πάτε να ρωτήστε έχω περιέργεια .Θα πάτε στον καινούριο διευθυντή και θα ρωτήσετε τι έγινε το έργο σας. Το είχα παραδώσει.
Βγήκε. Έκανε ξανά τον κύκλο. Πήγε στην μεγαλειώδη είσοδο.
Είπε τι ήθελε. Την συνέδεσαν τηλεφωνικά.
ΦΩΝΗ
Μάλιστα, εγώ είμαι Έχετε καταθέσει έργο; Ναι, στον κύριο Λυριτζίκο; Ναι; Ποια είστε; Καραογλάνη, δεν μου λέει κάτι το όνομα.
ΠΑΥΣΗ
ΦΩΝΗ
Θα το κοιτάξω, σας υπόσχομαι και θα σας στείλω απάντηση. Ναι, είμαι ο καινούριος διευθυντής. Καλή σας μέρα.
2026
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Στοιβαγμένη η Κλυταιμνήστρα στο συρτάρι, μαζί με τα επόμενα θεατρικά που ακολούθησαν. Πόσους πόθους, καημούς ,αλήθειες της μου εμπιστεύθηκε. Διάλεξα εσένα μου είπε. Εσύ να καθαρίσεις το όνομα μου από αντρικές γραφές καταδικασμένο
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Μα δεν είμαι συγγραφέας θεάτρου. Δεν ξέρω πώς να γράφω θέατρο, της απάντησα
Θα μάθεις, εσένααα θέλω .Και ξέρεις γιατί;
Γιατί ξέρεις από πάθος, πάθος γυναικείο.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Δεκατέσσερα χρόνια περιμένει στο συρτάρι η Κλυταιμνήστρα τη δικαίωση της
Μάλλον, διάλεξε λάθος.
Θεατρική γραφή οκ, σπούδασα, μα είμαι μια καθηγήτρια αγγλικών, αυτή είναι η ταμπέλα μου, τι ανακατεύομαι με τη θεατρική γραφή… έχω περάσει τα εξήντα και πέρα από το ότι δεν θέλουν πια να με πηδήξουν, δεν είμαι γνωστό όνομα, θαρρούν πως στέρεψε η έμπνευση ,ίσως γράφω ντεμοντέ …
Κι όμως, το μυαλό τόσο επαναστατημένο, τολμάει να πει αυτά που οι νεανικές συμβάσεις μου αποσιωπούσαν
Τώρα δεν φοβάμαι μη με πηδήξουν, τι θα πει ο μπαμπάς μου γιατί έχει πεθάνει, τώρα δεν θα πάρω παραπάνω από την αισχρή σύνταξη μου, τον κώλο μου να χτυπάω κάτω κι ας δούλεψα σαράντα χρόνια, τώρα έχω να πω αλήθειες τρομερές που σώζουν τα κορίτσια.
Δεν υπάρχει ηλικία στο μυαλό που ρέει, δεν είναι οστό το μυαλό ,ευτυχώς ,να ραγίσει και η έμπνευση, αυτή γαμιστερή, παρδαλή ωραία γυναίκα, δεν κοιτάζει σώμα, αλλά διάθεση
Η έμπνευση είναι η σοφία μας και η δικαίωση μας.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ
ΣΥΝΟΨΗ
Ενα ρεαλιστικό μονόπρακτο , γραμμένο ειδικά για την κλήση της Θράκας για την ημέρα της
γυναίκας.
Η εξηντάχρονη συγγραφέας, αποκαλύπτει τα αδιέξοδα μιας γυναίκας που γράφει θέατρο
για πρώτη φορά σε μεγάλη ηλικία. Εχει γράψει ένα έμμετρο έργο σχετικά με την
Κλυταιμνήστρα, στο οποίο φωτίζει μια διαφορετική πλευρά της ηρωίδας, και το
υποβάλλει στο Εθνικό Θέατρο.
Την καλούν στο Εθνικό για συνέντευξη κι εκεί μπλέκει με τα γρανάζια της θεατρικής
γραφειοκρατίας και των γνωριμιών. Η δυσπιστία των ειδικών, η αδιαφορία των κρατικών
λειτουργών του θεάτρου προς νέα ταλέντα -όχι όμως νέα βιολογικά-, η απομόνωση μιας
γυναίκας που δεν ξέρει τα κυκλώματα, δεν έχει «πλάτες» να την στηρίξουν.
Παρ` όλα αυτά συνεχίζει να γράφει, φτάνοντας στο προσωπικό της μανιφέστο,
αποτυπώνοντας την φωνή της γυναίκας συγγραφέως στην Ελλάδα, αβοήθητη και δίχως
κατεύθυνση
Ελένη Γούλα
Η μεγάλη έκπληξη
Με κοιτάζει ήρεμα. Τα μαλλιά της είναι βαμμένα ξανθά, φοράει κόκκινο κραγιόν και μυρίζει ένα άρωμα σαν γαρδένια. Στους ώμους έχει ρίξει το πράσινο σάλι της, παρόλο που δεν κάνει κρύο. Εγώ είμαι με κοντομάνικο.
“Το θέμα ήταν πως δεν ήθελα πια να ερωτευτώ”, λέει. “Οι ωραίοι άντρες δεν προκαλούσαν αναταράξεις στο νευρικό μου σύστημα. Ούτε άραζα κάπου για να φαντασιωθώ ερωτικές σκηνές με σεξ ή έστω με περιπτύξεις.
”Ακόμη έπαψα να θυμώνω και να εξεγείρομαι. Ήμουν πιο ήρεμη, με μια στωικότητα που άγγιζε σχεδόν την απάθεια. Κοιτούσα τον άνθρωπο που είχα απέναντί μου, κουνούσα το κεφάλι και χαμογελούσα με κατανόηση πιο πολύ, παρά με θυμό. Ποιος ξέρει τα κίνητρά του, τα αδιέξοδα, τις πληγές και τα τραύματά του.
”Είχα περάσει τα εξήντα. Ο ανταγωνισμός στη δουλειά, οι στόχοι και τα dead line με αφήναν σχεδόν αδιάφορη. Δεν είχα καμιά διάθεση να διαγκωνίζομαι όλη την ώρα για μια δημοσίευση, ένα σχόλιο, μια ατάκα. Ας τα κυνηγούσαν αυτά οι νεότεροι και οι νεότερες, που είχαν ακέραιες τις ορμές στο κορμί τους και παραμυθιαζόντουσαν με τα εφήμερα των ανθρώπων.
”Άρχισα λοιπόν, από δική μου επιλογή, να αποσύρομαι. Πρώτα απ’ τα δύσκολα και απαιτητικά πρότζεκτ, ύστερα απ’ τις δημόσιες αντιπαραθέσεις. Δεν είχα κανένα πάθος να επιβάλω την άποψή μου, να εξηγήσω το λάθος που ετοιμαζόντουσαν νεότεροι συνάδελφοι να δρομολογήσουν με ενθουσιασμό και απέραντη άγνοια. Όχι ότι δεν με αφορούσε, αλλά ένιωθα το μάταιον της προσπάθειας. Θυμόμουν τη δική μου συμπεριφορά όταν ήμουν στην ηλικία αυτών των συναδέλφων. Πόσο απεχθανόμουν συμβουλές και εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση. Στο βλέμμα τους έβλεπα τη δική μου παλιά βιασύνη, όταν έλεγα: Δεν ξέρεις εσύ. Ο κόσμος αλλάζει. Μας κυνηγούν συνέχεια τα dead-line μας. Ξέρεις τι θα πει dead; θάνατος. Γραμμή θανάτου. Εκεί στεκόμαστε και ταλαντευόμαστε συνέχεια.
”Δεν ήθελα να είμαι σαν αυτούς τους ηλικιωμένους που επιμένουν ότι ξέρουν καλύτερα. Μου έλλειπε όμως και το σθένος να ισορροπήσω ανάμεσα στον ανταγωνισμό και την απόσυρση. Να μοιραστώ την εμπειρία μου με ευγένεια και λεπτότητα”.
Την έχω βγάλει μπροστά να την ακούσω. Δεν είναι άγνωστα όσα λέει. Από την εποχή του Αριστοτέλη τα ήθη των νέων διέφεραν από τα ήθη των γερόντων. Κι ένα λαϊκό παραμύθι που άκουσα μια φορά αφηγείται πως μόνο τα πρώτα 40 χρόνια μας είναι ανθρώπινα. Μετά έρχονται δέκα χρόνια του αλόγου, δέκα του βοδιού και δέκα του σκύλου. Σε μια παραλλαγή μάλιστα, τα τελευταία χρόνια είναι της μαϊμούς, καθώς ο άνθρωπος χάνει τις δυνάμεις του και οι άλλοι τον περιγελούν. “Γέρο κορόιδεψε γιατί κι εσύ θα γεράσεις, παράλυτο μην κοροϊδέψεις”, έχω ακούσει ακόμη να λένε.
“Είναι η μεγάλη έκπληξη της ζωής”, συνεχίζει τώρα εκείνη. “Θα το νιώσεις κι εσύ. Άσχετα με τη θεωρητική προετοιμασία, κανείς δεν περιμένει τη δική του φθορά”. Σηκώνεται. Αργά και με εμφανή δυσκολία. Πλησιάζει στο παράθυρο και στέκεται για λίγο αμίλητη. Στο βάθος είναι η θάλασσα, γαλάζια και ήρεμη πολύ. Δεν φαίνεται η παραλία. Μόνο ο σχηματισμός του κόλπου με τα βράχια στο ακρωτήρι. Ο ουρανός να το φιλήσει.
“Χρειάζεται σεβασμός”, την ακούω από κει να λέει, λες και απευθύνεται στη θάλασσα, στο ακρωτήρι, στον ουρανό. “Σεβασμός”, ξαναλέει στον ίδιο τόνο και γυρίζει αργά προς το μέρος μου. Το βλέμμα της έχει φωτιστεί θαρρείς από το γαλάζιο του ουρανού. Το κορμί της έχει ζωηρέψει. Κάθεται πάλι στην καρέκλα απέναντί μου. Ακουμπάει τα χέρια στα λυγισμένα της γόνατα.
“Και μετά”, λέει, “με σεβασμό πάλι, χρειάζεται να κάνουμε την υπέρβαση. Ο καθένας τη δική του υπέρβαση· στη ζωή του και στον χώρο του”. Σταυρώνει τα χέρια, αναστενάζει ελαφρά και συνεχίζει. “Το έχω δει να συμβαίνει: Όταν καταφέρνουν οι γενιές να συνεργαστούν, όταν βγάζουν τις παρωπίδες και μένουν οι άνθρωποι, όταν επιτρέπουν στο ιδιαίτερο που είναι ο καθένας μας, να λάμψει στο φως της ζωής, σε τυλίγει μια ζεστασιά τότε. Γίνεται ο κόσμος υποφερτός, ακόμη και το επικείμενο τέλος μοιάζει φυσικό και γαλήνιο. Το θέμα της ηλικίας, όχι μόνο στην οικογένεια, αλλά και σε όλες τις κοινωνικές συναναστροφές, την καλλιτεχνική έκφραση και οπουδήποτε αλλού, δεν είναι μια γραμμή ευθεία, ούτε συνταγές και αφορισμοί. Ψηλαφιστά προχωράς. Την ψυχή σου και τις υπερβάσεις σου καταθέτεις”.
Σταματάει και στυλώνει τα μάτια της απάνω μου με ένταση. Μου φαίνεται σαν να θέλει να τρυπήσει την επιφάνεια και να μπει πιο μέσα, εκεί που είναι οι χυμοί και κυλάνε δυνατά. Όχι για να ρουφήξει, να στραγγίξει, να δηλητηριάσει. Μα για να μαλακώσει την πίεση, να απαλύνει τους πόνους, να δείξει μικρά περάσματα που άλλοι πριν από μένα έχουν ανοίξει. Να γίνει ένας προσωπικός φάρος, να μου κρατήσει το χέρι, να με σηκώσει αν πέσω και τσακιστώ. Είναι η γιαγιά μου, η μάνα μου, η δασκάλα μου, μια μεγαλύτερη φίλη που με αγαπά. Μπορεί να είμαι κι εγώ με τις ρυτίδες και τα εύθραυστα κόκκαλά μου, που μεγαλώνω.
Μαρία (Μαρίζα) Τζούνη
Είδωλο στην Κούνια
Σκηνικές οδηγίες και Χαρακτήρας
Σκηνή θεάτρου
Από το ταβάνι της σκηνής κρέμεται μια ξύλινη κούνια στολισμένη με πολύχρωμα λουλούδια και φτερά
Μια τζαζ μπάντα στο πλάι ακούγεται χαμηλά
Μία γυναίκα 40 ετών ντυμένη με ένα μαύρο ολόσωμο ελαστικό κοστούμι και τα μαλλιά της λιτά κάνει κούνια
Ένας προβολέας τη φωτίζει
Το είδωλο της μια εμφανίζεται στο φως και μια κρύβεται στο σκοτάδι
Μονόλογος
Τώρα ξέρω γιατί βρίσκομαι μπροστά σας. Τώρα θέλω να βρίσκομαι μπροστά σας. Τώρα έχω τη φωνή να τα πω. Συνήθως, όμως κρύβομαι πίσω από τα πολλαπλά μου προσωπεία όπως αυτό της Mrs., της διδακτόρισσας του neo-burlesque, της ερευνήτριας, της φεμινίστριας, της καθηγήτριας, της κόρης, της αδερφής, της συντρόφου, της φίλης, της…, της…, της…, κι εύχομαι αργά, αργότερα της ηλικιωμένης γυναίκας που πάντα θα ξέρει τι έχει να πει ακόμη και μέσα από τις σιωπές της. Συχνά μου ζητούν να βάλω ακόμη ένα προσωπείο… τώρα στα 40. (γελάει ειρωνικά). Αλλά κι αυτό ήταν από πάντα. Ξέρετε ποιο. Το προσωπείο αυτό της μάνας… λες κι είμαι εγώ αυτή που το ορίζει… λες κι αυτό θα κάνει τη δική τους ζωή καλύτερη κι όχι τη δική μου. Το στόμα να τους κλείσω δεν μπορώ. Όμως, μπορώ να είμαι πάντα αυτή που επιλέγει.
Κάπου εκεί έμαθα να βρίσκομαι πίσω από τα τόσα πολλά μου πρόσωπα, πίσω από αυτά τα προσωπεία που τόσο αγαπώ, που έμαθα μεγαλώνοντας να αγαπώ, μα που και τόσο συχνά θέλω από αυτά να αποταχθώ. Τότε, από τη μάσκα της συνθήκης ορίζω να ξεγυμνωθώ. Θα ήθελα να φύγω, να χαθώ, να ξαναγεννηθώ, μα πάλι από την αρχή τα ίδια θα έκανα πιστεύω. Αυτή τη φορά λίγο πιο τολμηρά. Ίσως κάπως πιο εκκεντρικά.
Στα παρασκήνια που έμαθα να ζω, η κεντρική σκηνή δεν μου ταιριάζει. Στα 40 ωστόσο, σε ηλικία ώριμη, στείρα, έκπτωτη της πρότερης μου νιότης, που μου θυμίζει τη ριπή του χρόνου πεισματικά, έχει πλάκα καμιά φορά να βγαίνεις με ορμή μπροστά και να μοστράρεις τη δική σου αλήθεια. Να τσαλακώνεις της κοινωνίας τα αηδιαστικά παραμύθια. Να κάνεις τη μάγισσα… μαγίστρα. Να επιλέγεις να είσαι η Ούρσουλα… κι όχι η Άριελ.
Τέτοιες στιγμές δεν θα ήθελα τίποτα άλλο από το να φορέσω το πολύχρωμο παγετέ κοστούμι της neo-burlesque emcee και να ανέβω στη σκηνή. Γιατί, μάλλον, ακόμη είμαστε πουριτανοί και σιχάθηκα να αφήνω αντιλήψεις να με πνίγουν.
Πίσω μπρος. Για την πρώτη λευκή τούφα στον καθρέφτη που εμφάνισα στο φως.
Πίσω μπρος. Για τη ρυτίδα που απέκτησα γελώντας και βαθαίνει μέρα με τη μέρα.
Πίσω μπρος. Για όσες φορές θέλω να γράψω μα δεν το σκίζω πια.
Πίσω μπρος. Για τότε που κατάφερα να διαβάσω το πρώτο μου ποίημα μπροστά σε κοινό, με τρεμάμενα χέρια και σπασμένη φωνή.
Πίσω μπρος. Για όλες τις φορές που φέρνω το burlesque μου μπροστά στο απορημένο μου κοινό. Και μέσα μου γελάω λίγο γιατί τους φέρνω στο δικό τους πίσω μπρος. Με δεμένο στομάχι και ανακατεμένα έντερα που με βγάζουν συχνά εκτός, πηγαίνω πίσω μπρος με σταθερά τα πόδια. Δεν κάνω πίσω. Παίρνω φόρα να ξαναπάω μπρος. Μπρος πίσω σε μια κούνια με τα πόδια στο πάτωμα και το βλέμμα στον ουρανό. (Πατάει τα πόδια και σταματά για λίγο την κούνια). Μόνο τον ουρανό να βλέπω για ταβάνι.
Πίσω μπρος στα 40 χτυπήματα του χρόνου που με έκαναν αυτό που είμαι.
Πίσω για τις φωνές που έθαψα με γνώση.
Μπρος σε όσα είμαι και άλλα τόσα που θέλω να γίνω.
Το είδωλο συνεχίζει να κάνει κούνια…
Αυλαία














