ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Γράφει η Άντζελα Δημητρακάκη
Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25), όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα, η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.
Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός, μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός). Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.
Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.
Στο δωδέκατο μέρος του αφιερώματος παρουσιάζεται κείμενο της Άντζελας Δημητρακάκη, συγγραφέα, ιστορικού τέχνης και καθηγήτριας στην ιστορία και θεωρία της σύγχρονης τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Η ανεπανάληπτη ιστορία (των τεχνών): Προς μια στοιχειωμένη διαλεκτική
1. Το βέλος του χρόνου στο ιστορικό γίγνεσθαι
Η έννοια «χρόνος» είναι περίπλοκη στη σύγχρονη Φυσική. Στις κοινωνικές επιστήμες όμως – καθώς και στο ιστορικό γίγνεσθαι – το βέλος του χρόνου έχει μόνο μία κατεύθυνση: το μέλλον. Εξαιτίας αυτού, υπάρχει αίτιο, αποτέλεσμα, δυνητικότητα. Η ιστορία των τεχνών μπορεί να λαμβάνει διακριτές ερμηνείες, οι οποίες προκύπτουν από ένα πλαίσιο ηγεμονίας ή ίσως και να μάχονται την ηγεμονία, αλλά είναι δύσκολο να ειπωθεί ότι υφίσταται επανάληψη στην ιστορική ροή. Μπορεί να παρατηρούμε «ομοιότητες» μεταξύ δεκαετιών, αλλά η ιστορία δεν θα επαναληφθεί ούτε «ως φάρσα», όπως σκωπτικά ανέφερε ο Καρλ Μαρξ στην εξαιρετική ανατομία της επανάστασης-αντεπανάστασης της εποχής του, Η 18 η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852). Ήταν η αρχή της βιομηχανικής νεωτερικότητας τότε (η οποία στηρίχτηκε στη δουλεία, την αρπαγή και τη γενοκτονία, ως γνωστόν) και ειλικρινά θα βλέπαμε πολλές ομοιότητες μεταξύ και του 19 ου αιώνα και του 21 ου . Το ηθικο-θεσμικό σύστημα των τεχνών (και των εθνών) εκείνου του αιώνα είναι απολύτως αναγνωρίσιμο σήμερα – για να μην πούμε για το σοκ των τεχνολογικών εφευρέσεων, ανακαλύψεων, πολιτικών προτάσεων και των αντιφάσεων που οι τελευταίες συναντούν.
2. Από τον Μεσοπόλεμο στο Νέο πνεύμα του καπιταλισμού
Οι ομοιότητες που ενδεχομένως θα βλέπαμε μεταξύ του 2020 και της δεκαετίας του 1930, ή ευρύτερα του Μεσοπολέμου, δεν θα συνιστούσαν «επανάληψη», αλλά συνδέονται μέσω της αιτιότητας και της δυνητικότητας που συνθέτουν τον καπιταλισμό ως τον πιο δυναμικό τρόπο παραγωγής στην (γνωστή) ιστορία της ανθρωπότητας, που, δυστυχώς, είναι και η ιστορία του πλανήτη. Για εμένα ως συγγραφέα αλλά και ως ιστορικό της τέχνης υπήρξε ανέκαθεν σημαντική η υποψία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του ευρωπαίου διανοούμενου par excellence, ότι δεν υπάρχει εγγύηση «προόδου» με το θετικό πρόσημο που είθισται να συνοδεύει τη συγκεκριμένη έννοια-καραμέλα του καπιταλισμού. Ο Μπένγιαμιν θεωρούσε την πρόοδο παραίσθηση που γέννησε το «μεθύσι» του υπερ-τεχνολογικού 190υ αιώνα, αλλά η αποκαθήλωση τούτη της τεχνολογίας στο πρώτο μισό του 20 ου αιώνα ξεχάστηκε μέσα στα τριάντα «χρυσά χρόνια» της επανεκκίνησης της κερδοφορίας, από την μεταπολεμική ανοικοδόμηση ως την πετρελαϊκή κρίση και τη διάλυση του Bretton Woods στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σε αυτά τα ευχάριστα για τη Δύση χρόνια, το προλεταριάτο απέκτησε ένα μικροαστικό όνειρο και αντάλλαξε την επανάσταση με την συμπερίληψή του στην αγορά οικιακών ειδών και το όνειρο της «αντιπαροχής». Νομίζω οι Luc Boltanski και Eve Chiapello τα εξηγούν επαρκώς στο Νέο πνεύμα του καπιταλισμού (Γαλλία, 1999).
Οπότε, κοιτώντας το Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, έργο με το οποίο έκλεισε ο Μπένγιαμιν τη δεκαετία του 1930, την τελευταία της ζωής του, βλέπουμε μια κριτική μελαγχολία. Η κριτική μελαγχολία αφορά στη χρονικότητα που ο Μπένγιαμιν (είναι και κάπως μυστικιστής) εκλαμβάνει ως κυκλικότητα – η «επανάληψη» του φασισμού, για παράδειγμα. Όμως δεν πρόκειται για επανάληψη: η «ημέρα της μαρμότας» (μια απίθανη ρομαντική κομεντί του 1993 για την αίσθηση του «κολλημένου» χρόνου που βιώνει η κατεσταλμένη αμερικανική εργατική τάξη) είναι μια φαντασίωση: ποτέ δεν ξυπνάμε στην ίδια μέρα πολιτικά.
Αν λοιπόν δεν πρόκειται για επανάληψη, για τι πρόκειται; Πρόκειται για πολύ αργές ιστορικές διαδικασίες: κάπως απλουστευτικά, θα έλεγα ότι όταν ο καπιταλισμός ζορίζεται γεννά φασισμό. Γιατί ο φασισμός είναι πάντα πρωτίστως αντικομμουνισμός – αυτό θα έλεγε ο κομμουνιστής Αντόνιο Γκράμσι, ο φυλακισμένος από τους φασίστες, που έγραφε πως «το νέο» δεν μπορεί να γεννηθεί, πως μπορούμε να δούμε ένα κενό που οικειοποιούνται τα τέρατα εκεί που το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν έρχεται. Ο Μεσοπόλεμος, που χάρη στο βέλος της Ιστορίας δεν είχε τρόπο να γνωρίζει ότι ήταν μεσοπόλεμος, διατηρούσε το πλεονέκτημα της αισιοδοξίας.
3. Τι πρέπει να ξεχαστεί
Ο Γκράμσι δεν μιλούσε για κάποια αναπόφευκτη μοίρα, για μια μεταφυσική καθήλωση σε κάποια «ανθρώπινη φύση». Το να μιλάμε λοιπόν για δομές (structures) και διαδικασίες στην ιστορία δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα ανθρώπινης δράσης – κάθε άλλο. To κεφάλαιο κάνει ό,τι μπορεί για να ξεχάσει η ανθρωπότητα, που πάντα είναι ιστορικά καθορισμένη, αυτή τη δυνατότητα, κι αυτό γιατί το μεγαλύτερο τμήμα της ανθρωπότητας ανήκει στην κοινωνική τάξη – την εργατική – που το κεφάλαιο χρειάζεται για να υπάρξει. Καταπληκτικά φιλοσοφικά ρεύματα έχουν εφευρεθεί για να πιστέψει η εργατική τάξη ότι το «γίγνεσθαι» – το «becoming» προέρχεται από τον δυναμισμό του κεφαλαίου (ή είναι κάτι που ανήκει και στις πέτρες) και όχι από την ίδια! Μια μεγάλη διαφορά μεταξύ του Μεσοπολέμου και της εποχής μας είναι οτι στον Μεσοπόλεμο τα φιλοσοφικά αυτά ρεύματα δεν είχαν το πάνω χέρι.
Ας επιστρέψουμε όμως στην τάξη της εργασίας, που πρέπει να πιστέψει σε μια αναποδογυρισμένη αλήθεια: ότι εκείνη χρειάζεται το κεφάλαιο και όχι το κεφάλαιο εκείνη. Ο φόβος πως δεν θα υπάρχει «αρκετή» εργατική τάξη κρύβεται και πίσω από τον δημογραφικό πανικό της εποχής μας, επιβεβαιώνοντας τις μαρξίστριες φεμινίστριες της δεκαετίας του 1970, οι οποίες είχαν κατανοήσει ότι το κεφάλαιο στηρίζει την καλούμενη «ανάπτυξη» στην παροχή εργατών/τριών και ανθρώπινου γεννητικού υλικού προς εκμετάλλευση. Ένας από τους λόγους επένδυσης στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι η ανάγκη (για το κεφάλαιο) αύξησης της παραγωγικότητας, όμως η ανθρώπινη ζωή παραμένει και θα παραμείνει η βάση της εκμετάλλευσης, οπότε το κεφάλαιο από τις ΗΠΑ ως την Κίνα κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει πολλαπλές μεθόδους πρόσβασης στην ανθρώπινη εργασιακή δύναμη που χρειάζεται. Η σχέση κεφαλαίου και ανθρώπινης αναπαραγωγής σήμερα είναι σίγουρα πολύ αλλαγμένη από τη δεκαετία του 1930, και απαιτεί τόσο ακραίο συντηρητισμό όσο και μια επανάσταση στην προσέγγιση του φύλου.
Μια άλλη (πλην σχετική με τα παραπάνω) τεράστια αλλαγή μεταξύ Μεσοπολέμου και σήμερα είναι η καλπάζουσα καταστροφή του περιβάλλοντος ή της φύσης από την «ανάπτυξη», και ειλικρινά, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το κεφάλαιο – που συσκοτίζουμε όταν μιλάμε απλά για «οικονομία» – δεν γίνεται να μην επεκτείνεται και να μην φτιάχνει αγορές και περιβάλλοντα εξορύξεων, είτε μέσα στα σώματά μας είτε στον Αμαζόνιο είτε στη Σελήνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά και με ό,τι προϋποθέτει, και όπως έχει αναφέρει ο Αντρέας Μαλμ (Andreas Malm), η δραστηριότητα του κεφαλαίου διευκολύνεται διά του επιχειρήματος ότι η φύση δεν υπάρχει ως διακριτή διαδικασία και αντικείμενο. Με άλλα λόγια: αυτό που θέλετε να προστατέψετε δεν υπάρχει! Ασφαλώς, η θεμελιακή αυτή ιδέα της μετανεωτερικής σύμβασης δεν ηγεμόνευε τον Μεσοπόλεμο.

4. Η μεταφορική ισχύ του παρελθόντος
Η εποχή μας γνωρίζει μαζικά αυτή την αλήθεια, όμως οι άνθρωποι νιώθουν πολύ ηττημένοι, αν μπορώ να το θέσω έτσι, για να αντισταθούν συλλογικά. Μεταξύ του Μεσοπολέμου και του σήμερα παρεμβάλλεται ο νεοφιλελευθερισμός και ο ανθρωπότυπος που έφτιαξε: αυτός που πιστεύει στην «ατομική» πλήρωση.
Οι άνθρωποι που βλέπουμε στα πρόσφατα τεκμήρια-φωτογραφίες της Καισαριανής, τραβηγμένες λίγα χρόνια μετά τη δεκαετία του 1930, δεν ένιωθαν ηττημένοι, ακόμη και μπροστά στο ναζιστικό εκτελεστικό απόσπασμα. Από τότε ως σήμερα, το κεφάλαιο χρησιμοποίησε κάθε μέσο για την παγίωση του αντι- κομμουνισμού και την εξάλειψη κάθε «κομμουνιστικού ορίζοντα» (τίτλος βιβλίου της Jodi Dean από το 2012). Δεν είναι τυχαίο ότι στη δεκαετία μας διανοητές της αριστεράς – Cédric Durand, Jodi Dean, Γιάνης Βαρουφάκης, κ.ά – βλέπουν κάποια εκδοχή και μετεξέλιξη της φεουδαρχίας να έπεται του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Άσχετα από το αν διαφωνούμε ή συμφωνούμε με τις σχετικές αποτιμήσεις, αυτή η αναφορά στο παρελθόν είναι δηλωτική του «πνεύματος της εποχής». Η εποχή μας λοιπόν μοιάζει να βιώνει μια ματαίωση σχεδόν βαθύτερη του τρόμου της δεκαετίας του 1930, όταν το κεφάλαιο είχε δρομολογήσει έναν φασισμό για να ανακόψει τις επαναστατικές τάσεις της τότε εργατικής τάξης.
Αυτό συνέβη πολύ έντονα μετά το «κραχ» του 1929, και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που καλούμαστε να δούμε είναι αν μετά το 2008, είχαμε μια προβλέψιμη άνθιση της φασιστικής τάσης για τους ίδιους ακριβώς λόγους, με τους ίδιους ακριβώς μοχλούς. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε το τι συνέβη μεταξύ 1929 και 2008. Είναι πάρα πολλά αυτά που συνέβησαν ακόμη και για να αναφερθούν περιληπτικά, όμως ας μην ξεχνάμε την επιτυχή επίθεση στις ελπίδες της νεωτερικότητας κατά τη δεκαετία του υψηλού μεταμοντερνισμού και νεοφιλελευθερισμού – τη δεκαετία του 1980 – όταν, για παράδειγμα, οι πιο συντηρητικές απόψεις για τη διατήρηση του status quo υποδύθηκαν ότι ήταν επαναστατική διανόηση. Αν βέβαια διαβάσουμε την κριτική της «Ιδεολογίας της Καλιφόρνια» (Richard Barbrook και Andy Cameron, «The Californian Ideology», Mute 1, αρ. 3, 1 Σεπτεμβρίου 1995) που εμφανίζεται λίγα χρόνια μετά, καταλαβαίνουμε καλύτερα την εποχή μας – τόσο την Κίνα όσο και την τωρινή, αμερικανική αυτοκρατορία που ανησυχεί για τον έλεγχο που ασκεί επί της δυναμικής του κεφαλαίου.
5. Τέχνη, το Πεδίο Glamour της μεταφοράς δεξιοτήτων;
Όσο για την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον κινηματογράφο, ας πούμε ότι όλα αυτά είναι «μοντέρνα», με την καθημερινή παρά την ιστορικοτεχνική σημασία της λέξης. Είναι έντονα «παιδιά του καιρού μας», αλλά αυτό μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι βιώνουν ένα «τέλος εποχής» ή μια στασιμότητα. Θυμάμαι ότι το φοιτητικό κυρίως κοινό είχε αναστατωθεί πολύ σε μια διάλεξη που είχε δώσει ο Mark Fisher (1968-2017) στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, όπου είχε υποστηρίξει ότι η μουσική είναι στάσιμη εδώ και κάποια χρόνια. Σε κανένα και καμία νέα δημιουργό δεν είναι αρεστό αυτό, νιώθουν σα να τους κλέβει τη ζωή αυτή η πεποίθηση και ότι απλά κάποιος δεν καταλαβαίνει τις νέες μορφές έκφρασης – όμως η ιστορική πραγματικότητα υπάρχει και δε νοιάζεται για το αν απογοητεύει τη νεολαία.
Πέρα από κάποιες στάσεις ρετρό-αντίστασης (παιδιά ενάντια στο insta-culture, millennials που αγαπούν το χαρτί ως φόντο ανάγνωσης, κλ.π), η γενικότερη τάση της τέχνης στη νεωτερικότητα είναι να κάνει την μεταφορά δεξιοτήτων από τον άνθρωπο στη μηχανή να φαίνεται ως πρόοδος. Υπάρχει μια τρομακτική πίεση στους και στις εικαστικούς, μέσω χρηματοδότησης και δήθεν ευκαιριών, να αγκαλιάζουν κάθε νέα τεχνολογία και να πειραματίζονται με αυτή. Το είδαμε στη δεκαετία του 1990, το βλέπουμε και σήμερα. Η πίεση είναι γενικότερη, μέσω προγραμμάτων κατάρτισης που αν δεν τα κάνεις, μένεις «πίσω», αλλά η τέχνη επιτελεί τον ρόλο του κράχτη, δουλειά της είναι να ωραιοποιεί και να αορατοποιεί την εμβάθυνση της υποτέλειας δεξιοτήτων στην τεχνολογία που ξεκινά και επιστρέφει στο military-industrial complex. Ξέρω πόσο δυσάρεστη ακούγεται μια τέτοια διαπίστωση, και φυσικά δεν αφορά όλη την τέχνη αλλά μια μεγάλη (κυρίαρχη) τάση της. Αυτό που περιγράφω συνέβαινε σε κάποιο βαθμό και στην έναρξη του μοντερνισμού, αλλά εκεί η επαναστατική προοπτική έδινε κάποια ελπίδα στον πειραματισμό. Σήμερα, ο πειραματισμός είναι σχεδόν παραισθητικός γιατί και οι μηχανές είναι διαφορετικές. Οι μηχανές έχουν ιστορία εντός του τρόπου παραγωγής. Η ιστορία των μηχανών είναι σημαντική για την ιστορία των τεχνών.
6. Η στοιχειωμένη διαλεκτική
Σήμερα υπάρχει πρόβλημα ορισμού της έννοιας «τέχνη» πολύ περισσότερο από τις αρχές του 20 ου αιώνα, που και τότε υπήρχε: ήταν το έργο τέχνης ένας τροχός ποδηλάτου ή μια λεκάνη τουαλέτας με υπογραφή ενός ευκατάστατου μπουρζουά πλακατζή με ισχυρές φίλες; Είναι έργο τέχνης το να φέρνεις κάποιους ανθρώπους σε μια αίθουσα να συζητήσουν τα προβλήματά τους, όπως έχουμε εδώ και δεκαετίες; Αυτό που σίγουρα ισχύει είναι ότι η ταινία Metropolis του 1927, που αναφέρεται στο 2026, και παρουσιάζει μια από τις πρώτες μείξεις ανθρώπου-μηχανής (γυναίκας-μηχανής, φυσικά, η ιδέα δεν είναι του 1985 και της Donna Haraway), είναι πολύ πιο κοντά μας από ό,τι θα θέλαμε. Η ταινία αυτή ως σύλληψη στη Γερμανία εκείνης της δεκαετίας έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν θα είναι ποτέ μακριά μας ωσότου αποκατασταθεί η πίστη μας σε ένα μέλλον ανθρώπινης αλληλεγγύης, ισότιμης συνεργασίας και κατάργησης της εκμετάλλευσης.
Ολοκληρώνοντας λοιπόν, θα έλεγα πως η φασιστική φάση, που όμως είπε μια συνάδελφος στο Third Text το 2019 (είχα κάνει ένα αφιερωματικό τεύχος στον αντιφασισμό) είναι ο «καπιταλισμός χωρίς φίλτρο», δεν έφυγε ποτέ από τις κοινωνίες μας γιατί το κεφάλαιο δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς να την ενεργοποιεί για την προστασία του όταν χρειάζεται. Το ίδιο βεβαίως συμβαίνει και με τον ιμπεριαλισμό, για τον οποίο μίλησε ο Λένιν πριν πάνω από έναν αιώνα. Όμως σήμερα ο βαθμός επικινδυνότητας είναι τεράστιος καθώς υπάρχουν πυρηνικά, υπάρχει η de facto καταστροφή του περιβάλλοντος, υπάρχουν εφιαλτικές πλέον τεχνολογίες καταστολής και χειραγώγησης. Αυτό το μέλλον προέκυψε και από τη δεκαετία του 1930, αλλά όχι μόνο από αυτή. Το μάθημα Ιστορίας που θα μας ήταν χρήσιμο από τότε νομίζω θα ήταν μια ερώτηση: τι είδους στρατηγικό ηρωϊσμό – «στρατηγικό» γιατί δεν θα πρόκυπτε αυθόρμητα πια μέσα από τις τόσο ελεγχόμενες συνθήκες, αλλά στοχευμένα, ως σχεδιασμένη απαλλαγή από αυτές – χρειαζόμαστε σήμερα για την επανάκτηση της αυτενέργειας ως εργασιακά υποκείμενα; Νομίζω αυτή η έννοια, του ηρωϊσμού – της δυνατότητας ή όχι να σκεφτούμε και να δράσουμε οριακά και εναντιωματικά απέναντι στην ήπια υποτέλεια – μας στοιχειώνει όσο κι αν προσπαθούμε να την απωθήσουμε. Αυτή η πρακτική της στοιχειωμένης διαλεκτικής είναι μια μέθοδος σύνδεσης με το ιστορικό γίγνεσθαι που δύναται να μας πάει πέρα από τον (δικαιολογημένο) πανικό που νιώθουμε ως τάξη εργαζομένων μπροστά στους ενεργειακούς πολέμους του κεφαλαίου.
Η Άντζελα Δημητρακάκη είναι συγγραφέας και ιστορικός τέχνης. Τα πιο σχετικά μυθιστορήματά της με την ερώτηση του Μεσοπολέμου είναι Το μανιφέστο της ήττας (2006) και ΑΕΡΟΠΛΑΣΤ (2015). Το νέο της μυθιστόρημα, Μπάζα, θα εκδοθεί το 2026 (ελπίζει). Η βραβευμένη νουβέλα της Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού κυκλοφορεί στα ιταλικά τον Μάιο του 2026. Το πρόσφατο ερευνητικό της έργο είναι το Feminism. Art. Capitalism., Pluto Press, Λονδίνο 2025. Είναι καθηγήτρια στην ιστορία και θεωρία της σύγχρονης τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.














