Το δέντρο του αόρατου ανέμου: Εξόδιος Αέρας της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Το δέντρο του αόρατου ανέμου: Εξόδιος Αέρας, Μαρία Κούρση
(Εκδοτική Αθηνών, 2024, 2η έκδοση / 1η έκδ. 2023, ISBN: 978-960-213-478-8)
γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική της Μαρίας Κούρση στη συλλογή Εξόδιος Αέρας (Εκδοτική Αθηνών, 2024, 2η έκδοση / 1η έκδ. 2023, ISBN: 978-960-213-478-8) συγκροτεί μια μακρά συνομιλία με τη φθορά, τον χρόνο και, κυρίως, με τα όρια της γλώσσας. Από το εξώφυλλο —όπου ένα μοναχικό, ανεμοδαρμένο δέντρο δεσπόζει σε ένα λιτό τοπίο— εγκαθίσταται ένας κόσμος εκτεθειμένος στην αδιάκοπη διάβρωση. Ο «αέρας» του τίτλου λειτουργεί ως κεντρικός μεταφορικός άξονας: μια αόρατη δύναμη που διαλύει τον λόγο, αφήνοντας πίσω της ένα κενό, «ένα κουτί γεμάτο αέρα», δηλαδή ένα περίβλημα που υπόσχεται νόημα, αλλά τελικά φιλοξενεί μόνο το άυλο και διαφεύγον στοιχείο της γλώσσας. Η ποίηση εδώ δεν αναπαριστά τη ζωή· την προλαβαίνει τη στιγμή που χάνεται.
Οι προλογικοί στίχοι λειτουργούν ως καθοριστική ποιητική δήλωση της συλλογής. Η διπλή άρνηση («δεν έχουν πια τέλος», «δεν έχουν πια ιστορία») σηματοδοτεί την κατάρρευση της αφήγησης και την απώλεια γραμμικού χρόνου και συνεκτικού νοήματος. Στη θέση της ιστορίας απομένει ένα υποκείμενο αποσπασμένο: «ένας άνθρωπος αφηρημένος / την ώρα μιας γιορτής». Η αντίθεση ανάμεσα στη γιορτή —ως πεδίο συλλογικότητας και ζωής— και την εσωτερική απομάκρυνση του αφηρημένου προσώπου αποκαλύπτει μια ύπαρξη που βρίσκεται μέσα στον κόσμο αλλά δεν ανήκει σε αυτόν. Έτσι, το προοίμιο προετοιμάζει την ποιητική της συλλογής: η ποίηση δεν αφηγείται, αλλά καταγράφει θραύσματα συνείδησης.
Η μορφή των ποιημάτων δεν διακοσμεί· παράγει νόημα. Ο ελεύθερος στίχος, η αποσπασματικότητα και η ασύμμετρη διάταξη στη σελίδα —με το κύριο σώμα αριστερά και παρεμβολές δεξιά, όπως στο «Ό,τι είναι να γίνει / Δεν θα γίνει»— δημιουργούν πολλαπλά επίπεδα λόγου, όπου αφήγηση και στοχασμός συνυπάρχουν. Ο κενός χώρος λειτουργεί ως σιωπή και χρόνος, ενώ η ανομοιομορφία της στοίχισης αποδίδει τη μη γραμμικότητα της ζωής. Η έμφαση σε λέξεις-κλειδιά, όπως «αέρας» και «χρόνος», δεν οργανώνει απλώς θεματικά τη συλλογή, αλλά συγκροτεί το ίδιο το πεδίο μέσα στο οποίο κινείται η γλώσσα. Ο «αέρας» δεν είναι μόνο μια δύναμη διάλυσης· είναι και το άυλο μέσο της φωνής, η συνθήκη της εκφοράς που, την ίδια στιγμή που καθιστά δυνατή τη λέξη, την αφήνει να διασκορπιστεί. Ο «χρόνος», αντίστοιχα, δεν λειτουργεί μόνο ως φθορά της ύπαρξης, αλλά ως μηχανισμός που απογυμνώνει τη γλώσσα από τη σταθερότητά της, αποκαλύπτοντας τη ρευστότητα και την προσωρινότητά της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι λέξεις δεν μπορούν να παγιωθούν· εμφανίζονται, μεταβάλλονται και χάνονται, όπως ο αέρας που τις φέρει και ο χρόνος που τις διαλύει.
Η συλλογή διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες, των οποίων οι τίτλοι αποτυπώνουν την εξέλιξη της ποιητικής φωνής: από τη διχασμένη σιωπή («Λέει η άλαλη άλλη»), στη φθορά της γλώσσας («Λέξη καλλονή κοιμάται στο αίμα της»), στην αποτυχημένη προσέγγισή της («Αναζήτησα την εύνοια της λέξης Αγγίζω από μακριά»), στη μηχανική επανάληψη («Έμαθε να λέει απέξω Ένα τοπίο Το αποστήθισε»), και τέλος στη θεατρική της έκθεση («Όλες οι λέξεις ανεβαίνουν στη Σκηνή»). Η πορεία αυτή δεν είναι απλώς θεματική· είναι υπαρξιακή: καταγράφει την κρίση της ταυτότητας μέσα από την κρίση της γλώσσας.
Στην πρώτη ενότητα, «Λέει η άλαλη άλλη», αποκαλύπτεται η κεντρική αντίφαση της συλλογής: η «άλαλη» πλευρά του εαυτού βρίσκει τελικά φωνή μέσα από τη θραυσματική ποίηση. Ο τίτλος δηλώνει την αδυναμία του υποκειμένου να εκφραστεί πλήρως, αποδίδοντας την αίσθηση μιας σιωπής που επιβάλλεται από τη φθορά και τη διαρκή διαρροή της ζωής. Στο ποίημα «Απροετοίμαστη» (σ. 12), η διαπίστωση πως η ζωή «δεν έγινε ακόμα» έρχεται σε σύγκρουση με τη «μεγάλη αποδημία» των πραγμάτων που φεύγουν κάνοντας «μεγάλη φασαρία». Η παρήχηση του /φ/ και η συντομία των στίχων δημιουργούν έναν ήχο διαρκούς αποχώρησης. Η ρωγμή αυτή βαθαίνει στο «Η λεία του απογεύματος» (σ. 15), όπου η αντίθεση ανάμεσα στην «εύκολη συνήθεια να γράφεις» και τη «δύσκολη συνήθεια να ζεις» μετατρέπει τη γραφή σε ομολογία. Η ποίηση δεν προσφέρει καταφύγιο· προσφέρει έκθεση: στο «Ο φωτισμός σωπαίνει» (σ. 17) γίνεται «παραμορφωμένα λαμπάκια», μια ακτινογραφία που αποκαλύπτει κόκκαλα, αίμα και φόβο. Στο «Από μακριά» (σ. 19), το υποκείμενο παρακολουθεί «των άλλων την ίδια ολόιδια ζωή», εγκλωβισμένο σε έναν εσωτερικό χώρο χωρίς ησυχία. Τέλος, στο «Του περιπατητή» (σ. 39), η επανάληψη του «εγώ» και η σκληρή ηχητικότητα διαλύουν την ταυτότητα σε θραύσματα.
Αν στην πρώτη ενότητα η φωνή παλεύει να αρθρωθεί, στη δεύτερη, «Λέξη καλλονή κοιμάται στο αίμα της», η ίδια η γλώσσα τραυματίζεται. Η «καλλονή» λέξη εμφανίζεται πληγωμένη και αδρανής. Στο ποίημα «Στόχοι λοξοί» (σ. 44), το υποκείμενο «ψευτοζεί», φοβούμενο μια ήρεμη ζωή που θα το απομάκρυνε από τις «γδαρμένες λέξεις» — τις μόνες που διατηρούν την ένταση της εμπειρίας. Στα «Τα λυπηρά» (σ. 48), η σχέση αντιστρέφεται: οι λέξεις «περιποιούνται» το υποκείμενο και το «σιγοπνίγουν». Η γλώσσα γίνεται ασφυκτική. Στο «Και τα λυπημένα» (σ. 49), η απομυθοποίηση ολοκληρώνεται: οι λέξεις χάνουν τον ιδεατό και ποιητικό τους χαρακτήρα και γίνονται καθημερινές, σχεδόν παραμορφωμένες, κινούμενες μέσα σε μια κατακερματισμένη υλικότητα («κομμάτια νερό», «κομμάτια φωτιά»). Δεν λειτουργούν πια ως φορείς αλήθειας, αλλά ως ίχνη μιας εμπειρίας που διαλύεται μέσα στην ίδια της τη φθορά.
Η τρίτη ενότητα, «Αναζήτησα την εύνοια της λέξης Αγγίζω Από μακριά», εκφράζει μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης της γλώσσας. Ωστόσο, η σχέση παραμένει αντιφατική: το «αγγίζω» συνοδεύεται από το «από μακριά», άρα πρόκειται για μια επαφή αδύνατη ή ελλιπή. Στο ποίημα «κεφάλι» (σ. 91) και στους στίχους «είμαι εγώ θηλυκό αρσενικό», «εγώ εσύ ανάποδα», διαφαίνεται μια ρευστότητα ταυτότητας και σχέσεων. Η γλώσσα γίνεται πεδίο αναζήτησης, αλλά όχι κατάκτησης. Η ποιήτρια επιθυμεί την «εύνοια» της λέξης, σαν να πρόκειται για κάτι ανώτερο ή ανεξάρτητο, που δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως. Η γλώσσα λειτουργεί ως εργαλείο προσέγγισης του άλλου, αλλά παραμένει αποσπασματική και θραυσματική.
Στην τέταρτη ενότητα, η γλώσσα συνδέεται με τη μνήμη και την επανάληψη, αναδεικνύοντας την υπαρξιακή αποξένωση. Η χρήση του ρήματος «αποστηθίζω» μετατρέπει το βιωμένο τοπίο σε στείρο αντικείμενο αναπαραγωγής. Στο ποίημα «Προβάρουν άλλες λέξεις» (σ. 133), η παρήχηση των /π/ και /σ/ τονίζει τον επίπονο και τελετουργικό χαρακτήρα της επανάληψης, όπου η ζωή «προβάρεται» αντί να βιώνεται. Η σύγκρουση ανάμεσα στη φθορά της πραγματικότητας και την τέχνη κορυφώνεται στο ποίημα «Ανεμοδείκτης 9» (σ. 147), όπου η μεταφορά του «αμείλικτου βαρελιού» αποδίδει το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, ενώ η έλλειψη «φωτογένειας» της ποίησης δείχνει την αδυναμία της να ωραιοποιήσει την τραχιά εμπειρία. Έτσι, η ενότητα συνοψίζει μια σταδιακή υπαρξιακή διάβρωση, όπου η ζωή αναπαράγεται μέσα από λέξεις που έχουν χάσει τη ζωτικότητά τους.
Η πέμπτη ενότητα, «Όλες οι λέξεις ανεβαίνουν στη Σκηνή», κορυφώνει τη θεατρικότητα της συλλογής. Οι λέξεις προσωποποιούνται και γίνονται δρώντα πρόσωπα, ενώ η ζωή παρουσιάζεται σαν παράσταση, συνδεόμενη με την εικόνα «βγαίνω στη σκηνή στη θέση άλλου» (σ. 39). Στο ποίημα «Όλα τα χαϊδεμένα μου» (σ. 174), η ποίηση εμφανίζεται ως ιεροτελεστία: «Τα ποιήματα; / Με τον σταυρό στο χέρι», υποδηλώνοντας πως η δημιουργία είναι ταυτόχρονα βάρος και αποστολή. Η κατακλείδα στο ποίημα «(Ας) νομίζουν ότι λείπω» (σ. 175): «Με τα Ποιήματα όλα τα χρόνια έζησα / Σ’ ένα κουτί γεμάτο [αέρα]» κλείνει τον κύκλο, επαναφέροντας τον κεντρικό μεταφορικό άξονα.
Ένας από τους πιο συνεκτικούς άξονες της συλλογής είναι η επίμονη επανεμφάνιση της ίδιας της «λέξης» ως θεματικού και ποιητικού πυρήνα. Οι λέξεις δεν λειτουργούν ως ουδέτερα μέσα έκφρασης, αλλά ως ζωντανές, μεταβαλλόμενες οντότητες, που φέρουν πάνω τους τα ίχνη της φθοράς και της εμπειρίας. Εμφανίζονται «τεντωμένες», «τουμπανιασμένες», «στρογγυλές κλειστές», «κουρασμένες», «στοιχειωμένες», ακόμη και «πλούσια καλοντυμένες», αποκτώντας υλικότητα και σχεδόν σωματική παρουσία. Άλλοτε πενθούν, άλλοτε εγκαταλείπουν το υποκείμενο («η λέξη έφυγε με το πρώτο σύννεφο», «φεύγουν μία μία οι λέξεις κουρασμένες»), ενώ αλλού επιχειρούν να αυτονομηθούν («οι λέξεις μάθαιναν να πετούν»).
Η επανάληψη αυτών των μεταμορφώσεων συγκροτεί μια ποιητική όπου η γλώσσα δεν εγγυάται πλέον τη σημασία· εκτίθεται ως πεδίο αστάθειας και απώλειας. Οι λέξεις άλλοτε χρειάζονται φροντίδα («έπρεπε να μεγαλώσω τις λέξεις»), άλλοτε αποκτούν καθημερινότητα («οι λέξεις κάθε μέρα»), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργούν ως όρια ή στηρίγματα («μερικές λέξεις είναι σαν τα πεζούλια»). Το υποκείμενο «υποψιάζεται λέξεις», «ανοίγει την πρώτη λέξη», αλλά δεν τις κατέχει ποτέ πλήρως.
Η κορύφωση αυτής της διαδρομής έρχεται στο τέλος της συλλογής, όπου «οι λέξεις υποκλίνονται, κατεβαίνουν από τη σκηνή, χάνονται στον κόσμο». Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει την ποιητική της Κούρση: οι λέξεις δεν ανήκουν στο ποίημα ούτε στο υποκείμενο· εμφανίζονται, επιτελούν τον ρόλο τους και αποσύρονται.
Η Μαρία Κούρση οικοδομεί την ποιητική της πάνω στην ίδια την αδυναμία της γλώσσας να αποδώσει την εμπειρία, μετατρέποντάς την σε βασική ποιητική συνθήκη. Στη συλλογή Εξόδιος Αέρας, η γλώσσα δεν διασώζει την εμπειρία· την εκθέτει τη στιγμή που διαλύεται. Η ποίηση δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά ως χώρος όπου οι λέξεις εμφανίζονται, μεταμορφώνονται και τελικά αποσύρονται, χωρίς ποτέ να εγγυώνται ένα σταθερό νόημα.
![]()

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.