Η Νόσος των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη. Γράφει η Εύη Κουτρουμπάκη
Η Νόσος των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη. Γράφει η Εύη Κουτρουμπάκη

Η Νόσος των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη, θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ένας εκθεμελιωτικός σεισμός, μια επισκόπηση στις παθογένειες στο χώρο της Τέχνης, ένα ταξίδι όπως του Μωυσή ή του Οδυσσέα στο χώρο και στο χρόνο προς ένα απολεσθέν παρελθόν κι ένα άγνωστο μέλλον. Ένα παρελθόν μαρμαρωμένο και ταυτόχρονα μεταλλαγμένο από τη μνήμη. Με μια σκηνοθετημένη ακολουθία μορφών.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δυστοπικό; Μα δεν βιώνουμε τη δυστοπία στα καθ ημάς παντοιοτρόπως;
Άρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα καταγραφής.
Ο Μιχάλης Αλμπάτης , άλλωστε, είναι συγγραφέας της μετατόπισης του εσωτερικού χώρου και της αμφισημίας.
Η γραφή του δεν είναι επιβεβαίωση, είναι διατάραξη.
Ο συγγραφέας, βρίσκεται στην κορυφαία χρονικότητα της προσωπικής του συγγραφικής δημιουργίας.
Ως homo scriptor, φαίνεται διαρκώς να εξορύσσει την πολύτιμη πρώτη ύλη του σημασιακού, βιωματικού και υλικού ορύγματος της πνευματικότητας και των προβληματισμών του, από τον φαντασιακό και γνωστικό του αποταμιευτήρα.
Έτσι, και στη ‘’Νόσο των ουρητηρίων’’, αυτό το πολυεπίπεδο, ρηξικέλευθο και εξαιρετικά πυκνογραμμένο μυθιστόρημα, ο Αλμπάτης, με σκηνοθετική μαεστρία, καταπιάνεται με την αντιφατική σχεδόν αμήχανη στάση των υπηρετών της Τέχνης και πως αυτή μπορεί να μετατραπεί από λυτρωτικός παράγοντας σε μέγγενη για τον δημιουργό και τους αποδέκτες του έργου του.
Ο Μιχάλης Αλμπάτης φαίνεται να μη φοβάται τα μεγάλα θέματα. Ούτε διστάζει να τα κοιτάξει κατάματα. Ακόμη κι αν αφορούν και αυτόν τον ίδιο. Ιδίως αυτόν. Μια και είναι και ο ίδιος homo scriptor.
Ένας γραφιάς όμως, που δε διστάζει να αναμετράται με τον ίδιο του τον εαυτό,αποφεύγει μετά βδελυγμίας την επανάληψη των μοτίβων της επιτυχίας και σε κάθε νέα του απόπειρα να τολμά να ασχοληθεί με ένα καινούργιο πεδίο προβληματισμού, χωρίς δίχτυ ασφαλείας σε ένα κόσμο που προσφέρει παντού δίχτυα. Χωρίς την ανάγκη να καλύψει τα κενά με ένα επινοημένο νόημα, όταν όλοι γύρω μας στοκάρουν τα κενά με ευκολία.
Ο Αλμπάτης, επιμένει να μην επαναλαμβάνεται. Η ανάγκη του αυτή, τον πιάνει από το γιακά και τον τραβάει μαζί της.Μπορεί να φαίνεται τούτο αδύνατο, αλλά αν πάψει να είναι ζητούμενο τότε όλα τελειώνουν πραγματικά.
Στο δυο ταχυτήτων αυτό μυθιστόρημα, που οι διαφορετικές αυτές ταχύτητες γίνονται άμεσα ορατές από τις διαφορετικές γραμματοσειρές,δύο παράλληλες ιστορίες αναπτύσσονται. Η μια αυτή των έξι πρωταγωνιστών που εμπλέκονται άμεσα με την επιδημική νόσο της πολιτισμικής λαίλαπας κι απ την άλλη η εξέλιξη και τα παρελκόμενα της ιδιας της νόσου.
Πως μπορεί όταν είναι κάποιος λογοτέχνης να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού και να ξεφύγει από τις νόρμες και από τις φόρμες;
Γιατί φόρμα ας πούμε ότι είναι η μη ανάμειξη των αφηγηματικών τρόπων.
Υπάρχουν όμως άραγε, συρτάρια στο αχανές ορυχείο της Λογοτεχνίας; Μπορεί κανείς να ερμηνεύσει το ανερμήνευτο της λογοτεχνικής πρακτικής;
Η λογοτεχνία δεν είναι μαθηματικά για να πεις “αυτό το βιβλίο είναι μιγαδικός αριθμός” και να ξεμπερδεύεις.
Έτσι λοιπόν οι ήρωες της μιας αφήγησης του βιβλίου, παρίες εκτός θεσμού και εκτός δόξης, όπως πιθανόν να τους αποκαλούσε η Hannah Arendt, προσπαθούν να φτιάξουν μια νέα ζωή, μετά την επιμόλυνση τους, αφήνοντας πίσω τη μνήμη του πρότερου βίου, χωρίς προπαιδεία και με παντελή έλλειψη ψυχικής συνέχειας, προσπαθούν να επανιδρύσουν τη ζωή τους.
Θέτει διερωτήσεις το βιβλίο γι αυτό που ο Πλούταρχος αποκαλεί συνεχές, αυτό που δηλαδή συνέχει τον βίο, αλλά και για τη δύναμη της μεταβολής , για μια ζωή πριν και για μια ζωή μετά.
Τι δύναμη έχει η ψυχική συνέχεια και ποια τα αποτελέσματα της κατάλυσης της;
Στη Νόσο των ουρητηρίων ο Αλμπάτης φωτίζει την εγκαθίδρυση ασυνεχειών μεταξύ οντοτήτων ή καταστάσεων και εντοπίζει ρήξεις εκεί όπου προηγουμένως υπήρχαν προεκτάσεις και συνέχειες.
Στο βιβλίο αυτό, με μια εξαιρετικά στημένη έμψυχη τοιχογραφία, ένα ταμπλό βιβάν, προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση και τις φιλοδοξίες της, χωρίς να καταφεύγει σε έτοιμα στερεότυπα. Τον ενδιαφέρει να φωτίσει σχέσεις, φοβίες, μυστικές δυνάμεις, καταπιεσμένα ένστικτα, κίνητρα, προκαταλήψεις και φιλοδοξίες, κομμάτια και όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας και της ανθρώπινης δύναμης αντίστοιχα.
Η πρόσληψη και η απόδοση της ερημίας, της απόρριψης και εντέλει της ακούσιας απομόνωσης, αντηχεί στο εσωτερικό τοπίο των ηρώων του, εκφράζοντας τους φόβους, τις ελπίδες, τις ενοράσεις ή τις απογοητεύσεις τους, μέσα σε ένα τοπίο φθοράς, ματαίωσης, απουσίας και μελαγχολίας.
Οι ήρωες του καθημαγμένοι και ματαιωμένοι, λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν κινητήριο μοχλό για την περιγραφή του ψυχισμού τους μιας και ζουν ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αυτούς του ευκτέου και του πραγματικού.
Με αυτή την προσέγγιση, ο Αλμπάτης αποδεσμεύει τους ήρωες του από τους βασανιστικούς και ανυπέρβλητους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, δίνοντας τους τη δυνατότητα να εκφράσουν τα μύχια τους, τις ματαιώσεις και τις ελπίδες τους.
Χειρίζεται το βιβλίο αυτό σαν ένα δίκτυο σκέψης του ‘είναι’, απαρτίζοντας έναν πίνακα ολότητας της ανθρώπινης κατάστασης.
Στο βιβλίο αυτό ο Αλμπάτης με έναν υψηλό ποιοτικά, πυκνό εκφραστικά και με ευκρινή αρτιότητα δομημένο λόγο, εμπλέκει τους ήρωες του στην εξελικτική πλοκή με υψηλή λογοτεχνική σαφήνεια.
Μέσω αυτών καταθέτει τις προσωπικές του διερωτήσεις και αγωνίες για την Τέχνη , το ρόλο των διανοούμενων, την έμπνευση και τη θέση που έχουν ή θα ήθελαν να αποκτήσουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, καθώς και τους υπαρκτούς και στις μέρες μας, κινδύνους συνταγματικής εκτροπής.
Γιατί τα λογοτεχνικά κείμενα , όπως μας παραδίδονται από τον καθένα και την καθεμιά, γράφοντα και γράφουσα, περιέχουν όχι μόνο στοιχεία από την βιογραφία τους, αλλά και προβολές από τα βαθύτερα τινά τους, τα οποία συγκροτούν τον χαρακτήρα και τον τρόπο των σκέψεών τους.
Ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι ένας πολλαπλός καθρέφτης για το σπαραγμένο πρόσωπο του κάθε συγγραφέα.
Προδίδει δηλαδή την πνευματική ποιότητα των δημιουργών και την αγωνιακή πλευρά των πεποιθήσεών τους.
Ή, αλλιώς, την ακεραιότητά τους με όλα τα πραγματικά ή πιθανά, με όλα τα ορατά και τα αόρατα μέρη τους.
Στη ‘’Νόσο των Ουρητηρίων’’, η δράση αναπτύσσεται με την ανάμειξη του δραματικού με το γκροτέσκο
Η σταθερή και «τυπική» ατμόσφαιρα του, έχει τη δύναμη να αφομοιώνει συγκλονιστικά δεδομένα που πολλές φορές δεν κείνται, υπόκεινται.
Καθήκον του κάθε αφηγητή, είτε έμμετρου είτε πεζού, είναι η εξιστόρηση των γεγονότων με τον πιο φυσικό τρόπο, έτσι ώστε το ακατάληπτο να συσχετιστεί με το πραγματικό με ευκολία.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα βιβλίο γενεαλογίας και χαρτογράφησης του υποκειμένου και των τραυμάτων του, που όπως εξήγησε και ο Michel Foucault, δεν είναι μόνο εργαλείο πλοήγησης, αλλά και ανταλλαγής: διαλόγου και αντιλόγου.
Είναι μια κάθετη ανασκαφή στα εσώτερα και καθώς ξεπερνά πολυσύνθετες διακλαδώσεις αυτού που αποκαλούμε στερεοτυπική αντίληψη του κόσμου, συνεισφέρει στην ιδιότητα εκείνη της λογοτεχνίας που περισσότερο αγαπούμε.
Να είναι δηλαδή τροφή για σκέψη.
Η Εύη Κουτρουμπάκη
είναι φιλόλογος,
συγγραφέας