Julia Kristeva – Μαύρος Ήλιος
Γράφει ο Μάνος Μαυροπαλιάς

Έχω κάτι να πω, θέλω κάτι να πω, αλλά να μην το ξεχειλώσω – μήτε και να το πολυαναλύσω. Το πρόσωπο παραμένει σταθερό, θαρρείς και ομιλεί μία προτομή, και η φωνή επίσης – ούτε πολύ ψηλά ούτε πολύ χαμηλά, ίσως λιγάκι σιγανά. Αυτό που έχω να πω είναι κάτι μελαγχολικό αλλά εγώ μοιάζω ατάραχος. Ίσως αν στην πραγματικότητα η σκέψη μου ήταν τόσο μπλε, να μη μπορούσα να τη ξεστομίσω σαν μια οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Ίσως.
Μόνο που κάπου έγκειται μια διαφορά, μια κρίσιμη τομή η οποία, αναλόγως τη πλευρά που βρισκόμαστε, προσδίδει δομή και ταυτότητα στον λόγο. Ο καθένας μπορεί να περιγράψει μία δυσάρεστη κατάσταση όπως αυτός επιθυμεί να τη φορτώσει με θλιμμένες λέξεις και αδυσώπητους χαρακτηρισμούς, θα παραμένει μία χρωματιστή περιγραφή ανεξαρτήτως απόχρωσης. Είναι όμως διαφορετικό να μιλάς περί της μελαγχολίας, και διαφορετικό το να ομιλείς μελαγχολικά.
Ξεκινώντας με το ερώτημα ραχοκοκαλιά: Τι είναι η μελαγχολία; Πρόκειται για μία πολυδιάστατη ερώτηση που μπορεί να επιδεχθεί πληθώρα απαντήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση θα σταθούμε και θα εκτυλίξουμε το τι εστί η μελαγχολία υπό το πρίσμα της Julia Kristeva και πιο συγκεκριμένα μέσα από το πόνημά της με τίτλο «Μαύρος Ήλιος».
Σε αντίθεση με άλλες ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις πάνω στη μελαγχολία, όπου παραμένουν στο πένθος ενός χαμένου αντικειμένου, για την Κριστέβα ο μελαγχολικός δεν πενθεί απλώς ένα χαμένο αντικείμενο· παραμένει δεμένος με ένα μη συμβολοποιημένο ίχνος του Πράγματος. Τι είναι το Πράγμα; Στην Κριστέβα δεν είναι αντικείμενο ούτε συγκεκριμένη εμπειρία, αλλά το προ-σημασιολογικό ίχνος μιας αρχαϊκής, κυρίως μητρικής σχέσης — μια προ-αναπαραστασιακή οργάνωση που δεν μπορεί να εγγραφεί πλήρως στον συμβολικό Λόγο. Δηλαδή το Πράγμα δεν αποτελεί κάτι το συγκεκριμένο όπου θα μπορούσαμε να το κατονομάσουμε, αλλά είναι το ίχνος μιας ας πούμε «κατάστασης» όπου δεν έχει συμβολοποιηθεί από τον Λόγο.
Από τη στιγμή που το υποκείμενο μπαίνει στον κόσμο της γλώσσας αποκόπτεται από την προ-αναπαραστασιακή σχέση και συγκροτείται μέσα από τα σημαίνοντα. Εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα — καθώς το υποκείμενο προσπαθεί να συγκροτήσει τον εαυτό του ως σύμβολο, επικρατεί εγγενώς η έλλειψη, η οποία είναι αποτέλεσμα της εισόδου στο συμβολικό επίπεδο. Δεν είναι απλώς ένα ψυχολογικό κενό· είναι δομική και αναδύεται ως συνέπεια της εισόδου στο συμβολικό.
Άρα, πώς καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε; Γιατί νιώθουμε πιο κοντά και πιο ταιριαστοί σε κάτι και αταίριαστοι σε κάτι άλλο; Σύμφωνα με την Κριστέβα αυτό που μας συγκροτεί είναι η διαφορά. Δεν «είμαστε» αυτό το σημαίνον, άρα είμαστε κάποιο άλλο. Δηλαδή, μια διαφορετική διατύπωση θα ήταν: δεν βρίσκουμε αυτό που είμαστε αλλά βρίσκουμε αυτό που δεν είμαστε μέσα στον κόσμο των σημαινόντων — και ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι η εγγενής έλλειψη ως συνθήκη ύπαρξης, όπου εμποδίζει οποιαδήποτε αίσθηση πληρότητας.
Είναι κάπως πικρόχολα αστείο. Ψάχνουμε συνεχώς για κάτι που ποτέ δεν είχαμε.
Πόσο μάλλον στο παρόν κοινωνικοπολιτικό προσκήνιο όπου η ίδια η πραγματικότητα μοιάζει σαν ένα κορεσμένο καζάνι αναπαραστάσεων και συμβόλων που καθορίζουν τι πρέπει να επιθυμούμε και βάσει αυτού χτίζουμε έναν ελλιπή εαυτό δίχως ίχνος «αυθεντικότητας». Μαθαίνουμε να μιλάμε μία ξένη γλώσσα.
Μπαίνοντας στο κομμάτι της γλώσσας περνάμε σε άλλο ένα βασικότατο θεμέλιο του κειμένου: τη διαφορά ανάμεσα στο συμβολικό και το σημειωτικό επίπεδο.

Όπως περιγράψαμε προηγουμένως, το συμβολικό είναι αυτό το οποίο νοηματοδοτεί τον λόγο μέσα από τη διαφορά που έγκειται δομικά. Ρυθμίζει τη γλωσσική τάξη και τη σύνταξη των λέξεων. Κοινώς, είναι το γλωσσικό εργοστάσιο που παράγει την κατανόηση ανάμεσα και μέσα από τις λέξεις, βοηθώντας έτσι την επικοινωνία να γίνεται λειτουργική. Από την άλλη, το σημειωτικό επίπεδο είναι η ρυθμική, πρό- συντακτική ενέργεια μέσα στη γλώσσα. Αυτό που διαπερνά τη δομή χωρίς να είναι νόημα, καθορίζει την ατμόσφαιρα και τον ρυθμό του λόγου μας. Παραδείγματος χάρη, μπορούμε να ακούσουμε τη φράση «Είμαι καλά» από δύο διαφορετικά άτομα και από τον τρόπο που λέγεται αντιλαμβανόμαστε ποιος πράγματι το εννοεί.
Στον μη μελαγχολικό λόγο, το σημειωτικό και το συμβολικό συνυπάρχουν αρμονικά και δημιουργούν τον λόγο. Μια εύθυμη φράση χρωματίζεται από χαρά, ενώ μια δυσάρεστη φράση από θλίψη.
Για αυτό από την αρχή του παρόντος κειμένου έγινε η διαφορά ανάμεσα στο να μιλάω για τη μελαγχολία και στο να μιλάω μελαγχολικά. Στον ενεργό μελαγχολικό λόγο παρατηρείται ότι το συναίσθημα δεν δένει με αυτό που λέγεται, έτσι μπορεί να ακούγεται λίγο βαρύγδουπος, ελλιπής ή επαναλαμβανόμενος διότι το συναίσθημα δεν μπορεί να ενταχθεί σε σημαίνουσα αλυσίδα, με αποτέλεσμα να μένει άμορφο.
Γράφοντας κάτω από το φως του Μαύρου Ήλιου
Μελετώντας το βιβλίο δύο άνθρωποι σκαρφάλωσαν στους ώμους μου: ο ένας είναι ο Beckett και ο άλλος ο Blanchot. Προς τη μέση του κειμένου η Kristeva έχει επιλέξει κάποιους συγγραφείς (Dostoevsky, Marguerite Duras, Alexandre Dumas κ.α.) προκειμένου να δείξει απτά πώς μοιάζει ο μελαγχολικός λόγος έμπρακτα, αποτυπωμένος στο κείμενο μέσα από τη λογοτεχνία. Διαβάζοντας λοιπόν την οξυδερκή ανάλυσή της, πέρα από τα εύστοχα παραδείγματά της, δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι τον ιλιγγιώδη επαναληπτικό-μακροπερίοδο λόγο του Μπέκετ και ό,τι έχει πει ο Blanchot στον χώρο της λογοτεχνίας.
Η προσωπική μου ανάγνωση του Μαύρου Ήλιου αναφορικά με τη λογοτεχνία είναι ότι γίνεται το μέσο για να φτάσεις στην ακρότητα του λόγου. Οι συγγραφείς που προαναφέρθηκαν έχουν την ιδιαιτερότητα να δημιουργούν δικά τους σύμπαντα λέξεων και τονικότητας που ξεφεύγουν από το πλαίσιο της κανονικότητας και του προκαθορισμένου. Προσπαθούν οι ίδιοι να γίνουν θρύψαλα, σπασμωδικές προτάσεις καταδικασμένες να αποτύχουν στον σκοπό τους. Εδώ έγκειται το σημείο όπου η λογοτεχνία ξεπερνά τα ίδια τα όρια της γλώσσας, καθώς οδηγεί τον λόγο σε σημείο όπου παύει να ανήκει σε κάποιον, οι φράσεις συνεχίζουν δίχως την εγγύηση ταυτότητας και το Εγώ αποσύρεται πλήρως από τη θέση που συγγράφει.
Η ίδια η εμπειρία της γραφής αποκεντρώνεται και όσα λέγονται δεν αποτελούν ιδιοκτησία. Σκοπός του συγγραφέα, ο οποίος έχει ψυχθεί από τις ακτίνες του μαύρου ήλιου, είναι η προσπάθεια αποτύπωσης του άρρητου, του σημείου μηδέν της γραφής. Και θα είμασταν τουλάχιστον αφελείς αν προσπαθούσαμε να διαβάζουμε τούτα τα κείμενα με σκοπό να τα καταλάβουμε. Να πιάσουμε το νόημα στα χέρια μας και να το σφίξουμε όσο δυνατά χρειάζεται προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ναρκισσισμός μας. Ο μελαγχολικός λόγος δεν «κατανοείται» με την απλή έννοια του όρου — τουναντίον εισβάλλει στις αρτηρίες και μας κατακερματίζει. Είναι θεμελιακά ακατανόητος, δομικά διαφορετικός.
Για αυτό και η Κριστέβα επέλεξε τους συγκεκριμένους συγγραφείς ως παραδείγματα, διότι δεν έγραφαν ποιήματα ή δοκίμια περί μελαγχολίας, αλλά έγραφαν μελαγχολικά.
Εκτός από τα ονόματα που μας δίνει στο βιβλίο, θα επιστρέψω λιγάκι στον Μπέκετ. Η γραφή του αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα σημειωτικού επιπέδου, η οποία περνά σαν ηλεκτροσόκ δια των οφθαλμών μας, απεικονίζοντας το πρόσωπο της θλίψης. Δεν κρύβεται κάποιο νόημα που υποβόσκει πίσω από τις λέξεις· ο Μπέκετ ανασύρει τον πυρήνα του λόγου στην επιφάνεια — για αυτό και πρέπει να τον διαβάζουμε κυριολεκτικά. Οι προτάσεις του είναι ένα αυτόνομο θερμοκήπιο και οι λέξεις του ξεφυτρώνουν γρήγορα από το έδαφος μία-μία, ενώ το κρανίο μας τρέχει από αριστερά προς δεξιά, ακολουθώντας τον χειμαρρώδη λόγο του.
Το μαύρο ξεθωριάζει;
Ίσως μοιάζει φυσικό και επόμενο το μυαλό του αναγνώστη να αναζητήσει ένα θεωρητικό κενό, διαπιστώνοντας πως μέχρι το τέλος του βιβλίου δεν υπάρχει υπόνοια ίχνους ευτυχίας. Ένα ξέφωτο.

Η αλήθεια είναι πως σύμφωνα με την Κριστέβα δεν υπάρχει αίσθηση πληρότητας στο υποκείμενο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι; Όχι. Η ευτυχία δεν αναιρεί την έλλειψη. Απλώς δεν τη βιώνουμε ως ρήγμα εκείνη τη στιγμή. Η έννοια της ευτυχίας δεν πρόκειται για τον αντίποδα της μελαγχολίας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα συναίσθημα. Όπως ειπώθηκε: η μελαγχολία είναι αποτυχία συμβολοποίησης. Η ευτυχία πρόκειται για μία στιγμιαία συμβολική ισορροπία της έλλειψης, όπου η έλλειψη παύει να βιώνεται προσωρινά ως κατάρρευση. Για αυτό και η πληρότητα δεν είναι δυνατόν να έρθει.
Η ευτυχία δημιουργείται από την έλλειψη και δεν θα σταματήσουμε ποτέ να επιθυμούμε, καθώς πάντα κάτι θα μας λείπει. Εν κατακλείδι, παρατηρείται η ιδιαιτερότητα του ενεργητικού μελαγχολικού λόγου, ενός λόγου που δεν τον κάνουν ξεχωριστό οι λέξεις πίσω από τις λέξεις, αλλά η στείρα επιφάνεια που πατάει η ομιλία και ο γραπτός του λόγος. Δεν κοιτάμε τα σημαινόμενα αλλά πιανόμαστε από αυτή τη σκουριασμένη αλυσίδα των σημαινόντων, καθώς τούτο που τα χαρακτηρίζει είναι η σημειωτική τους διάσταση. Και για να κλείσουμε με μια τομή και όχι με ένα δεμένο συμπέρασμα — παραδείγματος χάρη — μπορούμε να αρπάξουμε τη θεωρία της περί της έλλειψης και να στοχαστούμε μέσα σε αυτό τον ωκεανό σημείων και αντικειμένων τι είναι αυτό που ωθεί την επιθυμία μας να πηγαίνει στο εκάστοτε μέρος για να ξαποστάσει.
Και κλείνω με το εξής:
‘’Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.’’ – Νίκος Καρούζος.
Ονομάζομαι Μάνος Μαυροπαλιάς και είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Tilburg στην Ολλανδία. Η ερευνητική μου δραστηριότητα επικεντρώνεται στη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία και την ψυχανάλυση














