Έξι Ποιήματα της Danusha Laméris (Μτφ: Κώστας Μαντζάκος)
Ταϊζοντας τα σκουλήκια
Από τότε που ανακάλυψα ότι οι γεωσκώληκες έχουν γευστικούς κάλυκες
σε όλες τις λεπτές, ρόδινες κλωστές του σώματος τους,
σταματώ λίγο ρίχνοντας φλούδες μήλου στον κάδο κομποστοποίησης
και φαντάζομαι την σκοτεινή, στροβιλιζόμενη έκσταση, τη γλυκάδα των μήλων
να διαπερνά τους πόρους τους. Προσφέρω παντζάρια, μαϊντανό
αβοκάντο και πεπόνι, τις τρυφερές κορφές απ’ τα καρότα.
Πάντα θεωρούσα τη ζωή τους ταπεινή, αόμματη και κρυμμένη,
σχεδόν χυδαία – αν και τώρα, φαίνεται, φέρουν μια ηδονή
με τόσο μεγαλείο, τόση παρακμή που θέλω να συνεισφέρω μ’ όποιον τρόπο μπορώ,
ξεχνώντας, προς στιγμήν, και τη δικιά μου θέση στο μενού.
Μικρές καλοσύνες
Σκεφτόμουν τον τρόπο που – όταν διασχίζεις έναν γεμάτο
διάδρομο – οι άνθρωποι παραμερίζουν λίγο για να σ’ αφήσουν
να περάσεις. Ή πώς κι άγνωστοι ακόμα λένε «γείτσες»
όταν κάποιος φτερνίζεται, μια ανάμνηση απ’ την εποχή
της πανούκλας. «Μην πεθάνεις», σα να λέμε.
Και μερικές φορές που σου πέφτουν τα λεμόνια απ’ την τσάντα
με τα ψώνια, κάποιος άλλος θα βρεθεί να σε βοηθήσει
να τα μαζέψεις. Βασικά δε θέλουμε να βλάψουμε ο ένας τον άλλον.
Θέλουμε να μας σερβίρουν ένα φλιτζάνι καφέ ζεστό,
και να ευχαριστήσουμε εκείνον που το προσφέρει. Να χαμογελάσουμε
και να μας χαμογελάσει κι αυτός με τη σειρά του. Να μας γλυκομιλήσει
η σερβιτόρα, καθώς ακουμπάει κάτω την σουπιέρα με τα θαλασσινά
και να μας αφήσει να περάσουμε ο οδηγός του κόκκινου φορτηγού.
Έχουμε τόσο λίγο ο ένας τον άλλον, τώρα πια. Τόση απόσταση
από την φυλή, την κοινή φωτιά. Μόνο αυτές οι σύντομες στιγμές συναλλαγής.
Μήπως αυτές είναι η αληθινή εστία του ιερού, αυτοί οι φευγαλέοι
ναοί που φτιάχνουμε μαζί όταν λέμε, «Καθίστε εσείς καλύτερα», «Παρακαλώ,
περάστε πρώτη», «Πολύ μ΄αρέσει το καπέλο σου.»
Εύα, Μετά
Μήπως ήξερε
ότι ζωή δεν είναι μόνο
τα λιοντάρια να γλείφουν τα τριχωτά
αυτιά των αρνιών,
τα οπωροφόρα να ρίχνουν
την άφθονη σοδειά τους,
τα χρόνια ν’ αχούν
χωρίς καυγάδες;
Η πολλή ηρεμία
δεν είναι ποτέ καλό σημάδι.
Δεν υπάρχει πάντα εξάλλου
κάτι που να σε τρώει
στο βάθος;
Αλλά τι μπορούσε να πει;
Το ερμάρι ήταν γεμάτο
κι ήταν πάντα όμορφοι,
τα σώματα τους νέα
όπως την μέρα της δημιουργίας.
Μόνο τη νύχτα,
όταν ξάπλωναν μαζί στο σκοτάδι
ήταν σχεδόν απτή –
η αόριστη θλίψη, ανώνυμη.
Ανοησία, προδοσία,
—πείτε το όπως θέλετε. Τι ανακούφιση
να νιώθει το βάρος
να πέφτει στην παλάμη της. Και μετά,
να μην προσποιείται πια
πως η τρομακτική αυτή ηρεμία
ήτανε Παράδεισος.

Νυχτοπούλι
Ακούστε: Καμιά φορά η βροντή είναι απλώς μια βροντή.
Το αλύχτισμα δεν είναι παρά ένας σκύλος. Φύλλα
πέφτουν απ’ τα δέντρα γιατί οι μέρες μικραίνουν,
και μ’ αυτό δεν εννοώ οι μέρες που μας απέμειναν,
αλλά συγκεκριμένα η διάρκειά τους, δεδομένης της κλίσης
του πλανήτη και της απόστασης του απ’ τον ήλιο. Ο ανιψιός μου
επισκεπτόταν έναν θεραπευτή, ο οποίος ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια
του παιχνιδιού, βύθισε ένα πλαστικό καραβάκι και προσπάθησε να σώσει
τον καπετάνιο. Όχι, ότι πρέπει αναγκαστικά να βγάλουμε κάποια
συμπεράσματα απ’ αυτό, μας είπε. Ποιος μπορεί να ερμηνεύσει
τον κόσμο; Είναι παράγραφοι από σύννεφα κι αλφάβητα από σκόνη.
Μόλις τώρα ένα νυχτοπούλι μπροστά απ’ το παράθυρό μου άφησε
μια θλιβερή κραυγή, που εξατμίστηκε μέσα απ’ τα δέντρα. Όχι,
είμαι σίγουρη, πως ήταν κάποιος οιωνός που προορίζεται για μένα.
Τίποτα δε θέλει να υποφέρει
Τίποτα δε θέλει να υποφέρει. Ούτ’ ο άνεμος
καθώς γδέρνεται πάνω στον γκρεμό. Ούτ’ ο γκρεμός
που διαβρώνεται αργά από τη θάλασσα. Η γη δε θέλει
να υποφέρει το τραχύ βήμα αυτών που δεν την προσέχουν.
Τα δέντρα να υποφέρουν απ’ το τσεκούρι, ή να δουν
τ’ αδέρφια τους να πέφτουν σαπισμένα, άρρωστα, ξερά.
Το τσακάλι στο λημέρι του. Η λεοπάρδαλη που παραμονεύει το θήραμά της.
Κι αυτά επίσης θέλουν τη βολή τους κι ένα τρυφερό ζώο στο στόμα
να τους κόψει την πείνα. Μια θυσία, ας ελπίσουμε,
που γίνεται γρήγορα και χωρίς πολύ πόνο.
Η καρέκλα θρηνεί για έναν θυμωμένο επισκέπτη. Η λάμπα, μια καμμένη
νυχτοπεταλούδα. Ένα τραπέζι το βάρος τόσων καυγάδων με τα χρόνια.
Το ξέρουμε αυτό κι ας το ξεχνάμε.
Ούτ’ ο καρχαρίας, ούτε ο τίγρης κι ας έχουνε σαγόνια.
Ούτε το σκουλήκι, βολεμένο στον κόσμο του από χώμα και πέτρα,
χωρίς παράθυρα. Ούτε η πέτρα που αναπαύεται στην κοίτη του ποταμού.
Η κοίτη του ποταμού, κοιτάζοντας ψηλά τ’ αστέρια.
Λιγότερο απ’ όλα, τ’ αστέρια κρυμμένα στο θόλο τους,
κοιτάζοντας όλους εμάς εδώ κάτω – τους απογόνους τους –
τόσο μακριά σκορπισμένα και απρόσιτα.
Όπερα δίπλα στη φωτιά, στ’ ακροθαλάσσι.
Εκείνο τον καιρό, ήταν μια γυναίκα στον κύκλο μας,
που ήταν γνωστή όχι μόνο για την ομορφιά της,
αλλά και γιατί έβγαζε όλα της τα ρούχα και τραγουδούσε όπερα.
Και όντως, όταν η νύχτα είχε προχωρήσει και τ’ άστρα
φάνηκαν για ν’ ατενίσουν το είδωλό τους πάνω στη θάλασσα,
κι όλοι είχαν πιει και λίγο κρασάκι,
άρχισε να γδύνεται, απελευθέρωσε το πλούσιο στήθος της,
την τρυφερή κοιλιά, χλωμή στο φεγγαρόφωτο,
τα γερά της λαγόνια και άφησε τα περιττά της ρούχα
να πέσουν στην άμμο, καθώς την κοιτούσαμε μεσ’ απ’ τις φλόγες.
Και τότε μια φωνή υψώθηκε μέσ’ στο σκοτάδι, ψιλή και καθαρή
σαν ένα κοπάδι από κοτσύφια. Κι όλα ήταν πολύ ήσυχα,
όπως το εκκλησίασμα ησυχάζει την ώρα που ο ιερέας
προσεύχεται πάνω απ’ το θυμιατό, και το λιβάνι ανεβαίνει
ψηλά στην οροφή. Ήθελα να’μουν τόσο ελεύθερη
μέσα στο σώμα, οι πόρτες της ηδονής
να ανοίγουν η μια μετά την άλλη, ένα αρπέτζιο
να σκαρφαλώνει τη σκάλα τ’ ουρανού. Κι όλη αυτή την ώρα
τραγουδούσε και προχωρούσε μέσα στο νερό
μέχρι που της έφτασε τη μέση και μετά τη χάιδεψε
κάτω απ’ τα στήθια και η άρια
πλανιόταν πάνω από μας, λιτή και κοφτή σοπράνο
φωνή στον νυχτερινό αέρα. Και παρόλο που ήμουν μικρή,
το άκουσα,κατά κάποιον τρόπο,
το τραγούδι μέσα στο τραγούδι και τότε ήξερα
ότι αυτός δεν ήταν ο ύμνος μιας υπόσχεσης,
αλλά ο φωτεινός θρήνος του σώματος κατά των ορίων του.
Ένα πουλί παγιδευμένο σ’ έναν καθεδρικό ναό – ο τρόπος που προσπαθεί
να δραπετεύσει καθώς προσγειώνεται με ορμή, πάλι και πάλι
πάνω στα παράθυρα με τα βιτρό.[
Η Ντανούσα Λαμέρις είναι ποιήτρια και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε το 1971 στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης από Ολλανδό πατέρα και μητέρα από τα Μπαρμπέϊντος και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια, όπου και ζει. Η Λαμέρις έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Blade by Blade ( 2024), Bonfire Opera (2020, Northern California Book Award in Poetry 2021) και The Moons of August (2014, βραβείοποίησης Autumn House Press). Επίσης κέρδισε το βραβείο Pushcart και το βραβείο Lucille Clifton Legacy το 2020. Το ποίημά της «Small Kindnesses» έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει ηχογραφηθεί από την ηθοποιό Helena Bonham Carter. Είναι ιδρυτικό μέλος του The Hive Poetry Collective, που είναι ταυτόχρονα ραδιοφωνική εκπομπή, podcast και κέντρο εκδηλώσεων.
Ο Κώστας Μαντζάκος Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Γερμανική και Ελληνική φιλολογία, καθώς και Θεωρία Λογοτεχνίας, στο King’s College London και κατόπιν Θέατρο στην Central School of Speech and Drama στο Λονδίνο. Έχει μεταφράσει σονέτα της Edna St. Vincent Millay (Μοιραία Συνάντηση, εκδ. Ρώμη 2023), ποίηση της Maria Pawlikowska-Jasnorzewska (Ο δρόμος που διανύθηκε, εκδ. Συρτάρι 2024), μια επιλογή από τον κύκλο σονέτων της Lady Mary Wroth Η Παμφίλη στον Αμφίλανθο (Συρτάρι 2025) και το θεατρικό έργο Το Σπίτι των Πόθων της Sor Juana Inés de la Cruz (εκδ. Δωδώνη 2025). Ετοιμάζει επίσης μια ανθολογία ποιημάτων της de la Cruz (εκδ. Συρτάρι), καθώς και 2 τόμους Γερμανικής εξπρεσιονιστικής ποίησης: Alfred Lichtenstein, Το Λυκόφως. Οι ποιητές των βερολινέζικων καφενείων, Jacob van Hoddis, Το Τέλος του Κόσμου, Οι ποιητές των βερολινέζικων καμπαρέ. (εκδ. Περισπωμένη). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μαθήματα Γεω-πονίας (Περισπωμένη 2024). Τα τελευταία χρόνια ζει μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας.














![Γκαμπριέλα Ρόσας, Καρτ Ποστάλ [μετάφραση: Στάθης Ιντζές]](https://thraca.gr/wp-content/uploads/2014/09/Gabriela-Rosas-Foto.jpg)