Εκεί όπου στέκουν οι ερωδιοί: Μνήμη, φαντασία και ποιητική μεταμόρφωση
Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
(Για το βιβλίο, Ερωδιών παράξενες ιστορίες της Λίλιας Τσούβα, Εκδόσεις Κοράλλι. Νοέμβριος 2025. Αθήνα)
![]()
Η καταγόμενη από την όμορφη πόλη των Τρικάλων, φιλόλογος Λίλια Τσούβα, έχει ασχοληθεί τόσο με την πεζογραφία όσο και με την ποίηση. Μετά την σχετικά πρόσφατη και επιτυχή δοκιμιακή της εμπλοκή στους κόλπους της αγγλοσαξονικής γραμματείας με το έργο «Με το καλειδοσκόπιο του Μπέογουλφ» (Εκδόσεις Κουκκίδα, Μάιος 2025), εμφανίστηκε ξανά στο εκδοτικό γίγνεσθαι πριν λίγους μόνο μήνες με ετούτη την νέα της ποιητική συλλογή που φέρει τον κάπως περίεργο τίτλο «Ερωδιών παράξενες ιστορίες» από τις Εκδόσεις Κοράλλι (Νοέμβριος 2025) αυτή τη φορά. Ο λόγος που αναφέρεται, στην αρχή του παρόντος σημειώματος, η καταγωγή της ποιήτριας, είναι ότι κατάγεται και μεγάλωσε σε μια πανέμορφη γειτονιά, εκείνη της Ζωοδόχου Πηγής, από το όνομα του κεντρικού ναού της συνοικίας των Σαραγίων, όπως αποκαλείται από τους κατοίκους η εν λόγω αστική περιοχή. Μια ήσυχη οικιστική τοποθεσία η οποία βρίσκεται κοντά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της πόλης και με εύκολη πρόσβαση στο κέντρο της, κυρίως μέσω της γνωστής και κεντρικής οδού Ασκληπιού.
Στην παρούσα ποιητική συλλογή η Λίλια Τσούβα, έχοντας ως βάση την προαναφερθείσα συνοικία της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας, ξεδιπλώνει το ποιητικό της ταλέντο κάνοντας την ίδια στιγμή αναφορά σε διάφορα άλλα μέρη, σε μακρινές γεωγραφικές τοποθεσίες, χωρίς παράλληλα να αφίσταται από κάποια σοβαρά ζητήματα και γεγονότα της καυτής επικαιρότητας και σε κάποιες ιδιαίτερες χρονολογικές αναφορές. Η όλη έκδοση, γράφει στην αρχή, είναι αφιερωμένη «στη μνήμη των γονέων μου», και συνεπώς δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να απουσιάζει από το εσωτερικό της η συγκινητική αναφορά στον πατέρα της, ένα ποίημα το οποίο αναφέρεται εδώ αυτούσιο: Λέει λοιπόν με έκδηλη συγκίνηση, η ποιήτρια στο ποίημα «Ο πατέρας»:
«Ο πατέρας είχε μάτια/σαν του Ατλαντικού το κύμα/Το καροτσάκι δεν τσούλησε/όπως μπαμπάδες άλλοι/Σύννεφα μάζευε βαριά στο σπίτι/Στα κορδόνια του παπουτσιού του/έμπλεκε επιδημίες έσπερνε/Η αγάπη του τσακ-/ίζονταν στο δάσος…».
Ίσως εδώ κρίνεται σκόπιμο να διαχωρίσουμε το πρώτο ετούτο μέρος του ποιήματος από το επόμενο, το δεύτερο και τελευταίο, με το βαθύτερο, αλλά απόλυτα εμφανές, νόημά του. Έτσι, ενώ στην αρχή του ποιήματος διαφαίνονται, αναδύονται στην επιφάνεια και επισημαίνονται κάποια παιδικά παράπονα από πατρικές συμπεριφορές ή έστω από κάποια μορφή απουσίας εκείνου, που βασίζονται περισσότερο στη νοσταλγία και στην παντοδύναμη μνήμη, στη συνέχεια το περιεχόμενο αλλάζει και παίρνει άλλη, τελείως διαφορετική τροπή. Η όποια κριτική για τον γενικότερο ρόλο του ως πατέρα και επικεφαλής της οικογένειας, για τα δεδομένα της εποχής πάντα, δείχνει να καθιζάνει και να παραχωρεί ευγενώς τη θέση της στην αποδοχή, την αγάπη, την επιθυμία της όποιας μορφής επιστροφής του, ώστε να θέσει τέρμα σε κάποιες εκκρεμότητες οικογενειακές αλλά και, το σπουδαιότερο, απέναντι σε εκείνη! «Στης ζωής το σούρουπο/σε γέννηση και θάνατο, ανάμεσα/τα παραμύθια χωρίς τέλος άρχισε/Χρυσό πρωινό/τότ’ έγινε/πλατύ ζεστό ένα φως/Γύρνα, πατέρα, τα παραμύθια να τελειώσεις/Λείπεις, πολύ λείπεις/Έτσι την ουσία σου, έμαθα».
Αφήνοντας τις επώδυνες αλλά τόσο συγκινητικές ιστορίες για τον πατέρα, στο αμέσως επόμενο ποίημα, που κατά κάποιο τρόπο συνδέεται με εκείνο του πατέρα (‘Στης Ζωοδόχου Πηγής το Κοιμητήριο’), η Λίλια Τσούβα βρίσκεται ακόμα αγκιστρωμένη στα πάτρια εκείνα εδάφη, στο νεκροταφείο της προαναφερόμενης γειτονιάς, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί και την παιδική γειτονιά και τα γενέθλια χώματα του γράφοντος. Στο κοιμητήριο όπου αναπαύονται όλοι οι δικοί μας άνθρωποι: « όλοι, μα/ όλοι κοιμούνται/Σαν αστράκια τη νύχτα /τα καντήλια/στις φωτογραφίες λαμπυρίζουν/των πεθαμένων/Παρέα το φεγγάρι/ «Άσπρο πάτο» τσουγκρίζουν οι νεκροί/ «Δεν θα ξαναγυρίσουμε»/φωνάζουν»!
Όμως όπως ήδη προείπαμε, το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής αφορά κρίσιμα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα των καιρών μας. Η έννοια της μνήμης είναι συχνά επαναλαμβανόμενη σε πολλά ποιήματα, όπως εκεί (Μού τηλεφωνεί) όπου γράφει: «Αδιάλειπτα η μνήμη μού τηλεφωνεί…/ «Μη μ’ αγγίζεις άλλο»/της φωνάζω/ «κάθε φορά που μ’ επισκέπτεσαι/μασάς κομμάτια από μένα/κι’ ύστερα αφήνεις σαύρα νέο ένα ποίημα στο χαρτί», ενώ κάπου αλλού (Η μνήμη) την παριστάνει ωσάν ένα «Μακρύποδο έντομο…Από υπονόμους σκοτεινούς προβάλλει/ερωδιών παράξενες ιστορίες αφηγείται Μόλις το ξεφλούδισμα αρχίζει/τη νέα σελήνη να αναμένεις/Την ασημένια της όψη παίρνει/μετά την καταιγίδα». Σε πολλά ποιήματα ακόμα, γίνεται αναφορά με εμφανή ευαισθησία στον έρωτα, την αγάπη, την ευεργετική επίδραση του φιλιού, στην τραυματισμένη πολλαπλώς γενιά, εκείνη των παιδιών της πολύπαθης Γάζας, με πολύπλευρους και πολυποίκιλους υπαινιγμούς σε έργα άλλων ποιητών ή σε θέματα της σκληρής καθημερινότητας, με κλασσικό παράδειγμα εκείνο της τολμηρής Ιρανής που αμφισβήτησε ανοιχτά εγκαταστημένες μακροχρόνια κοσμοθεωρίες της πατρίδας της, η οποία σημειωτέον τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο προσκήνιο της ιστορίας. Η «Ερωδιών παράξενες ιστορίες», είναι σε τελική ανάλυση και κλείνοντας, μια ποιητική συλλογή η οποία άπτεται πολλών ατομικών, κοινωνικών και διεθνών ζητημάτων, παρελθόντων αλλά και αφόρητα επίκαιρων.
Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.














