8η Μάρτη: Γυναίκες επί σκηνής 2
Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία
Σε συνέχεια της δράσης «Γυναίκες επί σκηνής», η ΑΜΚΕ Θράκα, το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «Η Φωνή Της», καθώς και το Δίκτυο Συγγραφέων, διοργανώνουν και φέτος δράση με θέμα «Ηλικία – Φύλο – Λογοτεχνία».
Ο ηλικιακός ρατσισμός (ηλικισμός) στις γυναίκες αναφέρεται στα στερεότυπα (πώς σκεφτόμαστε), στις προκαταλήψεις (πώς νιώθουμε) και στις διακρίσεις (πώς ενεργούμε) απέναντι στις άλλες ή στις εαυτές μας με βάση την ηλικία. Πρόκειται για ένα κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει το λογοτεχνικό πεδίο, ειδικά σε συσχέτιση με το φύλο, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι έννοιες (του τι θεωρείται) «γνωστή / επιδραστική συγγράφισσα», «διεθνούς εμβέλειας / θεμάτων» και «εντός κανόνα / με ποιοτικό έργο».
Εκτός από τα στερεότυπα των φύλων και την οικονομική ανισότητα, ένας από τους κύριους μηχανισμούς αποκλεισμού των γυναικών από τη λογοτεχνία είναι η ηλικία. Ενώ οι νέες γυναίκες συχνά πατρονάρονται, παιδικοποιούνται ή αντικειμενοποιούνται, οι μεγαλύτερες γυναίκες συχνά δεν περιλαμβάνονται ή παραβλέπονται, τα αισθητικά τους επιτεύγματα και οι επιρροές τους ελαχιστοποιούνται, οι προοπτικές τους περιθωριοποιούνται, η παρουσία τους μειώνεται σε κάθε επίπεδο σε σύγκριση με τους άνδρες ομόλογούς τους.
Οι «Γυναίκες επί σκηνής» με αφορμή την 8η Μάρτη ετοιμάζουν ένα ειδικό αφιέρωμα σε δύο πράξεις:
Πράξη πρώτη: Το διαδικτυακό περιοδικό Θράκα θα συγκεντρώσει σε ένα ειδικό αφιέρωμα κείμενα που μιλούν για τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέση με το φύλο και τη λογοτεχνία.
Πράξη δεύτερη: Πραγματοποίηση εκδήλωσης στις 8 Μάρτη με αναγνώσεις, ομιλίες από καλεσμένες και ειδικούς, καθώς και συζήτηση με το κοινό.
Το αφιέρωμα θα δημοσιεύεται σε μέρη όλο τον Φεβρουάριο και το πρώτο μισό του Μαρτίου. Μετά το πρώτο άρθρο, όπου δημοσιεύσαμε έργα των: Δέσποινα Γερασιμίδου, Δώρα Κασκάλη, Ελένη Μπουκαούρη και Έφη Ζωγράφου, το δεύτερο άρθρο, όπου δημοσιεύσαμε έργα των: Ανδρονίκη Τασιούλa, Μαρκία Λιάπη, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγελική Κουρμουλάκη, Μακλένα Νίκα, Εύη Γκενούδη, Λεμονιά – Μόνικα Αβαγιάννη, Κατερίνα Ράπτη, Αλίκη Γκανά, και το τρίτο άρθρο, όπου δημοσιεύσαμε έργα των: Εύα Στάμου, Κατερίνα Καπερναράκου, Μυρτώ Χμιελέφσκι, Γιούλη Βολανάκη, Δήμητρα Κυριακοπούλου, Στρατονίκη Ζαρμποζάνη, στο νέο μας άρθρο σας παρουσιάζουμε έργα των: Αλέκα Πλακονούρη, Αντιγόνη Πανταζή, Ειρήνη Νομικού, Όλγα Μπακοπούλου, Βασιλική Παππά.
Επιμελήτριες του αφιερώματος: Marija Dejanović, Πέννυ Μηλιά.
Οργανωτική ομάδα συνεργασίας: Marija Dejanović, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Πέννυ Μηλιά, Ευσταθία Π., Νίκη Χαλκιαδάκη.
***
Αλέκα Πλακονούρη
Παράσημα
Η Αντωνία, γραφίστρια τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής της, σελιδοποιός βιβλίων τα τριάντα πέντε, δουλεύει από το σπίτι τώρα πια, συμπληρώνοντας την πενιχρή σύνταξη που δεν φτάνει ούτε για τα στοιχειώδη, όπως το ενοίκιο για το μικρό δυάρι όπου ζει απ’ όταν χώρισε, πριν από δέκα χρόνια, και τους λογαριασμούς. Έτσι υπάρχει ένας γνώριμος ρυθμός στην καθημερινότητά της, που όλη της τη ζωή ήταν δουλειά και πάλι δουλειά, και ακόμη περισσότερο απ’ όταν μεγάλωσαν κι έφυγαν τα παιδιά. Σκέφτεται καμιά φορά πόσα βιβλία έχουν περάσει από τα χέρια της ‒αδύνατον να τα υπολογίσει‒, πόσα έχει αγαπήσει, πόσα έχουν βυθιστεί στον παχύ πολτό της λήθης ‒σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να μην καταπιάστηκε μαζί τους‒, και πόσα έχει μισήσει ή σιχαθεί, συχνά και τα δύο ταυτόχρονα. Στη βιβλιοθήκη της φυλά σε περίοπτη θέση εκείνα για τα οποία νιώθει περήφανη που τα δούλεψε, κι ας την παίδεψαν, κι ας εξάντλησε τις δυνάμεις της και τις γνώσεις της για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Και τώρα, κυριακάτικα και με έναν λαμπερό ανοιξιάτικο ήλιο έξω, που την καλεί να πάρει τους δρόμους μαζί με τη Ρέα ‒τη σκυλίτσα της, μοναδική της συντροφιά κι απαντοχή‒, πρέπει να τελειώσει, περνώντας τις τελευταίες διορθώσεις του επιμελητή, το καινούργιο μυθιστόρημα του Ορέστη Χ., για να φύγει τη Δευτέρα για το τυπογραφείο. Ναι, του διάσημου Ορέστη, που αρκεί μόνο το μικρό του όνομα για να προσδιοριστεί στους εκδοτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους λες και είναι γνωστότερος από εκείνον τον άλλο, τον μητροκτόνο. «Πότε βγαίνει ο νέος Ορέστης;» «Είναι στα ευπώλητα ο Ορέστης;» «Τι τίτλος πάλι αυτός του Ορέστη!»
Τα περισσότερα βιβλία του έχουν περάσει, αλίμονο, από τα χέρια της· εκεί στην έκτη σελίδα, αμέσως μετά τον τίτλο, μπορείς να διακρίνεις το όνομά της ως υπεύθυνης της ηλεκτρονικής σελιδοποίησης. Στην αρχή βαριόταν τα μυθιστορήματά του, σταδιακά άρχισε να τα απεχθάνεται και να κάνει συνειδητές προσπάθειες να μην τα διαβάζει δουλεύοντας, ούτε καν αποσπασματικά, παρά να μεταφέρει μηχανικά τις διορθώσεις, αποσυνδεμένη από κάθε είδους ανάγνωση. Εξάλλου τα ένσημα για τα βαρέα και ανθυγιεινά των βιβλίων του ανήκαν ήδη στην επιμέλεια, αυτή απλώς ακολουθούσε. Τι να γίνει, τα παρεπόμενα της δουλειάς, έπρεπε να τρώει το φρούτο ολόκληρο, μαζί με τα φλούδια και τα κουκούτσια.
Και τώρα σηκώνοντας την κούπα της για την πρώτη γουλιά του δεύτερου καφέ της ημέρας, ο μισός χύνεται στις εκτυπωμένες σελίδες με τις διορθώσεις της επιμέλειας. Την πιάνει πανικός, προσπαθεί να διασώσει τις μουλιασμένες σελίδες και η Ρέα γαβγίζει αναστατωμένη. Μα το κακό έχει ήδη γίνει, το κόκκινο μελάνι των διορθώσεων έχει ξεβάψει δημιουργώντας πορφυρά συννεφάκια πάνω από τις λέξεις. Παίρνει το πιστολάκι και προσπαθεί να στεγνώσει τα χαρτιά, ενώ επιθυμεί όσο τίποτα άλλο να τα παρατήσει όλα και να βγει μια βόλτα στην άνοιξη. Και τότε πέφτει το βλέμμα της, χωρίς καθόλου να το θέλει, σε μια παράγραφο στο τέλος του κεφαλαίου:
Η Άννα ξεμάκρυνε απ’ την παραλία κάνοντας απλωτές. Με την άκρη του ματιού της τον είχε ήδη δει. Σαράντα χρόνια αργότερα και ήταν σχεδόν ο ίδιος ‒ ψηλός, γυμνασμένος, με βήμα αποφασιστικό, χαμογελαστός, να προχωράει σαν αίλουρος. Μόνο τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει, μα ταίριαζαν με το μπρούντζινο χρώμα του. Όχι, δεν θα τον συναντούσε, δεν θα την έβλεπε έτσι, αν την αναγνώριζε δηλαδή, με δεκαπέντε κιλά παραπάνω, με κιρσούς στα πόδια και κυτταρίτιδα, με το μαξιλαράκι του μαγιό να φουσκώνει περίεργα στο αριστερό της στήθος, που της είχε αφαιρεθεί, με τις ρίζες των μαλλιών της γκριζαρισμένες. Θα κολυμπούσε πέρα μακριά, θα κολυμπούσε σαν να μην υπάρχει αύριο, θα ξεμάκραινε τόσο, ώστε να μη βλέπει την παραλία, να μην τη δει εκείνος. Θα κολυμπούσε μέχρι να βγάλει λέπια, να χαθεί στα βάθη, να γίνει ένα πλάσμα της θάλασσας.
Η καρδιά της χτυπά δυνατά. Αναθεματισμένε καφέ, αναθεματισμένο βιβλίο, αναθεματισμένε Ορέστη, σκέφτεται και, χωρίς να το θέλει καθόλου, την παίρνουν τα κλάματα. Περνάει μηχανικά το χέρι της πάνω από το δεξί της στήθος, εκεί που θα ήταν το στήθος της δηλαδή. Στο σπίτι δεν φορά το ειδικό σουτιέν, νιώθει την ουλή, είναι τόσο εξοικειωμένη μαζί της, την αγαπάει σχεδόν. Η περιπέτειά της τελείωσε αισίως πριν από δέκα χρόνια. Ήταν σαν να έγινε ένα κλικ στη ζωή της, ένα χάσμα, ένας διάλογος με την άλλη πλευρά. Αμέσως μετά αποφάσισε να χωρίσει.
Σκουπίζει τα δάκρυά της και η οργή σφίγγει το στομάχι της, ανεβαίνει σαν αναρριχητικό φυτό μέσα της, διακλαδίζεται στις αρτηρίες της, την πλημμυρίζει ολόκληρη, φτάνει στο κεφάλι της· ασφαλώς της έχει ανεβεί η πίεση. Με ποιο δικαίωμα; σκέφτεται. Με ποιο γαμημένο δικαίωμα;
Καθαρίζει σχολαστικά τον χυμένο καφέ από το γραφείο της και συμμαζεύει τις μουλιασμένες σελίδες. Φορά τα γυαλιά της και ξαναγυρνά στην οθόνη της και στην τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου. Την επιλέγει, πατά διαγραφή κι αρχίζει να γράφει:
Η Άννα πλησίασε την ακτή κάνοντας απλωτές. Τον είχε δει. Σαράντα ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει και φαίνονταν πάνω του ‒ σκυφτός, με κοιλιά και λίγα μαλλιά, χλωμός, με σώμα χαλαρό, κάτασπρο, συγκεντρωμένος στο να περπατά προσεκτικά πάνω στις πέτρες. Έφτασε η στιγμή να συναντηθούν επιτέλους λοιπόν. Κολυμπούσε τόση ώρα, ήταν σαν να είχε βγάλει λέπια σε όλο της το σώμα, σαν να είχε γίνει πλάσμα της θάλασσας. Μα αυτή ήταν πλάσμα της στεριάς τελικά. Βγαίνει σιγά σιγά, το νερό κυλάει πάνω της, πατά σταθερά στις πετρούλες, που τρυπάνε τα δάχτυλά της. Το κύμα σβήνει στα πόδια της. Βγαίνει, μια αναδυομένη που κολύμπησε πολύ για να φτάσει μέχρι εδώ. Προχωράει, τινάζει τα μακριά γκρίζα μαλλιά της, ξεκουμπώνει και βγάζει το πάνω μέρος του μαγιό, για να στεγνώσει. Στη θέση του αριστερού της στήθους η ουλή. Την επιδεικνύει με περηφάνια, χαμογελώντας. Στην κοιλιά της τα σημάδια από τις καισαρικές. Στα πόδια της φλεβίτσες σπασμένες. Τα δικά της παράσημα.
Αποθηκεύει την αλλαγή η Αντωνία και συνεχίζει να δουλεύει, ενώ η Ρέα γυροφέρνει στα πόδια της.

Αντιγόνη Πανταζή
Γενέθλια
Η Ελευθερία ήταν πανευτυχής. Η τριανταφυλλιά της πέταξε δύο μπουμπούκια. Καλό σημάδι ανήμερα των γενεθλίων της. «Ήσουν Μαγιάτικο μωρό», της είχε πει η μάνα της. Δε θυμόταν την ημερομηνία γέννησής της. Τη γιόρταζαν την Πρωτομαγιά κι έφτιαχναν πάντα δύο στεφάνια. Το ένα ήταν μόνο για την Ελευθερία. Το άλλο για το σπίτι. Γι’ αυτό, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, λάτρευε τα λουλούδια.
Σήμερα γινόταν ογδόντα δύο χρονών. Είχε φτιάξει κι εκείνη δύο στεφάνια. Ένα για τον εαυτό της κι ένα για την καλύτερή της φίλη, την Κατερίνα. Θα γιόρταζαν μαζί τα γενέθλιά της. Είχε γεμίσει το μπαλκόνι της λουλούδια. Ένας μικρός παράδεισος. Τα απογεύματα που πότιζε, όλος ο ακάλυπτος μύριζε δυόσμο, βασιλικό και γιασεμί. Τα χάϊδευε, τους μιλούσε κι εκείνα θέριευαν και χάριζαν τ’ αρώματά τους σε όλη την οικοδομή.
Στο στρογγυλό σιδερένιο τραπεζάκι του μπαλκονιού, έστρωσε το γαλάζιο τραπεζομάντηλο με τους γλάρους. Ήθελε απόψε να συναντηθεί η Άνοιξη με το Καλοκαίρι. Είχε αγοράσει από χθες γλυκό υποβρύχιο με γεύση καϊμάκι και κουλουράκια κανέλας.
Η Κατερίνα έμενε στο διαμέρισμα ακριβώς πάνω από το δικό της. Σε πέντε λεπτά θα κατέβαινε. Η Ελευθερία έβαλε να ψήσει ελληνικό καφέ στο γκαζάκι. Ίσα που πρόλαβε να φουσκώσει ο καφές κι άκουσε το κλειδί στην πόρτα.
Είχαν ανταλλάξει κλειδιά και ανεβοκατέβαινε συνέχεια η μία στο σπίτι της άλλης. Κοντά πενήντα χρόνια φίλες. Καμιά τους δεν παντρεύτηκε. Οι γονείς τους το είχαν παράπονο που δεν τακτοποιήθηκαν μ’ ένα καλό παλληκάρι. Τα αδέρφια τους είχαν πεθάνει. Είχαν ανήψια. Ο ανηψιός της Κατερίνας την επισκεπτόταν μια στο τόσο. Η Ελευθερία πάλι είχε χρόνια να δει τα δικά της. Δεν ήταν εύκολο να έρχονται συχνά στην Κυψέλη από τη Δροσιά. Μιλούσαν αραιά και που στο τηλέφωνο.
Δασκάλα η Ελευθερία, νοσοκόμα η Κατερίνα. Είχαν βγει χρόνια στη σύνταξη. Πολύ κοκέτες και οι δύο. Όμορφες. Με μια ξεχωριστή ομορφιά η καθεμία.
Η Κατερίνα σε σκλάβωνε με το τρυφερό της βλέμμα. Τα μελιά, αμυγδαλωτά της μάτια μιλούσαν από μόνα τους. Γι’ αυτό και ήταν πιο σιωπηλή από τη Ελευθερία που τα έλεγε έξω από τα δόντια. Η Κατερίνα χαμογελούσε και φωτιζόταν το πρόσωπό της από μια αλλούτερη αύρα σαν φωτοστέφανο. Μπορούσες να την χαζεύεις ώρες να κινείται αθόρυβα στο χώρο σαν αερικό. Οι ασθενείς της είχαν να το λένε. «Η κυρία Κατερίνα κάνει αιμοληψίες τη νύχτα την ώρα που κοιμάσαι και δεν σε ξυπνά. Ελαφροχέρα και αθόρυβη.» Όταν άνοιγε τα χέρια της να σε αγκαλιάσει νόμιζες ότι θα πετάξει.
Έτσι και η Ελευθερία πετούσε συχνά στην αγκαλιά της φίλης της. Ήταν ένας τρόπος να ξορκίζει τα δικά της βαριά βήματα που ρίζωναν βαθιά μέσα στη γη. Αλλιώτικη φτιαξιά η Ελευθερία. Ψηλή, μελαχρινή με μαβιά μάτια, σαν ζωγραφιστά. Το βλέμμα της καθηλωτικό. Αν δεν σε συμπαθούσε μπορούσε με μια ματιά της να σου περάσει το μήνυμα. Υπήρχαν άνθρωποι που τους πάγωνε το αίμα αυτό το βλέμμα. Τα παιδιά στο σχολείο στην αρχή την έτρεμαν και στην πορεία την λάτρευαν. Τους κέρδιζε η ειλικρίνειά της. Μπορεί να ήταν σκληρή και απαιτητική, αλλά νοιαζόταν πολύ για τους μαθητές της.
Με την Κατερίνα μαλάκωσε από την πρώτη μέρα. Γλύκανε σαν τη σοκολατίνα που έφαγαν καθισμένες αντικρυστά, στον διάσημο πεζόδρομο της Κυψέλης. Χαλάρωσε μαζί της. Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μακριά στιλπνά μαλλιά της και με μια κίνηση τα άφησε να πέσουν όλα πάνω στον ώμο της. Και τότε ξεχύθηκε αυτό το γάργαρο γέλιο της. Έριξε λίγο πίσω το κεφάλι και γέλασε με την ψυχή της. Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε στην αρχή, κοκκίνησε και ύστερα ξέσπασε κι εκείνη στα γέλια. Από τότε οι δύο φίλες μπορούσαν να παίζουν αυτό το παιχνίδι για ώρες. «Ποια θα γελάσει πρώτη;».
Γνωρίστηκαν σ’ ένα ζαχαροπλαστείο στη Φωκίωνος Νέγρη. Οι ανηψιές τους έκαναν παρέα και βγήκαν όλες μαζί για καφέ και γλυκό. Οι ανηψιές τους δεν έχουν κρατήσει επαφές. Η Ελευθερία και η Κατερίνα έγιναν αχώριστες. Η Κατερίνα ήρθε πρώτη σ’ αυτή την πολυκατοικία και μετά από λίγα χρόνια αγόρασε και η Ελευθερία το από κάτω διαμέρισμα.
Ο καφές μερακλίδικος, με καϊμάκι και φουσκάλες. Οι δύο φίλες βουτούσαν το κουλουράκι τους στον καφέ και χαμογελούσαν. Όταν ήρθε το υποβρύχιο έπεσε χειροκρότημα. Μα τί χαρα ήταν αυτή; Ούτε στα νιάτα τους δεν έκαναν έτσι. Είχαν καθίσει αντικρυστά, όπως πάντα, για να μπορούν να ακουμπούν το ένα χέρι τους στο κάγκελο του μπαλκονιού και να βλέπουν καλύτερα η μία την άλλη.
«Χρόνια πολλά Ελευθερία μου, να τα χιλιάσεις. Δε θα φέρεις κι ένα λικεράκι να πιούμε;», είπε η Κατερίνα κι έκλεισε το μάτι στη φιλενάδα της. «Πως δε θα φέρω; Έχω και το αγαπημένο σου! Βύσσινο!», της απάντησε η Ελευθερία και πήγε βιαστικά στο σερβάν στο σαλόνι να φέρει το λικέρ και δύο ποτήρια.
Ζαλίστηκαν σήμερα, αλλά χαλάλι. Ήπιαν το μισό λικέρ. Γέλασαν με την ψυχή τους. Θυμήθηκαν τα παλιά. Ξέθαψαν κάτι φωτογραφίες. Πέρασαν τα χρόνια. Τους έπιασε το παράπονο. Σκούπισαν η μία τα δάκρυα της άλλης. Ξαναγέλασαν.
Πήγε δώδεκα η ώρα. Η Κατερίνα έκανε να σηκωθεί να φύγει. «Που πας κορίτσι μου;», την ρώτησε με ανείπωτη τρυφερότητα η Ελευθερία. Η Κατερίνα έχασε τη μιλιά της. «Που πας;», συνέχισε η Ελευθερία. «Δε βαρέθηκες τόσα χρόνια το πάνω κάτω; Μείνε εδώ απόψε. Μείνε. Να κοιμηθούμε μαζί. Να αγαπηθούμε λίγο ακόμα.» Η Κατερίνα ξέσπασε σε λυγμούς. «Μην κλαις ψυχή μου», συνέχισε η Ελευθερία, «Κάνουμε κάτι κακό; Πειράζουμε κανέναν;». Αγκαλιάστηκαν. Έμειναν έτσι ώρα πολύ. Μέχρι που η Ελευθερία έπιασε το κορίτσι της από το χέρι και πήγαν να πλαγιάσουν. Να κουρνιάσουν η μία μέσα στην άλλη. Να σταματήσουν τον χρόνο.
Από το βιβλίο με τίτλο “Ταξίδια στον Τοίχο”, 2023, εκδ. Ηδύφωνο

Ειρήνη Νομικού
Συνέντευξη με μια ντίβα
Η Μυρτώ είχε μελετήσει πολύ για τη συνέντευξη. Καλλή Χαλά – Γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Εξαιρετική, στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Την συνεχάρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, για την ερμηνεία της στο Μάνα κουράγιο. Θεϊκή η Καλλή Χαλά, ως Αντιγόνη. Η Μελίνα Μερκούρη παρακολουθεί την Καλλή Χαλά, ως Μήδεια.
“Πάρε ταξί. Δεν είσαι από ζαχαρόσκονη. Και, όπως είπα, με την Καλλή Χαλά, στον ενικό και μην τολμήσεις να την ηχογραφήσεις. Σου μιλάει γιατί είπα πως είσαι νέα”, φώναξε ο εκδότης.
Μιά μικροκαμωμένη μεσήλικη Φιλιππινέζα της άνοιξε την πόρτα και της τράβηξε σχεδόν από το χέρι την ομπρέλα που έσταζε.
“Η κοπέλα για συνέντευξη”, ανακοίνωσε η γυναίκα σε σπαστά ελληνικά
“Καλησπέρα Καλλή, ευχαριστώ”, πρόλαβε να πει καθώς η ηλικιωμένη γυναίκα, χωρίς να κινηθεί από τον καναπέ, της έδειξε την πολυθρόνα δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
“Λοιπόν, Μυρτώ Παύλου, από το Πρωινό Θέμα, o Επαμεινώντας μου είπε ότι είμαι η πρώτη σου συνέντευξη και μόλις πριν από τρεις μήνες τελείωσες τη σχολή δημοσιογραφίας”, της είπε σοβαρή, κοιτάζοντας την από την κορφή ως τα νύχια.
“Ακριβώς,”, απάντησε η Μυρτώ, χαμογελώντας ενώ ξεφύλλιζε νευρικά το μπλοκ της να βρει τις ερωτήσεις που είχε ετοιμάσει και μόλις είχαν εξαφανιστεί. Θα αυτοσχεδιάσω, αποφάσισε τελικά.
Κοίταξε τη γυναίκα που απέπνεε ακόμη τη γοητεία της πρωταγωνίστριας, με το βελούδινο μπορντό φουστάνι, την κοκκινωπή περούκα και τα μεγάλα πράσινα μάτια της.
“Πώς αισθάνεσαι που είσαι γυναίκα;” ξεκίνησε.
“Ως γυναίκα, φλύαρη και φιλάρεσκη. Έχω τη διάθεση να μιλάω ώρες για τα πάθη και τα λάθη μου. Να κουνάω τα βραχιόλια μου και να τα αναλύω” απάντησε, με παιχνιδιάρικο ύφος η Χαλά, κουνώντας τα χέρια της.
Έχει κλείσει τα ογδόντα, τι πάθη να γράψω; σκεφτόταν καθώς σημείωνε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Η Κάλλη περίμενε, την άφηνε να αναπνεύσει μέχρι να περάσει στην επόμενη ερώτηση.
“Δηλαδή, νιώθεις απόλυτα ικανοποιημένη από τη ζωή σου;” ρώτησε αδέξια, για να βάλει τη συζήτηση σε ένα πλαίσιο.
“Αγάπη μου, για ποιά από όλες; Έχω την αίσθηση ότι έχω ζήσει πολλές ζωές, ως γυναίκα. Πώς αλλιώς να εξηγήσω όλα αυτά τα συναισθήματα που συνυπάρχουν στην ψυχή και στο σώμα μου;”
Η Μυρτώ παρατήρησε τον ενθουσιώδη τόνο στη φωνή της Καλλής. Μήπως τα ΄χει χάσει; αναρωτήθηκε.
“Πολλές ζωές; Εννοείς τους ρόλους σου στο θέατρο, φαντάζομαι”, διευκρίνισε καθώς σημείωνε πολλές ζωές, όλα αυτά τα συναισθήματα.
“Μα φυσικά. Ο κάθε ρόλος είναι και μιά άλλη ζωή. Έχω ζήσει ως σύντροφος που φροντίζει και συμπάσχει. Μάνα που αγωνιά και σβήνει σε μιά αγκαλιά. Και, παλαιότερα, ερωμένη που αναρωτιέται αν ο έρωτας χαθεί το επόμενο πρωί. Ερωτευμένη που ανασαίνει μόνο για την αγκαλιά του εραστή. Προδομένη που πονάει και θρηνεί. Καλλιτέχνης που αγαπάει τη χάρη της μπροστά σε έναν καθρέφτη. Α, και στην πρώτη μου παράσταση, σκοτωμένη θεατρίνα που δεν ξέρει πως να σηκωθεί από τη σκηνή. Η απειρία, βλέπεις”.
Ενώ μιλούσε, η Καλλή κοιτούσε επίμονα τη Μυρτώ που σημείωνε, όπως οι άπειροι στενογράφοι στις μαυροασπρες ταινίες, και συμπλήρωσε: “Κι όμως, χωράνε όλα αυτά σε μιά ζωή. ”
Η Μυρτώ, κατέγραφε και προσπαθούσε ν’ αντιστοιχίσει τις αναφορές με ρόλους. Μάταιο. Ή θέλει να με εντυπωσιάσει ή τα έχει χάσει.
“Για ποιόν ρόλο θα ΄λεγες σήμερα ότι ήταν ο αγαπημένος σου;” ρώτησε προσπαθώντας να πάρει μία συγκεκριμένη απάντηση.
“Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια. Αυτή που εμπνέει την αγάπη για τη ζωή στα βλέμματα των νεαρών μαθητών της.
Θα το ρίξω στα κλισέ για να μην μου λέει τρελλά. Φουλ νάρκισσος μοιάζει, αποφάσισε.
“Έχεις βιώσει πολλάκις την επιτυχία. Την αποτυχία όμως, τη βίωσες ποτέ;”
“Πολλές φορές. Την αγωνία ανάμεσα σε ένα βήμα που πέφτω στο κενό και στο επόμενο που στέκω πάλι όρθια. Ομολογούσα “το μαθα το μάθημα” και να μαι πάλι παίζω, βηματίζω, συνεχίζω”, απάντησε η Χαλά άμεσα και ευθαρσώς.
Άκυρο, έχει τις απαντήσεις στο τσεπάκι της. Την κοίταξε καχύποπτα και έγραψε κατά λέξη την απάντηση για να μπορέσει να την αναπαράγει.
Θα την προσγειώσω. Μήπως βγάλω είδηση ή τίτλο, αποφάσισε.
“Τι ναι για σένα το κατώφλι στην τρίτη ηλικία;” συνέχισε, κοιτάζοντας την κατάματα.
“Το πεπρωμένο των τυχερών. Η ωρίμανση της ενηλικίωσης που με φέρνει πίσω από ‘κει που ξεκίνησα, στην παιδικότητα”, δήλωσε, χωρίς να προβληματιστεί.
“Συγγνώμη, πώς το είπες αυτό το πρώτο;” παρενέβη ευγενικά η Μυρτώ.
“Το πεπρωμένο των τυχερών, καλή μου. Αυτό σου διέφυγε ε;”, διευκρίνισε η Χαλά περιμένοντας την να τελειώσει το γράψιμο.
“Κι, ο θάνατος;” ξεστόμισε θρασύτατα, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της από το μπλοκ.
“Μα η αυλαία που πέφτει για να αλλάξει το σκηνικό. Να ξανανοίξει, με μιά νέα σκηνή”, ήρθε γαλήνια η απάντηση της Καλλής.
Αυτό, ναι, μου θυμίζει κινούμενα σχέδια, συλλογίστηκε η Μυρτώ κρυφογελώντας.
“Τότε, ποιά είναι για σένα η πιο δύσκολη εμπειρία που έχεις κληθεί να διαχειριστείς;” επέμεινε.
“Μα, η απώλεια. Άνθρωποι και πάθη που δεν θα μπορέσω να απολαύσω ξανά. Αχ, αυτός ο θρήνος για τους εραστές που δεν θα δω ποτέ πια νέους”, απάντησε χαμηλόφωνα και, τινάζοντας νευρικά τα χέρια της πάνω στο φόρεμά της, επανέφερε τη ζωηράδα στο βλέμμα της.
Πολύ το μαύρισα! Lifestyle μου είπαν, συνειδητοποίησε η Μυρτώ. Ανακάθισε πάλι, χαμογέλασε και ρώτησε:
“Και, η αγάπη, Καλλή μου; Έχουν γραφτεί πολλά για ταραχώδεις σχέσεις σου αλλά δεν παντρεύτηκες ποτέ. Σωστά;”
Η Χαλά, για πρώτη φορά, την κοίταξε με τρυφερότητα.
“Ολόσωστα. Την αγάπη όμως τη βίωσα και τη βιώνω. Και, σε διαβεβαιώνω ότι δεν έχει σχέση με τις θύελλες, τις σχέσεις και το αν ζεις μαζί με τους αγαπημένους σου. Είναι η ανάσα της ψυχής. Ζεσταίνει την καρδιά μου και την ωθεί να ανθίζει. Αγάπησα και αγαπώ πολύ.”
“Πολύ ρομαντική απάντηση”, της σχολίασε.
“Απόλυτα ρεαλιστική”, της δήλωσε κοιτάζοντας μακριά, τις φλόγες στο τζάκι που χόρευαν.
“Κι, ο έρωτας;” ρώτησε η Μυρτώ, υιοθετώντας τώρα το παιχνιδιάρικο ύφος της Καλλής.
Εκείνη σήκωσε τα χέρια της με ενθουσιασμό, σαν της είχε φέρει μπροστά της μιά τούρτα.
“Α, ο μεγάλος αιώνιος προδότης.. Όπως, οι στίχοι της ποίησης. Το ξερα πάντα πως στο τέλος θα φύγει.. Πάντα φεύγει.. Ειναι το πεπρωμένο του. Χωρίς αυτόν όμως, θα ‘μενα αγέννητη.”
Με αντίστοιχο ενθουσιασμό, η Μυρτώ, κατέγραφε. Μόλις βρήκα τον τίτλο, σκεφτόταν.
“Και, μιά τελευταία ερώτηση”, προλόγισε, ανάλαφρη τώρα. “Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θελες να παίξεις στο μέλλον;”
Η Καλλή, έδειχνε κουρασμένη αλλά την κοίταζε ακόμα τρυφερά.
“Την αγαπημένη που είναι γαλήνια, ασφαλής. Τη γιαγιά που ξανανιώνει με ένα φιλάκι. Τι τα θες, κορίτσι μου; Δεν επέλεξα τον ρόλο της νοικοκυράς που πλένει τα πιάτα και τακτοποιεί τα εγώ της”.
Στιγμιαία, η Μυρτώ ένιωσε ένα ψεγάδι θλιψης στη φωνή της. Την κοίταξε διερευνητικά.
“Κουράστηκα κοπελιά μου. Στα είπα όλα”, της δήλωσε, ενώ το ύφος της ντίβας είχε επανέλθει.
“Ευχαριστώ πολύ κυρία Κάλλη”, της ξέφυγε καθώς έχωνε το μπλοκ και το στυλό στην τσάντα.
Η Κάλλη δεν το σχολίασε, ούτε σηκώθηκε.
Όταν η Φιλιππινέζα επέστρεψε στο σαλόνι, η Χαλά χαμογελούσε πονηρά.
“Τόσο νέα που είναι, πώς να τα χωρέσει όλα αυτά σε ένα άρθρο; Θα της πάρει μιά ζωή…”, ομολόγησε δυνατά.
Την ίδια στιγμή, η Μυρτώ, έκλεινε την εξώπορτα και κάλεσε τη σχέση.
“Έλα, bro, ξεμπέρδεψα! Ήταν μια μουρλόγρια, φουλ αλλοπαρμένη…”.

Όλγα Μπακοπούλου
ΧΑΡΑΜΑΔΑ
Αν διαβάζετε αυτό το γράμμα, τότε εγώ σίγουρα… Δεν τολμώ ούτε να το ξεστομίσω πιά. Ούτε καν να το σκεφτώ. Το ξέρετε καλύτερα από μένα ότι απαγορεύεται αυστηρά κάτι τέτοιο. Κανείς φυσικά δεν μπορούσε να σκεφτεί την κατάληξη εκείνες τις μέρες. Στην αρχή ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη. Μας το εξήγησαν στα Σεμινάρια Διαχείρισης. Η γενιά μας, η Γενιά της Χαραμάδας όπως μας είχαν ονομάσει, έπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να διατηρήσει τη ζωτικότητα της. Δεν υπήρχε άλλη ελπίδα για την προστασία του ευρύτερου οικοδομήματος. (Χρησιμοποιώ την ακριβή ορολογία, συγχωρέστε με, για να γίνω όσο το δυνατόν πιο κατανοητή). Η προηγούμενη γενιά είχε ήδη προσφέρει τα μέγιστα. Τα μέλη της συμμετείχαν στα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα και είχαν ανταπεξέλθει, ίσως όχι πάντα με επιτυχία, αλλά τουλάχιστον τα είχαν καταφέρει. (Για τους ίδιους εννοώ, να μην παρεξηγηθώ). Καταφέραν να δημιουργήσουν, ακίνητα, καριέρες, χρηματικά ποσά. Κυριαρχούσαν – πρώτα ονόματα σε όλους τους τομείς από την επιστήμη μέχρι την τέχνη. Οι νεότεροι από την άλλη που τους είχαν γραμμένους, μας είχαν γραμμένους, ήταν ήδη χαμένοι στον ολοκληρωτισμό του διαδικτύου. Με μια βαλίτσα στο χέρι, νομάδες περιπλανιόντουσαν από χώρα σε χώρα. Οι υπόλοιποι που είχαν ξεφύγει και ακολούθησαν την παραδοσιακή, ενδεδειγμένη πορεία, πάσχιζαν να βρουν τα πατήματά τους. Και πώς να το κάνουν άλλωστε με τους μισθούς πείνας που έπαιρναν; Ειδικά μετά την Παρέμβαση Εξυγίανσης όπως ονόμασαν τον Μεγάλο Πόλεμο. (Συγνώμη για τη χρήση της απαγορευμένης λέξης. Μπορείτε να ανατρέξετε σε κανένα καταχωνιασμένο λεξικό τσέπης – αν το πετύχετε πουθενά – για διευκρινήσεις). Το θέμα είναι ότι ήμασταν οι μόνοι που είχαμε τη γνώση του ΠΡΙΝ εννοώ πριν ακόμα και από την ύπαρξη των προσωπικών υπολογιστών, και του ΜΕΤΑ δηλαδή της ΑΙ εποχής. Κι ενώ βαδίζαμε ήδη στα 50, από τη μία μεριά δεν είχαμε καταφέρει να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, από την άλλη νιώθαμε ήδη την απειλή από τους επόμενους. Έπρεπε λοιπόν, ήταν άκρως απαραίτητο να διατηρηθούμε ετοιμοπόλεμοι και ζωντανοί, καθώς όπως μας τόνιζαν σε κάθε ευκαιρία, ήμασταν επί της ουσίας οι «διαλεκτοί». Αυτοί που θα αλλάζαμε την πραγματικότητα της ανθρωπότητας για πάντα. Στην ιστορική ομιλία του 6ου Συνεδρίου Εφικτής Μελλοντολογίας, τότε που ανακοινώθηκαν τα πρώτα συγκλονιστικά ευρήματα για την διατήρηση και ενδεχομένως ακόμη και την αναστροφή της βιολογικής ηλικίας, μπήκαν οι βάσεις των Μέτρων, που στη συνέχεια – μετά από συστηματική πίεση των Μονάδων Εξυγίανσης επιβλήθηκαν σε όλα τα ευνομούμενα κράτη. Όχι μόνο ήμασταν οι «διαλεκτοί», αλλά και οι τυχεροί επίσης, (χωρίς εισαγωγικά και το εννοώ). Για πρώτη φορά ο συνδυασμός των επιστημών μας έδινε ένα αδιαμφησβήτητο πλεονέκτημα νεότητας. Φάρμακα και θεραπείες για τις ασθένειες που πριν δεκαετίες θέριζαν. Καλύτερη γνώση του σώματος και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Ψυχολογική υποστήριξη επί παντός επιστητού, οδηγίες από life coaches και φυλλάδια διαχείρισης για οποιουδήποτε είδους προβλήματος. Α, και να μην το ξεχάσω, επίσης ένα πρωτοφανές άνοιγμα στην απόκτηση γνώσης με μαθήματα ειδικά σχεδιασμένα για την γενιά μας. Οι δυνατότητες ήταν αμέτρητες. Στα πρώτα χρόνια εφαρμογής τα αποτελέσματα ξεπερνούσαν ακόμα και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Κοιτάζαμε τις φωτογραφίες των γονιών μας και συνειδητοποιούσαμε πόσο πιο νέοι και πιο όμορφα διατηρημένοι είμασταν εμείς στις αντίστοιχες ηλικίες. Όταν η δυνατότητα έγινε υποχρέωση, όταν δηλαδή οι Δυνάμεις Καταστολής και Ανασυγκρότησης άρχισαν να επιβάλουν τις ιατρικές εξετάσεις ανά μήνα, την επίσκεψη σε ψυχικούς υγείας εβδομαδιαία, το γυμναστήριο καθημερινά, και την εκπαίδευση σε ένα πτυχίο τουλάχιστον το έτος, μόνο τότε, κυρίως λόγω της απίστευτης δυσκολίας να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε, (αφού όλοι εξακολουθούσαμε να δουλεύουμε και με αυξημένες ευθύνες, εξαιτίας των καινούργιων δεξιοτήτων που είχαμε αποκτήσει), ξεκίνησαν οι πρώτες αντιδράσεις. Αρχικά με χλιαρά παράπονα και αργότερα μέσω άρθρων. (Διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες όπως καταλαβαίνετε ήταν επίσης αδύνατες. Για όσους δεν γνωρίζουν τις λέξεις, αναζητήστε το λεξικό που προανέφερα). Σε μια δεκαετία το σκηνικό είχε αλλάξει εντελώς. Τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για το συγκλονιστικότερο επιστημονικό επίτευγμα όλων των εποχών: Την Καταστολή των Γηρατειών. Ήταν μάλιστα και η πρώτη λέξη που καταργήθηκε επισήμως, στην ετήσια καθιερωμένη γιορτή της Δημοκρατίας. Η κατάργηση των υπόλοιπων λέξεων δεν έγινε με την ίδια μεγαλοπρέπεια είναι η αλήθεια, μία παράβλεψη που επέφερε αρκετή δυσαρέσκεια, αλλά μέχρι εκεί. Όπως καταλαβαίνετε οι επιλογές μας πλέον είχαν μειωθεί αισθητά. Όταν η Απόσυρση μπήκε αναγκαστικά στην καθημερινότητά μας, ειδικά μετά τις απρόσμενες εξαφανίσεις, κυρίως ατόμων που είχαν τολμήσει να αναρωτηθούν για την ορθότητα, (αν είναι δυνατόν), της ΑΑ (Απόλυτης Αλήθειας), τότε ήταν που για πρώτη φορά το ένιωσα.
Μόλις μου είχε επίσημα αποσταλεί η Υποχρεωτική Εθνική Συνεισφορά Κύησης, (για τέταρτη φορά να το τονίσω), όπου, (τρέμω και μόνο που το ξεστομίζω), λύγησα. Στάθηκα όρθια μπροστά από το τραπέζι της κουζίνας με το εγκεκριμένο για την βιολογική κατηγορία στην οποία ανήκω, γεύμα της Τρίτης. Ήταν τα γενέθλιά μου. Μάρτιος 15. Ποιας ηλικίας όμως; Οι 6 υποχρεωτικές πλαστικές και 2 απανωτές λιποαναρροφήσεις (όλες με επιτυχία), γιατί όπως ξέρετε καλύτερα από μένα, αν, λέω αν, δεν είχαν πετύχει, δεν θα ήμουν ακόμη εδώ, με είχαν αφήσει αναλλοίωτη. Όμορφη και ώριμη μεν, αλλά ακόμα θελκτική και γόνιμη, ακριβώς όπως έπρεπε να είμαι.
Εθελούσια απόσυρση δεν υπάρχει. Αυτό προσπάθησαν όλοι να μου πουν. Δικαιώματα τέτοιου τύπου – καταχρηστικά και επικίνδυνα – εννοείται πως τα έχουμε ήδη ξεφορτωθεί για το καλό μας. Για την ανάπτυξη και προστασία της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
Την απόφαση την πήρα βράδυ. Ώρα 2.46 ακριβώς, Ημέρα Δευτέρα 9, Μήνας Απρίλιος.
Τα έγραψα για να βεβαιωθώ ότι θα μείνουν αυτούσια όπως τα έχω στο μυαλό μου, πριν την επέμβαση αφαίρεσης μνήμης που ήταν το μόνο που μου επέτρεψαν.

Βασιλική Παππά
Μια αλήθεια αειθαλής
Παντογνώστες αφηγητές μού έκοψαν τη ροή. Και με έκαναν αγνή. Έγραψαν το πρόσωπό μου χλομό, το πνεύμα μου αργοκίνητο. Με έβαλαν να σερβίρω καφέδες σε λουδοβίκεια φλιτζάνια, να κοιμάμαι σε κρύα κρεβάτια, να παραμένω υπάκουη στους πεθαμένους, να ξεσκονίζω τα κάδρα τους σε σαλόνια με καναπέδες γερασμένους, τα χείλη μου να σφαλίζουν με έναν στεγνό μορφασμό τις απλοϊκές μου γνώσεις.
Είπαν πως έχω μαραθεί, πως είμαι κήπος μέσα μου που δεν θα ξαναποτιστεί, έρημος νυχτερινή που τίποτα δεν θα την ξαναζεστάνει. Το σώμα μου έκαναν απολεσθέν αντικείμενο, και με έστησαν μπροστά σε ολόσωμους καθρέφτες ξένη σε μένα, σαν αυτή που ήμουν κάποτε να ήταν κάποια άλλη. Αφηγητές που ξέρουν για μένα τα πάντα είπαν πως ζηλεύω τα νιάτα, πως περνώ τον καιρό μου ακονίζοντας ευγένειες αιχμηρές, ποτίζοντας μήλα με μίσος ανήμερο να ταΐσω την ανατέλλουσσα ομορφιά.
Λένε οι παντογνώστες πως σαν πάτησα τα -άντα και τα -ήντα ξόφλησα πια, κι έκαναν τον έρωτά μου ανέκδοτο. Με έβαλαν να πληρώνω για να αγαπώ, με ξετσιπωσιά να αποσπώ φιλιά από νεότερους εραστές, να εγκαταλείπομαι στου σιτεμένου πάθους μου τη δίνη τα λογικά μου χάνοντας (που πάντα ήταν λίγα). Και αφηγούνται γελαστοί πως βάφω ακόμη ρόδινα τα θλιβερά μου κάλλη, με την αβέβαιη λάμψη στάχτης που τρεμοσβήνει.
Αυτά κι άλλα πολλά λένε οι παντογνώστες αφηγητές.
Που δεν με ρώτησαν ποτέ, οι βλάκες, να τους πω
ότι ανατέλλω
και ανθοφορώ
και καρπίζω
και μου αρέσω
και αγαπιέμαι, και αγαπώ
και μ’αγαπώ
σε όλα τα μήκη και πλάτη του χρόνου.















