Ψηλαφώντας την ψυχική νόσο

της Παγώνας-Νίκης Ευσταθοπούλου

(Για το βιβλίο “Αποστάτες Άγγελοι” της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου, Κουκκίδα, 2024)

Αν ο όρος «βιωματική ποίηση» έχει μια περιγραφική αξία, θα μπορούσε αβίαστα να αποδοθεί στην ποιητική συλλογή της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου Αποστάτες Άγγελοι. Και αυτό, γιατί η συλλογή αποδίδει το βίωμα της ψυχικής ασθένειας μέσα στο στενό περιβάλλον του ασθενούς. Αποτυπώνει τη σύνδεση του πάσχοντος ατόμου με αυτούς που συμπάσχουν, αναπαριστώντας, παράλληλα,το κοινωνικό πλέγμα όπου η ψυχική ασθένεια είναι ταμπού ή, για να είμαστε ειλικρινείς, αποτελεί «μίασμα». Πράγματι, για πολλούς, η ψυχική ασθένεια είναι κάτι μη ορατό, μη κατανοητό, μη αποδεκτό. Τι γίνεται όμως όταν ο ψυχικά ασθενής είναι «αίμα» σου; Τι γίνεται όταν το «ανοίκειο» εισβάλλει στο χώρο του «οικείου»;

Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Γιατί άραγε η ποιητική συλλογή τιτλοφορείται Αποστάτες Άγγελοι; Η δική μου εκδοχή αφορμάται από τη χριστιανική θρησκεία και την ιστορία του Εωσφόρου (αυτός που μεταφέρει το φως), του Λούσιφερ (Lucifer) κατά τους Λατίνους, ο οποίος, πριν γίνει αυτό που όλοι γνωρίζουμε, ήταν ο αγαπημένος άγγελος του Θεού. Όπως μας παραδίδουν τα σχετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, ο τέλειος Άγγελος, ο Εωσφόρος, αποζήτησε να εξισωθεί με τον Θεό, διαπράττοντας το θανάσιμο αμάρτημα της αλαζονείας, που οδήγησε και στην πτώση του από τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο προφήτης Ησαΐας απορεί (14:12): «πώς έπεσες από τον ουρανό Εωσφόρε, τέκνο της αυγής;».[1]

Κατά τη χριστιανική θρησκεία, ως «αποστάτες άγγελοι» μπορούν να χαρακτηρισθούν όσοι ακολούθησαν τον Εωσφόρο και πλέον άρχισαν να δρουν ενάντια στο έργο του Θεού, έγιναν πια δαίμονες. Στην ποιητική αυτή συλλογή όμως, οι «αποστάτες άγγελοι» είναι οι αγαπημένοι του Θεού, που μες στη λαχτάρα τους να Τον φτάσουν, τόλμησαν να Τον αγγίξουν, να φτάσουν τόσο κοντά Του που χάθηκαν για πάντα μέσα στην τελειότητά Του. Χάθηκαν στον κόσμο της τρέλας ή μήπως της απόλυτης τελειότητας; Κατά μια έννοια, για τον Θεό, ο Εωσφόρος θα είναι πάντα το όριο μιας ύστατης προσδοκίας: θα τον προσμένει να γυρίσει στη Βασιλεία Του. Ίσως σε αυτό το σημείο εντοπίζουμε το πρώτο ερμηνευτικό κλειδί της συλλογής. Οι Αποστάτες Άγγελοι της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου, πλανεμένοι από τη ψυχική νόσο και περιπλανώμενοι στο δικό τους βασίλειο, πολίτες άλλου ουρανού και άλλου κόσμου, θα παραμένουν πάντα αγαπημένοι από τους οικείους τους. Βρίσκονται σε μια αποστασία, αλλά είναι πάντα «άγγελοι», επαναστάτες της λογικής, βλέπουν και καταλαβαίνουν όσα οι «λογικοί» δεν νιώθουν.

Η ποιητική συλλογή χαρακτηρίζεται από έντονη εικονοποιία, λιτή αλλά γλαφυρή γλώσσα, και εντάσσεται σαφώς στην ποιητική του πόνου, του πένθους και της θλίψης[2]. Εκφράζει το βίωμα ενός πένθους ολοκληρωμένου μεν για τους νεκρούς, αλλά ανολοκλήρωτου και εκκρεμούς για τους ψυχικά ασθενείς, καθώς αυτοί ακροβατούν στο μεταίχμιο πραγματικότητας και υπερφυσικού. Πώς αλήθεια μπορεί κάποιος να τους κλάψει; Θα χαρακτηρίζαμε την ποιητική συλλογή ως μια ποιητική μαρτυρία για ένα πένθος χωρίς ολοκλήρωση (closure). Δομείται πάνω σε συγκινησιακές εντάσεις που προέρχονται από αυτόν τον πυρήνα του βιώματος, ιδωμένες αυτοβιογραφικά. Από τη φαρέτρα των ποιητικών εργαλείων αξιοποιείται έντονα η δραματικότητα, διάχυτη είναι η ειρωνεία, αλλά και η αμφισημία λέξεων και καταστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι άλλοτε τραγικό και άλλοτε κωμικό, συχνά εξαρτώμενο από την οπτική γωνία προσέγγισης του γεγονότος. Ο συνδυασμός της απαισιόδοξης προσέγγισης καταστάσεων της ζωής, αλλά και θέασης του ποιητικού υποκειμένου μαζί με τη διάχυτη ειρωνεία πιθανότατα προδίδουν μια καρυωτακική επιρροή. Αν και η λυρική έκφραση συχνά υποχωρεί έναντι της δραματικής, τα ποιήματα δεν εμφανίζονται να υστερούν σε προσεκτικά ζυγιασμένη αρμονία και δημιουργική ζωντάνια.

Η διακειμενικότητα αξιοποιείται είτε ως αφόρμηση ενός ποιήματος και πηγή έμπνευσης, είτε εντός της ίδιας της σύνθεσης των ποιημάτων. Έτσι, το ποίημα «Εκ του τάγματος των δαιμόνων» (σ.33) διαλέγεται με το ποίημα «Hampstead»[3] του Γ.Σεφέρη. Ο «Ακρωτηριασμός» (σ.32), όπου το ποιητικό υποκείμενο αποδιώχνει τον έρωτα στη σκιά της κληρονομικής τρέλας, δε μπορεί παρά να μας θυμίσει το διήγημα «ο Δήμιος του έρωτα»[4] του Irvin Yalom. Οι στίχοι «κρώζουν κύματα θανάτου/ακαταπαύστως» στο ποίημα «Μωβ» (σ.24) παραπέμπει στην 3η Ωδή του Ανδρέα Κάλβου[5]. Το ποιητικό υποκείμενο και στα δύο ποιήματα βρίσκεται μεταξύ πραγματικότητας και επέκεινα, μεταξύ φωτός και σκότους.

Η τραγικότητα του ποιήματος «Χώμα τάφος» (σ.66) όπου το ποιητικό υποκείμενο κυριαρχείται από αισθήματα φόβου και φρίκης, εντείνεται με την αντίθεση της ανοιξιάτικης φύσης που με «αλαζονεία» εμφανίζεται με «βήμα ταχύ». Στο ποίημα «Ονείρου ξόρκι» (σ.27) περιγράφεται ένα ανατριχιαστικό κυριακάτικο όνειρο· «ο ξένος χάραζε/δέντρα ξένα/με τη φαλτσέτα» και το ποιητικό υποκείμενο τον αποδιώχνει με τρόμο. «Τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε» επιτάσσει η μετέπειτα αυτόχειρας ποιήτρια και ηθοποιός Κατερίνα Γώγου[6]. Παράλληλα, ανακαλούμε οι παλαιότεροι το φονικό της Παραγγελιάς [7] και τον Νίκο Κοεμτζή. Επομένως, η διακειμενικότητα ανάγεται σε κατευθυντήριο μοχλό της ποίησης της Π. Ψυχογυιοπούλου για τον/την επαρκή αναγνώστη/-στρια.

Η διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης συνδυάζει, όπως είδαμε, το βίωμα του πόνου, που εμπεριέχει, ωστόσο και τη θεραπευτική λειτουργία, οδηγώντας το ποιητικό υποκείμενο στην κάθαρση: «Κυνηγώ τη λήθη, θάβοντας την ενοχή», «λεξιπλαστείο θανάτου» (στο ποίημα «Συναγερμός», σ.67) παραδέχεται το ποιητικό υποκείμενο, αξιοποιώντας την ποίηση για να ξεχάσει τον πόνο, ή για να παλέψει με την ενοχή. Στο «Ποιήματα;» (σ.64) αναφέρει: «Κι οι ποιητές;/Μετεωρίζονται στη θλίψη/επιφορτίζονται την ενοχή». Στο ποίημα «Παράδοξα» (σ.45), επισημαίνει «Κλειδώθηκα στο ποίημα. Αγάπησα τη σιωπή», προβάλλοντας την ποιητική πράξη ως μια μορφή αποστασιοποίησης από μια πραγματικότητα που πληγώνει.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η ποίηση έτσι αναδεικνύεται ως εργαλείο για να ψηλαφίσει, να κατανοήσει «τα δυσδιάκριτα όρια τρέλας και λογικής» όπως ομολογεί το ποιητικό υποκείμενο στη «Στοίβα λέξεων» (σ.77). Στο «Πέταλο αλόγου» (σ.58) η ποίηση αναδεικνύεται ως ο μόνος ίσως τρόπος να κατανοήσει το ποιητικό υποκείμενο τον ψυχικά ασθενή που παραληρεί «Βυθίζομαι στον λαβύρινθο/των λογισμών σου/σκαρώνοντας στίχους» το «άρρητο» της ψυχασθένειας κατά τον ψυχίατρο και ποιητή ΙωάννηΣτρατούλια, όπως αναφέρεται στο επίμετρο της ποιητικής συλλογής.

Στην «Ποίησης εστία» (σ.11), ο/η αναγνώστης/-στρια παρακολουθεί την περιγραφή της ποιητικής πράξης σε πρωτοπρόσωπο λόγο, ξεκινώντας από το κίνητρο και την έμπνευση για να φτάσει στην πικρή διαπίστωση: «Πρώτη φορά αντίκρυ στον θάνατο·/Αντιστέκομαι/μα ευλαβικά τον νεκροφιλώ». «Φόρο τιμής αποτίω/σε κάθε νεκρό/αόρατο ή ορατό» όπως αναφέρεται στις «Εικονο-στάσεις»(σ.15).

Η ποίηση της Π.Ψυχογυιοπούλου αναδιπλώνεται διαρκώς σαν να είναι μια ποίηση υποβολής ερωτημάτων: τι είναι πραγματικότητα και τι κομμάτι των ψευδαισθήσεων/συμπτωμάτων του ψυχικά ασθενούς; Ως μόνη λύση και απάντηση συνηθέστερα προκρίνεται η ποίηση. Στο «Ονείρου ξόρκι» (σ.27) το κυριακάτικο όνειρο, αντί του οικογενειακού τραπεζιού της Κυριακής «νεκρούς και ζωντανούς/φέρνοντας κοντά μου» είναι γεμάτο συμβολισμούς. Στην καθημερινότητα του σπιτιού η μητέρα δεν κάνει «απόψυξη» του ψυγείου, αλλά απόπειρα αυτοκτονίας «…κυλούσε/κόκκινο ρυάκι/στα πόδια της». Η ποιητική φωνή ξυπνά έντρομη: «πετώ αλάτι πίσω μου/το ξορκίζω», τηρώντας τη λαϊκή δοξασία προσπαθεί ν’ αποδιώξει όχι τους επισκέπτες, όπως συνηθίζεται, αλλά τους ενοίκους του σπιτιού, αν και τους «στέργει». Αυτή η καθημερινότητα, η ανύπαρκτη κανονικότητα της ζωής με έναν ψυχικά ασθενή, περιγράφεται γλαφυρά στο ποίημα «Κατανομή ρόλων» (σ.28): το ποιητικό υποκείμενο «Στο παραλήρημά σου», «Συγκατανεύω τρομαγμένη, μα περιμένω/στωικά…». Ως ψυχικά ασθενής «υποδύεσαι» και «διανέμεις ρόλους», ενώ το ποιητικό υποκείμενο-συγγενής αποδέχεται ότι «Στο σύμπαν της παραφροσύνης/γίνομαι βασίλισσα», ενώ στο ποίημα «Ανοίκειες φωνές» (σ.30), το ποιητικό υποκείμενο επιφορτισμένο με το δύσκολο ρόλο του φροντιστή, βασανιστικά σημειώνει: «Σε συνεχή εκκρεμότητα η ζωή μας».

Σε έντονες καταστάσεις, πραγματικές και μη, όπως οι παραπάνω, η ποιήτρια συχνά καταφεύγει σε συμβολισμούς και φράσεις δανεισμένες από τη χριστιανική ορθόδοξη βιβλιογραφία και λατρεία.Το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει τόσο λεπτή τη διαφορά μεταξύ «ζωής και τρέλας»: «Ερίζουν/για το άλας της γης, το εξώτερον πυρ». Οι Βιβλικές φράσεις παραπέμπουν στην αξία και μοναδικότητα του ανθρώπου από τη μια[8] και στην Κόλαση απ’ την άλλη[9] (ποίημα «Φαύλος εγκλεισμός», σ.29). Και αν σε κάθε λειτουργία, ο ιερέας αναγιγνώσκει ονόματα πιστών «υπέρ υγείας» των ζώντων και «υπέρ αναπαύσεως» των τεθνεώτων, η ποιήτρια συνθέτει το ποίημα «Υπέρ ψυχών» (σ.19) στη μνήμη των νεκρών αγαπημένων. Δεν ανάβει κερί στο εικονοστάσι στη μνήμη τους, «σε κάθε νεκρό/αόρατο ή ορατό», αλλά συνθέτει τις «Εικονο-στάσεις» (σ.15) «αναμένοντας την Ανάσταση». Τα ποιήματα της συλλογής «συνθέτουν «επιλύχνιο ευχαριστία»» (ποίημα «Στοίβα λέξεων»,σ.77), τον αρχαιότερο ύμνο της αδιαίρετης εκκλησίας στο «φως ιλαρόν», το φως της χαράς, αλλά ο ύμνος δεν αφιερώνεται στους αγαπημένους ή στον Θεό, αλλά στα «δυσδιάκριτα όρια τρέλας και λογικής/παντοτινά υμνώντας.».

Στην ποίηση της Π. Ψυχογυιοπούλου σταχυολογούνται και επανέρχονται ερωτήματα των συγγενών των ψυχικά ασθενών: γιατί αρρώστησε ψυχικά το οικείο πρόσωπο, μήπως κινδυνεύουν να νοσήσουν ψυχικά και οι ίδιοι; Επικαλούμενη άλλοτε τη μοίρα («σημάδι μυστικό κρύβει το ριζικό μας») και άλλοτε τις βιολογικές καταβολές («Η κληρονομιά μου γενιά ερεβώδης») η ποιητική φωνή επιλέγει να απευθυνθεί στον/στην ψυχικά ασθενή/συγγενή ως αλληγορικό κάτοπτρο του εαυτού: «Της μορφής μου εσύ μορφή».

Ο ρόλος της φύσης αναδεικνύεται καίριος στην ποιητική σύνθεση της Π.Ψυχογυιοπούλου, όπως επίσης και η αναφορά των χρωμάτων. Μια αλληλουχία ποιημάτων τιτλοφορούνται, αλλά και αφιερώνονται στα χρώματα, «μωβ, μαύρο, κίτρινο» και τους συμβολισμούς τους. Στο μαύρο, το χρώμα του σκότους και του θανάτου και στο μωβ, το χρώμα της θλίψης και του πένθους, αντιπαρατίθεται το κίτρινο ως σύμβολο του φωτός, της πνευματικής εγρήγορσης και διαύγειας. Οι χρωματικές αναφορές μοιάζουν να είναι απέλπιδες συναισθηματικές προσπάθειες ανάταξης και ανάτασης μια οικογενειακής κατάστασης σκοτεινής και τραγικής. Τα υπαρξιακά αδιέξοδα υποστηρίζονται δομικά και από τον χρονικό άξονα της συλλογής. Σε αυτόν τον άξονα, εμφανίζεται κυρίως η σχέση του παρελθόντος με το παρόν, ιδωμένη, ωστόσο, μέσα από ένα ποιητικό εργαστήρι, που στέκεται «καταντικρύ στα θρύψαλα/μελλοντικής καταιγίδας».

Συνοψίζοντας,τολμώ να ισχυριστώ ότι η ποίηση της Π.Ψυχογυιοπούλου είναι σαφώς μια μελαγχολική ποίηση, μια ποίηση θανάτου[10]. Μια ποίηση που συζητά τον υπαρξιακό θάνατο που προηγείται του βιολογικού θανάτου στην ψυχική ασθένεια, όπως επισημαίνει ο Ι.Στρατούλιας στο επίμετρο της συλλογής. Ο/Η αναγνώστης/-στρια που θα επιλέξει να μυηθεί και να εντρυφήσει σε αυτή την ποίηση, θα ακολουθήσει τα ποιητικά χνάρια μιας «Ναϊάδας» («Νεροπαραμύθι»,σ.75), που ζει και αναπνέει μέσα στα νερά των λιμνών και των ποταμών, χαμένη στη φύση. Μπορεί να τον/την εξαγνίσει και να τον/την σώσει ή να τον/την τρελάνει, αν είναι«αλαφροΐσκιωτος/-η». Σε κάθε περίπτωση, πίσω από τη μελαγχολική διάθεση, ο/η  αναγνώστης/-στρια θα αναγνωρίζει μια ποιητική αφήγηση σμιλεμένη από την αγάπη για τους «αποστάτες αγγέλους», που ίσως στοιχειώνουν και τη δική του/της ζωή.

 

 

Παραπομπές:

[1]Ο προφήτης Ιεζεκιήλ περιγράφει την πτώση του Εωσφόρου (28:15): «Από την ημέρα που πλάστηκες μέχρι την ημέρα που αμάρτησες ήσουν τέλειος στη συμπεριφορά σου», ενώ συνεχίζει στο στιχ. 17: «επειδή είχες ομορφιά περηφανεύτηκες, επειδή είχες μεγάλη δόξα η σοφία σου διαφθάρθηκε».
[2]Γιάννης Παπακώστας, Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, εκδ. ΣΩΒ, Αθήνα 2020.
[3] https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=3101
[4]Irvin Yalom, 2010, Ο Δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας, Εκδόσεις Άγρα.
[5]Ανδρέας Κάλβος, “Εις θάνατον,” Ωδή 3η, στο Λύρα (Γενεύη: 1824), στίχος 12: «και με φως και με θάνατον/ακαταπαύστως», όπου ο ποιητής οραματίζεται τη νεκρή του πια μητέρα
[6]Κατερίνα Γώγου, “Από το Παλιό μου Τετράδιο,” στο Θέλω να κουβεντιάσω (Αθήνα: Καστανιώτης, 1978), 25.
[7]Παραγγελιά, σκηνοθεσία Παύλος Τάσιος (Αθήνα: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, 1980), 0:45:12
[8]Ματθαίος 5:13-14: «Υμείς εστε το άλας της γης…/υμείς εστε το φως του κόσμου»
[9] Ματθαίος 25:41: “…τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων, Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.”
[10]Γιάννης Παπακώστας, Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, εκδ. ΣΩΒ, Αθήνα 2020.

 

 

Παγώνα-Νίκη Ευσταθοπούλου, Υπ.Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Διευθύντρια του Γενικού Λυκείου Ερυμάνθειας

Υπηρετεί ως Διευθύντρια στο Γενικό Λύκειο Ερυμάνθειας της Αχαΐας, ενώ εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 2009 έως σήμερα. Έχει εργασθεί στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser University του Καναδά, όπου ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό της με θέμα το πώς η διγλωσσία στα Ελληνικά και τα Αγγλικά επηρέασε το λόγο των Ελλήνων μεταναστών της περιοχής του Βανκούβερ του Καναδά, εστιάζοντας στα άηχα σύμφωνα των δύο γλωσσών και την ξενική τους προφορά στα Αγγλικά.  Έχει διδάξει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών σε φοιτητές Erasmus, αλλά και στο Τμήμα Λογοθεραπείας του Πανεπιστημίου Πατρών τα μαθήματα της Φωνητικής και της Διγλωσσίας. Έχει εκδώσει άρθρα σε πρακτικά συνεδρίων και περιοδικά ελληνικά και διεθνή, ενώ έχει δημοσιεύσει κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους των εκδοτικών οίκων Cambridge Scholars και Brill.