Ποίηση, η Ιστορία και η μνήμη στην τεχνολογική ερημία

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

(Για το βιβλίο του Κώστα Γουλιάμου, Το μάτι της λέξης- Σύγχρονη Εποχή, 2024, ISBN 978-960-451-508-0)

Το Μάτι της Λέξης του Κώστα Γουλιάμου, συνιστά ένα ποιητικό έργο υψηλής έντασης και πολυεπίπεδης σημασιοδότησης, στο οποίο η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως απλό μέσο αναπαράστασης και μετατρέπεται σε ενεργό φορέα μνήμης, ιστορικής μαρτυρίας και υπαρξιακής αγωνίας. Η λέξη, όπως δηλώνεται ήδη από τον τίτλο, αποκτά βλέμμα: βλέπει, κρίνει, θυμάται, αιμορραγεί. Πρόκειται για μια ποίηση βαθιά πολιτική και ταυτόχρονα στοχαστική, η οποία αρθρώνεται πάνω στη συνάντηση Ιστορίας, σώματος και κοσμικής ύλης.

Το προλογικό τρίστιχο —«όσα αγγίζουν οι λέξεις / γίνονται αίμα / στη ρίζα των νεκρών»— λειτουργεί ως θεμελιακή ποιητική χειρονομία. Η λέξη δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα· την εγγράφει στο σώμα της Ιστορίας. Η ποίηση δεν αποτελεί αισθητικό καταφύγιο, αλλά πράξη μαρτυρίας. Η γλώσσα αποκτά υλικότητα και η μνήμη μετατρέπεται σε ενεργή, αιμορραγούσα παρουσία.

Η ερμηνεία του τίτλου φωτίζεται ουσιαστικά από το εικαστικό έργο «Φλάουτο» του Θωμά Τουρναβίτη, που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής. Η παιγνιώδης αλλά τραυματισμένη μορφή, με το ανήσυχο και συμμετοχικό βλέμμα, αποδίδεται με έντονη εκφραστικότητα και παραμορφωμένα χαρακτηριστικά. Το φλάουτο, όργανο που παράγει ήχο μέσω της αναπνοής, λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο της ποιητικής του Γουλιάμου: όπως ο αέρας μετατρέπεται σε μουσική, έτσι και η ιστορική και υπαρξιακή εμπειρία μετασχηματίζεται σε λόγο. Η λέξη δεν είναι τεχνούργημα· είναι προέκταση του σώματος. Το μάτι της λέξης βλέπει όπως βλέπει και η μορφή του εξώφυλλου: όχι από απόσταση, αλλά από μέσα στον κόσμο. Η τέχνη, ποιητική και εικαστική, επιμένει να μιλά εκεί όπου η σιωπή θα ήταν ευκολότερη.

Τα ποιήματα του Γουλιάμου συγκροτούν μια πολυπρισματική σύνθεση, όπου η ιστορική μνήμη, η πολιτική οργή και η υπαρξιακή αγωνία συναντούν τη σύγχρονη ψηφιακή αποξένωση. Ο λυρισμός της γραφής δεν εξιδανικεύει το τραύμα· αντίθετα, γίνεται σκληρός, σχεδόν ανατομικός, για να αποδώσει τη βιαιότητα της εμπειρίας. Η γλώσσα είναι πολυφωνική: αρχαϊσμοί, αναφορές στην τραγωδία και την πλατωνική φιλοσοφία, βιβλικός και υμνογραφικός λόγος, λαϊκές εκφράσεις, αλλά και επιστημονική ή τεχνολογική ορολογία συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο ποιητικό σώμα. Η σύνταξη, συχνά παρατακτική, με επαναλήψεις και προστακτικές, δημιουργεί έναν ρυθμό λιτανευτικό, συλλογικό. Η λέξη δεν αφηγείται απλώς· καλεί, απαιτεί, μνημονεύει.

Η πρώτη ενότητα, «Η λάμψη των οστών», συμπυκνώνει την τραγική αντίφαση που τη διατρέχει: τα οστά, σύμβολα θανάτου και αφανισμού, εκπέμπουν φως. Το αισχύλειο επίγραμμα φωτίζει αυτή τη διάσταση, καθώς στην τραγωδία το φως είναι αποκαλυπτικό και επώδυνο. Στην ποίηση του Γουλιάμου, η λάμψη των οστών είναι το φως της ιστορικής αλήθειας που αναδύεται από τους νεκρούς της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου. Οι νεκροί δεν σιωπούν· οι δρόμοι, τα υπόγεια, οι τοίχοι μιλούν. Η πόλη μετατρέπεται σε σώμα μνήμης και η ποίηση σε τραγικό λόγο που αρνείται τη λήθη.

Η Ιστορία δεν αντιμετωπίζεται ως παρελθόν, αλλά ως ζωντανή πληγή. Στο «Ημερολόγιο Λαού» (σσ.13–15), ο θάνατος προσωποποιείται με συγκλονιστικό τρόπο: «Ο θάνατος δεν είναι ψέμα / Έχει ματωμένο πουκάμισο / Σάρκα με παγωμένες πληγές». Η επαναλαμβανόμενη αναφορά στη «σάρκα» υποδηλώνει ότι η ιδεολογία και η αντίσταση δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά βιολογικό βίωμα. Οι συγκεκριμένες οδοί της Αθήνας («Μαυρομιχάλη», «Ναυαρίνου», «Διδότου») μετατρέπουν τον αστικό ιστό σε τεκμηριωμένο μνημείο, ενώ η αποστροφή προς τον Τσόρτσιλ («…τι να σκοτώσεις; / Πόσους να σκοτώσεις;») αναδεικνύει το ακατάλυτο του λαϊκού φρονήματος, παρομοιαζόμενου με φυσικό φαινόμενο.

Η δεύτερη ενότητα, «Φλόγα σωμάτων», μετατοπίζει το βάρος από το συλλογικό ιστορικό τραύμα στη σωματική εμπειρία και τον έρωτα. Το πλατωνικό επίγραμμα εισάγει μια κοσμολογική θεώρηση όπου το σώμα αποτελεί φορέα ζωτικής ενέργειας. Η φλόγα εδώ δεν καταστρέφει· ζωογονεί. Το σώμα γίνεται τόπος αντίστασης απέναντι στην αποξένωση και την τεχνοκρατική ψυχρότητα του σύγχρονου κόσμου. Ο έρωτας δεν λειτουργεί ως φυγή από την Ιστορία, αλλά ως συνέχειά της με άλλους όρους: το σώμα θυμάται, επιμένει, φλέγεται.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η βίαιη μετάβαση από το ηρωικό παρελθόν στη σύγχρονη τεχνολογική αλλοτρίωση. Στο ποίημα VI (σ.40), η υποκατάσταση της βιωμένης εμπειρίας από τις οθόνες αποδίδεται με οξύ σαρκασμό, καθώς ο ποιητής καταγράφει μια γενιά που «πέρασε το καλοκαίρι με iOS και Android / θρυμματίζοντας φωτογραφίες από τοπία νευρασθενικά». Η ψηφιακή εικόνα αντικαθιστά τη φυσική παρουσία, το ταξίδι, το φως, μετατρέποντας τη μνήμη σε εύθραυστο αρχείο χωρίς διάρκεια. Η απώλεια της αυθεντικότητας συνδέεται έτσι άμεσα με τη λήθη της φύσης και της συλλογικής γλώσσας, κορυφούμενη στη δραματική ομολογία «κοροϊδέψαμε τη Ρωμιοσύνη / σαν έμενε ζωντανή στη γλώσσα μας». Η ειρωνεία εδώ δεν στρέφεται μόνο κατά της τεχνολογίας, αλλά κυρίως κατά της αποξένωσης από τη γλωσσική και ιστορική συνέχεια, η οποία αντικαθίσταται από έναν πολιτισμό στιγμιαίων εικόνων και ψηφιακών υποκατάστατων.

Η τρίτη ενότητα, «Στην ερημιά της ύλης», εισάγει έναν σκοτεινότερο, θραυσματικό τόνο. Το φως και η φλόγα μοιάζουν εξαντλημένα, αφήνοντας πίσω μια απρόσωπη, κοσμική πραγματικότητα. Αναφορές στην επιστήμη και την αστροφυσική εντείνουν το αίσθημα αποξένωσης. Κι όμως, ακόμη και εδώ, η λέξη δεν παραιτείται. Το ερώτημα «τι είμαι;» λειτουργεί ως πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που μετατρέπει το ανθρώπινο σε δεδομένο.

Η κριτική επεκτείνεται και στο επίπεδο της οικονομικής εξουσίας. Στο «Γεράσαμε τόσο νέοι» (σ.47), η επίθεση στρέφεται στους «ελεεινούς αριθμούς και κωδικούς σκουλήκια», συνδέοντας άμεσα την ψηφιακή εποχή με την τραπεζική κυριαρχία «ξημερώνει όπως στα funds αρέσει». Ο παραδοσιακός εχθρός της ιστορικής μνήμης —ο ταγματασφαλίτης— υποχωρεί και τη θέση του καταλαμβάνει ο απρόσωπος αλγόριθμος και το «άρρωστο χρήμα». Πρόκειται για μια μετάβαση από τη φανερή βία στη σιωπηλή, τεχνοκρατική καταπίεση, η οποία διαβρώνει τόσο την κοινωνική εμπειρία όσο και τη συλλογική ταυτότητα.

Στο ποίημα «Το φάντασμα της χώρας» (σ.52), το αστικό τοπίο ανατέμνεται ως παλίμψηστος χώρος μνήμης. Ο ποιητής ανατέμνει το αστικό τοπίο, περιγράφοντας «…Σπίτια πάνω σε σπίτια με τα σοφά σκυλιά να ψάχνουν τη θάλασσα/ και θάλασσα δε βλέπουν…», αναδεικνύοντας μια ασφυκτική πραγματικότητα που έχει θάψει τα περιβόλια κάτω από το τσιμέντο. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την αλλοτρίωση, η ιστορική συνέχεια αναδύεται με όρους σωματικούς και πύρινους: «Του νεκρού αντάρτη τ’ αμπέχονο πάνω στις σέλες / Κι αυτό το γαρίφαλο π’ ονειρεύτηκε…» μετατρέπονται από σύμβολα του παρελθόντος σε ζωντανή ύλη, καθώς «Όσο κάρβουνο δεν άγγιξε το χιόνι έγινε φωτιά». Η γλώσσα εδώ, αφηνιάζει, διεκδικώντας μια οντολογική επιστροφή στην αυθεντικότητα, εκεί όπου οι «σκλάβοι αξούριστοι στο ξέφωτο της Άμφειας» και οι «Γλεντοκόποι κι εραστές αρματωμένοι με αποχρώσεις φωτιάς» συναντιούνται στα «χρήσιμα της φύσης». Η φλόγα των σωμάτων δεν είναι απλώς ερωτική, αλλά μια εξεγερμένη ενέργεια που αρνείται να γίνει στάχτη, μετατρέποντας το «φάντασμα» της χώρας σε μια παλλόμενη, επώδυνη, αλλά και λυτρωτική παρούσα στιγμή.

Το ποίημα «Τηλεγράφημα σ’ εποχή τεχνητής νοημοσύνης» (σ.73) λειτουργεί ως μια επείγουσα προειδοποίηση, ένα «σήμα κινδύνου» που εκπέμπεται μέσα από ένα τοπίο όπου η φύση («εαρινά δάση», «σπλάχνα του φεγγαριού») έρχεται σε βίαιη αντίθεση με την ψυχρή τεχνολογική πραγματικότητα. Ο στίχος «Ισχύει σ’ εποχή που τελειώνουν τα ψέματα» υποδηλώνει μια στιγμή οριακή, όπου οι ψευδαισθήσεις του πολιτισμού καταρρέουν. Η αποστροφή «Γύρισε πίσω, ηλίθιο καράβι / Ο πόλεμος είναι θέμα τεχνητής νοημοσύνης» στηλιτεύει την απανθρωποποίηση της σύγκρουσης. Ο πόλεμος δεν διεξάγεται πια με το πάθος του «αμπέχονου», αλλά μέσω αλγορίθμων, καθιστώντας την ανθρώπινη παρουσία («το καράβι») μια τραγική αναχρονιστική φιγούρα.

Η ποιητική εργαλειοθήκη του Γουλιάμου είναι πλούσια: προσωποποιήσεις, έντονες αντιθέσεις, μεταφορές φωτός, αίματος και φωτιάς, επαναλήψεις που λειτουργούν ως ρυθμικά μοτίβα. Όλα συντείνουν σε μια ποίηση που αρνείται να ξεχάσει. Η δύναμη του έργου έγκειται στην άρνησή του να ξεχάσει στο «Υγρασίας λείψανον» (σ.57): «Πρόσεχε το συρματόπλεγμα/ Τα μάτια σου στα δέντρα/ Πατάς πάνω σε νεκρούς…». Είναι μια ποίηση-αφύπνιση που μας υπενθυμίζει ότι, παρά την τεχνολογική πρόοδο, η «λευτεριά» παραμένει το ζητούμενο στους δρόμους.

Στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, των αλγορίθμων και της ψηφιακής υποκατάστασης της εμπειρίας, η λέξη του Γουλιάμου επιμένει να είναι σωματική, αιμάτινη, επικίνδυνη. Βλέπει εκεί όπου η κοινωνία συνηθίζει να αποστρέφει το βλέμμα. Δεν εξιδανικεύει το παρελθόν, αλλά το ανασύρει ως ενεργή ύλη που διαπερνά το παρόν. Από τη λάμψη των οστών μέχρι την ερημιά της ύλης, η ποίηση λειτουργεί ως μια διαρκής πράξη αντίστασης απέναντι στην απονεύρωση της μνήμης και στην απώλεια της ανθρώπινης διάστασης της ζωής.

Το Μάτι της Λέξης δεν προσφέρει παρηγοριά. Προσφέρει επίγνωση. Σε έναν κόσμο τεχνολογικής προόδου και ταυτόχρονης ηθικής ερημοποίησης, η λέξη του Γουλιάμου παραμένει σωματική, αιμάτινη, επικίνδυνη. Βλέπει εκεί όπου η κοινωνία συνηθίζει να αποστρέφει το βλέμμα. Και καθώς βλέπει, μας υποχρεώνει να σταθούμε απέναντι στην Ιστορία, στο σώμα και στον ίδιο μας τον εαυτό, χωρίς φίλτρα, χωρίς άλλοθι, χωρίς σιωπή.

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.