Η μνήμη, το τραύμα και οι φωνές που δεν ακούστηκαν

Γράφει η Ιωάννα Γιαννακοπούλου

(Για το βιβλίο, «Το Κρώξιμο του γκιώνη» του Αλέκου Ζούκα, Εστία, 2023)

Κατά βάθος, οι Αληθινοί τόποι δεν υπάρχουν ποτέ.»

Αυτή η φράση του Herman Melville, δανεισμένη από τον Moby Dick, λειτουργεί για το Κρώξιμο του γκιώνη του Αλέκου Ζούκα ως προειδοποίηση και προοικονομία. Το έργο του Ζούκα δεν αφηγείται με βάση χαρτογραφικούς συντελεστές. Αν και τα βουνά κατονομάζονται ως τόποι σταθερότητας, αυτοί που πραγματικά διασχίζονται στο βιβλίο είναι οι τόποι της απώλειας και της εντολής, του τραύματος και της επιθυμίας.

«Τα βουνά, αυτοί οι τεράστιοι και ακίνητοι όγκοι, ήταν τα μόνα σημεία που ανάδιναν μια αίσθηση σιγουριάς. Ήταν η προοπτική μιας ακατάλυτης ενότητας» (σελ. 8)

Αλλά ακόμα και αυτά τα μέρη φέρουν τις χαρακιές του ανθρώπινου πόνου:

«Στους τόπους όπου οι χείμαρροι κόβουν απροειδοποίητα το χώμα σε βαθιές τομές […] οι άνθρωποι και οι πράξεις τους αποκτούν μία ιλιγγιώδη βαρύτητα» (σελ. 7)

Η πραγματική αφήγηση, ωστόσο, δεν συμβαίνει σε τόπους φυσικούς. Εκτυλίσσεται σε μια επικράτεια της μνήμης, του ονείρου, και του ασυνείδητου. Ο τόπος δεν είναι το μέρος, αλλά η φωνή που επιμένει.

 

Η εντολή της Ουρανίας: Η αρχή από τη σιωπή

Ο αφηγητής —ένας άνδρας χωρίς όνομα, δημοσιογράφος και ταυτόχρονα ερευνητής— καλείται να τιμήσει την υπόσχεση που έδωσε στην Ουρανία, τη γιαγιά του: να βρει Εκείνον, το βαφτιστήρι της; Το παιδί της; που δόθηκε για υιοθεσία σε έναν Αμερικάνο και τελικά χάθηκε στον Εμφύλιο. Η Ουρανία δεν θυμάται πια το όνομά του, είναι τυφλή, αλλά σίγουρη:

«Θα τον γνωρίσω όταν τον δω» (σελ. 63)
«Η Ουρανία έφυγε και ξεχάστηκε από όλους σχεδόν, όμως εμένα μ’ έδεσε στην προσταγή της» (σελ. 155–156)

Δεν πρόκειται για λογική αναζήτηση, αλλά για πορεία μέσα στο τραύμα: μια καθοδική διαδρομή προς τη φθορά της μνήμης.

«Καταλάβαινα πολύ καλά πως βάδιζα στα τυφλά με μοναδικά σημάδια τις γκρεμισμένες μνήμες της Ουρανίας […] με μόνιμη επωδό τη λιγμική τους κατάληξη» (σελ. 29)

Η Ουρανία δεν είναι ηρωίδα· είναι η απαρχή της αφήγησης. Δίνει την εντολή, μεταβιβάζει την επιθυμία, και εξαφανίζεται. Αυτό που μένει είναι η αναζήτηση χωρίς αντικείμενο, το αίνιγμα χωρίς απάντηση.

 

Οι άντρες της βίας και οι γυναίκες της σιωπής

Ο κόσμος του βιβλίου διακρίνεται καθαρά σε δύο σφαίρες: τον ανδρικό χώρο της πράξης και της ιστορικής εξουσίας, και τον γυναικείο χώρο της σιωπηλής φροντίδας και μνήμης. Οι άνδρες φέρουν την ευθύνη της επιλογής, της προδοσίας, του αίματος. Είναι καταναγκασμένοι να τιμήσουν ή να αθετήσουν λόγους, ιδέες, συντρόφους. Άλλοτε αναγκάζονται να προδώσουν τις ιδέες για να σώσουν τους αγαπημένους· άλλοτε προδίδουν τους αγαπημένους για να υπηρετήσουν τον ρόλο τους.

Οι άνδρες βιάζουν, προδίδουν, σκοτώνουν, γράφουν την Ιστορία — αλλά είναι κι αυτοί θύματα ενός πατριαρχικού σεναρίου που τους υπερβαίνει.

Οι γυναίκες, αντίθετα, δεν γράφουν την Ιστορία. Την κουβαλούν. Δεν μιλούν· θυμούνται. Επιβιώνουν. Περιμένουν. Γίνονται αποθήκες πόνου, μηχανές φροντίδας, μαρτυρίες σιωπής.

«Ξεγέννησε κρυφά κι απόκρυφα. Πού να βγει σε κόσμο. Όλη η χαρά πέρασε με το στόμα κλειστό […] το νιόβγαλτο κοιμόταν σε μία παράγκα και ξύπναγε σε άλλη» (σελ. 156)

Το σώμα τους είναι πεδίο βίας, αλλά και πεδίο αξιοπρέπειας. Η Ουρανία, για παράδειγμα, έχει ράψει μόνη της το σάβανό της. Το κρατά στον πάτο του σεντουκιού, μαζί με τα προικιά.

«Κάθε νοικοκυρά κοπέλα […] έπρεπε μέσα στα προικιά της να κουβαλάει κρυμμένο και το σάβανο […] να μην την ντύσουν για το στερνό ταξίδι ξένα χέρια» (σελ. 14)

Η πράξη αυτή δηλώνει αυτονομία και αξιοπρέπεια — είναι ο αντίποδας του βίαιου, ανδρικού, εμφυλιακού θανάτου.

 

Το σώμα ως τόπος της φρίκης

Αν η γυναικεία φροντίδα σώζει το σώμα στην απόσυρση, ο Εμφύλιος το καταστρέφει χωρίς τελετουργία. Η βία δεν αρκείται στον θάνατο: επιδιώκει τον εξευτελισμό, την εξαφάνιση του προσώπου.

«Μίσος άπληστο, μίσος απαρηγόρητο […] μάχεται να αφανίσει ακόμη και εκείνη την τελευταία αναλαμπή της ύπαρξης: το γαλήνιο πρόσωπο του νεκρού […] το κεφάλι στα κάγκελα του σχολείου…» (σελ. 174)

Ο Εμφύλιος στο Κρώξιμο του γκιώνη δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι ένα υπαρξιακό ρήγμα, ένα χάσμα χωρίς συμφιλίωση. Ο εχθρός δεν είναι απρόσωπος: είναι ο συγχωριανός, ο συγγενής, ο άλλοτε φίλος. Και η βία που ασκείται δεν είναι μόνο ιδεολογική. Είναι βαθιά ενσώματη.

 

Η μνήμη ως καθήκον

Ο αφηγητής δεν έχει στόχο να διαλευκάνει. Δεν ελπίζει να μάθει την αλήθεια. Δεν υπάρχει αφηγηματική λύση ή απάντηση. Υπάρχει μόνο η μνήμη ως τραύμα που πρέπει να παραμείνει ανοιχτό.

«Καμία άκρια δεν φαίνονταν πουθενά, ένα κουβάρι ξετυλίγονταν και μπερδεύονταν […] Ονόματα ακατάσχετα με συντρόφευαν τα βράδια» (σελ. 15, 63)

Ο αφηγητής δεν είναι ιστορικός. Είναι μάρτυρας — όχι εκείνων που έδρασαν, αλλά εκείνων που δεν μπόρεσαν ποτέ να πουν τι τους συνέβη.

«Περιπλανήθηκα χωρίς προορισμό… χωρίς καν να ξέρω πού πάω. […] Μάταιος κόπος – γύριζα πάντα ο ίδιος, πάντα με τις ίδιες ιδιότητες, τις ίδιες και απαράλλακτες συνήθειες, και πάντα περισσότερο μόνος» (σελ. 170)

Η μοναξιά του είναι το αντίτιμο της ευαισθησίας. Δεν αναζητά το όλο. Νοσταλγεί το άπιαστο. Σέβεται το θραύσμα. Γίνεται ο μόνος που ακούει αυτούς που η Ιστορία παρέκαμψε.

 

Η αλήθεια χωρίς στρατόπεδο

Στο σύμπαν του Κρωξίματος του γκιώνη, όπου η Ιστορία έχει διχοτομηθεί από τον Εμφύλιο, η ουδετερότητα φαντάζει συχνά ως υπεκφυγή ή αδυναμία. Κι όμως, ο αφηγητής δεν είναι απαθής. Δεν προσχωρεί σε μια από τις πλευρές, όχι επειδή φοβάται, αλλά γιατί κατανοεί το ψεύδος της διχοτομίας. Η καταναγκαστική ένταξη δεν είναι επιλογή· είναι άλλη μια μορφή βίας. Το να ανήκεις, πολλές φορές, σημαίνει να παραιτείσαι από την ευθύνη της σκέψης.

«Ήταν και το αμείλικτο ερώτημα: γιατί θα πρέπει κάποιος να συντάσσεται με κάποιους – οποιουσδήποτε – να ανήκει κάπου – οπουδήποτε – προκειμένου να παραμείνει ασφαλής ή ανενόχλητος να συνεχίσει αυτήν την, έτσι κι αλλιώς, αβίωτη ζωή;» (σελ. 25)

Ο αφηγητής δεν επιλέγει αποχή. Επιλέγει μια άλλη μορφή ένταξης: όχι πολιτική, αλλά βαθιά προσωπική (και επομένως, βαθιά πολιτική). Δεν στρέφεται προς ιδέες, στρατόπεδα ή κόμματα, αλλά προς τους ανθρώπους που έζησαν στη σκιά της Ιστορίας. Ανήκει στην Ουρανία, όχι επειδή του το επέβαλε ο δεσμός αίματος, αλλά γιατί εκείνη ενσάρκωσε έναν ολόκληρο κόσμο — εκείνον της σιωπηλής φροντίδας, της αντοχής, της άηχης αξιοπρέπειας.

26: Δεν μπορούσα να κάνω πίσω […], ο σπαραγμός ν’ ανήκεις κάπου με δονούσε σύγκορμα, ανήκα στην Ουρανία, στο χαμόγελο της, στο τρυφερό της χάδι, ανήκα στα έρμα καλντερίμια και στις σφαλισμένες πόρτες, που πίσω τους είχαν απομείνει τα κεντημένα κουρτινάκια, τα μπακίρια της κουζίνας, οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες (άντρες βλοσυροί ακαθόριστης ηλικίας και κοπέλες με τα κουκάκια στα μαλλιά, όλοι μεγαλωμένοι παράκαιρα), οι κεντημένες πάντες στους τοίχους με τοπία γεμάτα ελάφια και πηγές, πουλιά και λουλούδια, λουλούδια ευωδιαστά… […] Είχαν πράγματι τόσο όμορφη ψυχή…  κι ύστερα κάποιο χέρι τράβηξε την πόρτα και εκείνη έκλεισε με έναν τριγμό και δεν ξανάνοιξε, κι ήρθε η σκόνη και το σκοτάδι, το κρώξιμο του γκιώνη και η ερημιά.

Η δική του αλήθεια δεν είναι ιστορική· είναι συναισθηματικά ακριβής. Δεν αναζητά την ορθότητα, αλλά την τιμιότητα απέναντι στις φωνές που χάθηκαν. Το να ανήκεις στην Ουρανία σημαίνει να έχεις ριζώσει στον κόσμο των ανείπωτων πραγμάτων· εκεί όπου τα σώματα προστατεύονται από ξένα χέρια και οι νεκροί δεν περνάνε στη λήθη – χωρίς να χρειάζονται μνημεία.

Στο τέλος, ο αφηγητής δεν ανακαλύπτει μια εξωτερική αλήθεια ούτε φτάνει σε κάποια ιστορική αναγνώριση. Όμως έχει ήδη βρει ό,τι αναζητούσε: έναν τόπο για να βρεθεί με τους αγαπημένους του. Δεν είναι πια ανάγκη να εξηγήσει, να εντοπίσει ή να αποκαλύψει. Αλλά μέσα στο σκοτάδι — που δεν τον φοβίζει πια —, στον τόπο του ύπνου, η μνήμη δεν πονά αλλά γίνεται συνάντηση. Και η συνάντηση, λύτρωση.

 

 

Η ΙΩΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΎΛΟΥ προσπαθεί με τη γραφή να βάλει σε τάξη τα ατάκτως ερριμένα. Έχει γράψει τρία βιβλία («Ο σκαντζόχοιρος που ξέχασε να φοβηθεί» (2013), Αθήνα:Αιώρα, «Η Αλίκη βρήκε το όνομά της» (2019), Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες, «Προίκες» (2023), Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες). Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε περιοδικά (Θράκα, fractal, Τεφλόν). Συνεντεύξεις της από ανθρώπους των βιβλίων, συγγραφείς και εικονογράφους βρήκαν χώρο σε ηλεκτρονικά περιοδικά (alterthess, o anagnostis).