Αμάραντες γυναίκες σε ανδρικούς κήπους

(Δώρα Κασκάλη, Αμάραντες. Μωβ σκίουρος, 2024)

Γράφει η Άννα Κασάπογλου

Το βιβλίο Αμάραντες ξεκινάει με ένα ποίημα της συγγραφέα, το «Μνήμης προίκα». Στο ποίημα αυτό συναντούμε γυναίκες διαφορετικές μεταξύ τους· μια υπενθύμιση πως πίσω από την έμφυλη ταυτότητα μπορεί να συναντήσει κανείς έναν πλούτο και μια ποικιλία ταυτοτήτων και καταστάσεων. Απαραίτητη επισήμανση καθώς πολύ συχνά επιχειρείται μια ομογενοποίηση των γυναικών αντιμετωπίζοντάς τες όλες το ίδιο, κάποιες φορές ακόμη και μέσα στο ίδιο φεμινιστικό κίνημα. Κατηγορίες, όπως η φυλή, η τάξη ή το φύλο επιβάλλουν μια πλασματική ενότητα πάνω σε σύνθετα και πολύπλοκα κοινωνικά φαινόμενα, ομογενοποιώντας κατηγορίες που μοιράζονται ένα σύνολο χαρακτηριστικών (Carrington, 2002: 130-131). Ωστόσο, δεν είναι το ίδιο να είσαι γυναίκα, λευκή, Δυτική με το να είσαι γυναίκα, τρανς, μαύρη, όπως και να το κάνουμε. Το ποίημα, έτσι, αποτελεί έναν άτυπο πρόλογο της συλλογής καθώς μας προαναγγέλλει τρόπον τινά ότι θα μας μιλήσει για τους ρόλους με τους οποίους διασταυρώνεται μια γυναίκα,  και για καταστάσεις τις οποίες βιώνει στο πέρασμα της ζωής της: ως μητέρα, ως φροντίστρια, ως γυναίκα που βιώνει αφόρητη μοναξιά, ως γυναίκα που έχει απωλέσει κάθε επιθυμία και ηδονή.

Πριν απ’ όλα, το βιβλίο, παρά τη φαινομενικά μονοδιάστατη γυναικεία οπτική, δεν αφορά μόνο γυναίκες, παρόλο που αυτές πρωταγωνιστούν στις ιστορίες, αλλά και άνδρες καθώς ο κάθε άνδρας μπορεί να αναγνωρίσει στα διηγήματα τη μητέρα του, την αδερφή του, την κόρη του, τη σύζυγο ή σύντροφό του, μια μακρινή θεία ή κάποια ξεχασμένη ξαδέλφη.

Λόγω της ιδιότητας της γράφουσας ως εγκληματολόγου και εξαιτίας της ενασχόλησης με τα έμφυλα ζητήματα σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η οπτική του παρόντος κειμένου είναι όχι τόσο φιλολογική, αλλά περισσότερο εγκληματολογική και κοινωνιολογική. Έτσι δικαιολογείται το γεγονός ότι η προκείμενη ανάγνωση του βιβλίου οδηγεί στην αναγνώριση δύο βασικών αξόνων πάνω στους οποίους χτίζονται οι ιστορίες. Πατριαρχία και καπιταλισμός, καπιταλισμός και πατριαρχία, το αχτύπητο δίδυμο της κοινωνικοιστορικής και πολιτικής πραγματικότητας που ζούμε. Από τη μια έχουμε ένα οικονομικό σύστημα, τον καπιταλισμό, και από την άλλη ένα κοινωνικό σύστημα, την πατριαρχία. Στην καπιταλιστική κοινωνία, λοιπόν, η κοινωνική οργάνωση στηρίζεται στο φύλο, βασίζεται δηλαδή, στους έμφυλους ρόλους και εδραιώνει την έμφυλη καταπίεση (Arruzza, Bhattacharya & Fraser, 2023: 39).

Δώρα Κασκάλη, “Αμάραντες”. Μωβ σκίουρος, 2024

Ήδη από το πρώτο διήγημα, αυτός ο διαμοιρασμός ρόλων στην ελληνική οικογένεια είναι εμφανής. Μια μάνα που πριν γίνει μάνα έχει θυσιάσει την επιθυμία της, το σκίρτημά της [Αγωνίστηκε να το ξεχάσει, πολύ πριν την άνοια], αφιερώνει τη ζωή της στην οικογένεια και σε έναν άνθρωπο που δεν αγαπά και όταν πια φθίνει η κατάσταση της υγείας της πέφτει στην ανάγκη της νύφης και των παιδιών της. Μια κόρη που έχει παράπονο, καθώς ο γιος υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της μητέρας της, και μια άνοια η οποία έρχεται και διαταράσσει το σύστημα, φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένες δυναμικές και θαμμένες επιθυμίες. Πόσες φορές άραγε δεν έχουμε γίνει μάρτυρες παρόμοιων ιστοριών;

Η έλλειψη συντροφιάς και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, συνεχίζει στην δεύτερη ιστορία, όπου μια κόρη, μένει ακόμη με τους γονείς της προσμένοντας έναν έρωτα, μια εργασία αξιοπρεπή, μιαν αλλαγή στη ζωή της [Και το μέλλον της διαρκώς αναβάλλεται]. Μπορεί από την ηρωίδα της πρώτης ιστορίας (τη μάνα) μέχρι την ηρωίδα της δεύτερη (την κόρη) να μεσολάβησαν δεκαετίες, ωστόσο παρατηρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με γυναίκες εγκλωβισμένες, γυναίκες από τις οποίες απουσιάζει η ανεξαρτησία, η αυτονομία και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Σπίτια τα οποία γερνούν με τους ενοίκους τους, και τα οποία συμβολίζουν φυλακές και χώρους καταπίεσης. Στην πραγματικότητα δεν απέχουν πολλά χρόνια από τις περιπτώσεις των μανάδων του πρώτου διηγήματος, όπου οι γυναίκες ήταν αναπαραγωγικές μηχανές και συντηρούσαν το πατριαρχικό σύστημα, μέχρι την περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, πιο πρόσφατα σε εμάς χρονικά, όπου οι κόρες μένουν ακόμη με τους γονείς τους και δεν βλέπουν μέλλον μπροστά τους, αποτελώντας τα αόρατα θύματα της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, του περιορισμού του κοινωνικού κράτους και της υψηλής ανεργίας, όπου η συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγική εργασία περιορίζεται δραστικά και τους προσφέρονται ως ξεροκόμματα δουλειές χωρίς προοπτική και εξαιρετικά χαμηλά αμειβόμενες (ό.π. 45). Τα στοιχεία για την εισοδηματική ανισότητα ανδρών-γυναικών βρίθουν και είναι προσβάσιμα σε όλους και όλες μας, με μιαν απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο. Έτσι, επανέρχεται και πάλι το δίπολο καπιταλισμός-πατριαρχία.

Η έμφυλη καταπίεση των προαναφερθέντων διηγημάτων υποστηρίζει και ενισχύει περίτρανα την έμφυλη βία. Στη δέκατη ιστορία [Η βλάβη], η συγγραφέας με ένα πολύ εύσχημο τρόπο μάς μιλάει για την καταπίεση και τη βία με τις οποίες έρχεται σε επαφή μια γυναίκα, πρωτίστως μέσα στο σπίτι της. Το όνειρο κάθε άνδρα, η Μαχρού Ωμέγα, το θηλυκό ρομπότ που αποτελεί […την τέλεια γυναίκα: νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα, πρόθυμη για σεξ και κυρίως άλαλη]. Σύμφωνα με την Susan Sontag, ιστορικά η καταπίεση των γυναικών προέκυψε από συγκεκριμένες πρακτικές οι οποίες όριζαν ως αποστολή της γυναίκας την τεκνοποίηση. Οι μορφές της γυναικείας καταπίεσης ανάγονται όλες στη βιολογική κατανομή της εργασίας, η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στην οικογένεια, έναν θεσμό, άλλωστε, οργανωμένο γύρω από την εκμετάλλευση των γυναικών ως εργαζομένων πλήρους ωραρίου και το πρώτο και μεγαλύτερο σχολείο σεξισμού (2024: 83 & 129-130). Η γυναικοκτονία (femicide), το απόγειο, δηλαδή, της ανδρικής βίας ενάντια στις γυναίκες,  με την οποία ερχόμαστε σε επαφή στο ένατο [Εκταφή] διήγημα, είναι ένας όρος με τον οποίο στη χώρα μας εξοικειωθήκαμε την τελευταία τριετία, μετά τη γυναικοκτονία της Caroline Crouch. Ως όρος, η γυναικοκτονία ανήκει στη Diana H. Russell, η οποία τον χρησιμοποίησε πρώτη φορά στο πρώτο Διεθνές Δικαστήριο για τα εγκλήματα κατά των γυναικών στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 1976 (Russell, 1977). Η Russell (1977: 2) όρισε τη γυναικοκτονία ως τη δολοφονία των γυναικών και των κοριτσιών από τους άνδρες, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία σχετικά με τις δολοφονίες των γυναικών, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται με τον ουδέτερο από έμφυλη άποψη όρο της ανθρωποκτονίας (Corradi et al, 2016: 2). Σύμφωνα με την ίδια η απουσία του όρου αποκρύπτει την πρόθεση του δράστη και καταδεικνύει την έλλειψη ενδιαφέροντος για τις έμφυλες αναλύσεις (Russell, 2023: 20). Οι δολοφονίες αυτές υποκινούνται από το μίσος για τα θηλυκά και το κίνητρο σχετίζεται με ένα αίσθημα κυριότητας ή/και ανωτερότητας απέναντι στις γυναίκες που τις καθιστά ιδιοκτησία των ανδρών (Russell, 2023: 25).

Προχωρώντας, μια κοινή συνισταμένη του συνόλου των ιστοριών του βιβλίου είναι η μοναξιά. Η μοναξιά ως κατάσταση, ανάγεται και πάλι στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας, στην επικράτηση του ατομικού έναντι του συλλογικού, στην απώλεια κοινωνικών δεσμών και στην ανάδειξη του κέρδους ως ύψιστου σκοπού της ζωής των ανθρώπων. Μέσα στον σκληρό και ανταγωνιστικό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, τα πιο αδύναμα και ευάλωτα μέλη πλήττονται και παραγκωνίζονται. Όπως πολύ γλαφυρά το περιγράφει η Eva Illouz στο βιβλίο της Ψυχρή τρυφερότητα, ο καπιταλισμός αλλοτριώνει και οδηγεί σε ένα συναισθηματικό μούδιασμα, το οποίο απομακρύνει τους ανθρώπους τον έναν απ’ τον άλλον, από τις κοινότητές τους, και από τον ίδιο τον βαθύτερο εαυτό τους (2017: 13). Πιο συγκεκριμένα, στο πέμπτο διήγημα [Θάλλουν για πάντα], στο έβδομο [Πέρα από τον παράδεισο], και στο δωδέκατο [Το μυστήριο της σακούλας], συναντούμε γυναίκες μόνες, με παραξενιές, οι οποίες παραξενιές όταν αποκρυπτογραφηθούν αποκαλύπτουν απέραντη μοναξιά και νομίζεις πως ακούς τη Γλυκερία, την Ελένη Δήμου και την Τάνια Τσανακλίδου, να τραγουδούν Οι πιο μεγάλες νύχτες/ είναι αυτές που κλαις και δεν σ’ ακούν/ Θυμίζουνε γυναίκες/ μοναχικές γυναίκες που πονούν. Η γυναίκα του πέμπτου διηγήματος που γέμισε το γραφείο με φυτά, έφτιαξε έναν ασφαλή τόπο […εισέρχεται στον πλέον ασφαλή χώρο που κατέχεται και ελέγχεται από κείνη]. Το ίδιο έκανε και η γυναίκα δυο διηγήματα μετά, η οποία νιώθει ασφαλής στα βαμβακερά της ρούχα και στα αρώματά της, όπως και η κυρία Πελαγία στο δωδέκατο διήγημα έπαιρνε δώρα στις γειτόνισσες και κρατούσε τις σακούλες ώστε να καταπολεμήσει […τη βαθιά, ασίγαστη οντολογική της μοναξιά], αφού τα παιδιά της [Είχαν τη ζωή τους, τις οικογένειές τους. Έρχονταν, αλλά όλο και πιο σπάνια], επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι ο κύκλος των ατόμων που φροντίζουμε και μας φροντίζουν όχι μόνο δεν διευρύνεται, αλλά στην πραγματικότητα, έχει στενέψει οδυνηρά (Chatzidakis et al, 2022: 35).

Δώρα Κασκάλη

Αλληλένδετη με τη μοναξιά, η απουσία του έρωτα και της σαρκικής επαφής είναι ιδιαίτερα παρούσες μέσα στις ιστορίες […που πάλιωνε το κορμί της χωρίς άγγιγμα– η αδερφή στο τρίτο διήγημα], [Επέλεξε, ως πιο τίμια λύση, την αποχή– η γυναίκα με τα φυτά του πέμπτου διηγήματος], με μοναδική εξαίρεση μια περιγραφή ερωτικής σκηνής στο έκτο διήγημα [Η τελευταία μέρα], η οποία ενώ παραπέμπει σε περιστασιακό σεξ, τελικά δεν είναι τόσο αποστασιοποιημένο, και ίσως διαφαίνεται μια σύγκρουση μεταξύ της ερεθισμένης γυναίκας, η οποία θέλει να ικανοποιηθεί σαρκικά, και του σεξ με φροντίδα απέναντι στον εραστή της. Γιατί άλλωστε, δεν υπονοείται πάντα ότι το σεξ ολοκληρώνεται όταν ολοκληρώσει και ικανοποιηθεί ο άνδρας; Η γυναίκα δεν είναι αυτή που οφείλει να φροντίζει να ανταποκρίνεται στις ορμέμφυτες επιθυμίες του άνδρα; Άρα, δεν μας κάνει εντύπωση μια γυναίκα να συγκρούεται εσωτερικά όταν αναγνωρίσει κι εκείνη τη δική της ανάγκη για σεξουαλική ικανοποίηση.

Παρά την απουσία του έρωτα και των απωθημένων επιθυμιών, η Κασκάλη ακολουθώντας και παρακολουθώντας την εποχή, βάζει στις ιστορίες της τις συναντήσεις ή τις συνευρέσεις μέσω διαδικτύου, ακόμη κι εκείνες του πληρωμένου έρωτα για τις γυναίκες, κάτι το οποίο φαντάζει κάπως ανοίκειο. Και πώς να μην είναι ανοίκειο, όταν αποτελεί κοινή πεποίθηση, εμποτισμένη με όλο το πατριαρχικό υλικό, το γεγονός της σεξουαλικής αντικειμενοποίησης των γυναικών, κάτι το οποίο ξεκινάει από μικρή ηλικία και σε αυτό συμβάλλει εξαιρετικά η βιομηχανία της μόδας. Κατασκευάζονται κορίτσια που μετέπειτα θα γίνουν γυναίκες έτσι ώστε να εξυπηρετούν τις επιθυμίες των ανδρών. Για τις σεξουαλικές επιθυμίες των γυναικών, δεν γίνεται καν κουβέντα. Έτσι, μια γυναίκα που πληρώνει για την ερωτική απόλαυση δεν είναι τόσο συνηθισμένη σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Στην τέταρτη ιστορία μάς λέει η συγγραφέας [Μήνες ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων για μια συνάντηση που έληξε σύντομα μες στην αμηχανία], ενώ στην πέμπτη αναφέρεται [στην κουβέντα των γυναικών στα μπροστινά καθίσματα του λεωφορείου, για το μπαρ στον δρόμο του αεροδρομίου με την ανδρική συντροφιά που θα μπορούσε με ένα πενηντάευρο να γίνει στενότερη]. Οι ιστοσελίδες γνωριμιών και οι αντίστοιχες εφαρμογές που τις διαδέχθηκαν έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλείς, αλλά και κερδοφόρες επιχειρήσεις σήμερα. Όπως αντιλαμβανόμαστε, όλα στον καπιταλισμό καταλήγουν! Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκομμένο από την καταναλωτική κουλτούρα, τη βιομηχανία της μόδας, όπως ήδη αναφέρθηκε, και την άνοδο του ατομικισμού στις παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες (Illouz, 2017: 119, 125). Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ενώ ο παραδοσιακός έρωτας, όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, συνδεόταν άμεσα με τη σεξουαλική έλξη, η οποία συνήθως απαιτεί την ύπαρξη δύο φυσικών, υλικών σωμάτων, οι γνωριμίες μέσω διαδικτύου βασίζονται στην ασώματη αλληλεπίδραση μέσω κειμένων, με αποτέλεσμα να προωθείται μια ορθολογική αναζήτηση, και από άποψη χρόνου και από άποψη προσέγγισης, και όχι η παραδοσιακή σωματική έλξη (ό.π.: 139).

Μια θεματική που προκαλεί ιδιαίτερα θετική εντύπωση στο βιβλίο και για την οποία υπάρχει αορατότητα στην κοινωνία, η οποία μετακυλίεται και στα βιβλία, είναι η αναπηρία και οι όψεις που αυτή περικλείει. Το τρίτο [Θυσία] διήγημα, το τέταρτο [Ανδρείκελα], το όγδοο [Στα χέρια], και το δέκατο τρίτο [Άννα Ρουμπινστάιν] μας φέρνουν σε επαφή με ανάπηρες γυναίκες και ανάπηρα κορίτσια. Αναπηρία εκ γενετής, αναπηρία στη διάρκεια της ζωής, ακόμη και αναπηρία που προκαλεί η ίδια η ηρωίδα στον εαυτό της. Συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε την «εκούσια» αναπηρία η οποία είναι το μέσον για την εξασφάλιση πόρων, η οποία διασταυρώνεται με τη φυλή Ρομ, σαν η αναπηρία προς εκμετάλλευση να αποτελεί το πεπρωμένο των Ρομά, κάτι που δεν ειπώνεται ξεκάθαρα αλλά υπόρρητα υπάρχει στο διήγημα. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι οι ταυτότητες είναι πολύ περισσότερο ρευστές, διαθέτουν ποικιλία, αλλά υπόκεινται ταυτόχρονα σε περιορισμούς και δυναμικές. Είναι η στιγμή που στην κουβέντα μας χρειάζεται να γίνει αναφορά στην έννοια της διαθεματικότητας, η οποία ανέδειξε την αμοιβαία διασταύρωση των ταυτοτήτων, ή με άλλα λόγια την κατανόηση των συστημάτων καταπίεσης (φυλή, τάξη, φύλο, σεξουαλικός προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου, ηλικία, αναπηρία) τα οποία αλληλεπιδρούν στη διαμόρφωση των εμπειριών (Burman & Gelsthorpe, 2023: 378-379). Εδώ έχουμε όχι μόνον γυναίκες, αλλά γυναίκες ανάπηρες [Κουμπώνω τη μεταλλική κνήμη στον δεξί μηρό το πιο δικό μου μέλος που αυτός δεν τόλμησε να χαϊδέψει με το βλέμμα…συνάντηση που έληξε σύντομα, μες στην αμηχανία], και στο όγδοο διήγημα [Δεν ξέρει πια πώς να βολέψει τα χέρια της. Τ’ αφήνει να κρέμονται άχαρα, σαν κρεάτινα ξέφτια – «σαν αποφύσεις άνευρες», που λέει και ο Ποιητής Αργύρης Χιόνης], γυναίκες ανάπηρες Ρομά, ή γυναίκες φροντίστριες ανάπηρων παιδιών, τις οποίες έχουν εγκαταλείψει «αδύναμοι» σύζυγοι [Έχει τη νέα του οικογένεια. Καινούργιο σπίτι, γυναίκα, δυο γερά παιδιά με ξανθά μαλλιά και κόκκινα μάγουλα (…) Εκείνη υπήρχε μόνο ως μητέρα της Άννας]. Το ζήτημα των μανάδων που έχουν παιδιά με οποιασδήποτε μορφής αναπηρία συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα εξαιρετικά επίκαιρο θέμα, το οποίο χρειάζεται να ανοίξει και να αναζητηθούν τρόποι στήριξης και ενίσχυσης των οικογενειών αυτών. Ας αναλογιστούμε, πόσο απαιτητικό είναι το μεγάλωμα των παιδιών τυπικής ανάπτυξης, πόση ενέργεια χρειάζεται, πόσο χρόνο επενδύουμε στα παιδιά μας, με στόχο αυτά μια μέρα να ανεξαρτητοποιηθούν και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Ένα παιδί με αναπηρία, όμως, είναι ισόβια εξαρτώμενο από τον άνθρωπο που το φροντίζει. Και εξαιρετικά συχνά, ο άνθρωπος αυτός είναι η μητέρα. Είναι πολύ συνηθισμένο ο πατέρας να μην μπορεί να δεχτεί την αναπηρία, η οποία μεταφράζεται σε τρωτότητα και στη συνέχεια η τρωτότητα παραφράζεται ως ατομική αποτυχία (Chatzidakis et al, 2022: xi). Έτσι, και το ζήτημα της αναπηρίας, αποτελεί ακόμη ένα ζήτημα διασταυρούμενων ταυτοτήτων φύλου-αναπηρίας-φυλής-εθνικότητας, το οποίο καθιστά το βιβλίο ολοκληρωμένο από άποψη συμπερίληψης πολλών όψεων της γυναικείας ταυτότητας.

Ολοκληρώνοντας, σκόπιμα αφήσαμε για το τέλος δυο βασικούς άξονες του βιβλίου, οι οποίοι αποτελούν και τη κύρια θεματική του ενδέκατου διηγήματος [Αγάπη όπως νόστος]. Η απώλεια και η μνήμη, τέμνονται και συναντώνται λίγο πολύ σε όλες τις ιστορίες, και αναρωτιόμαστε πώς αλλιώς, αφού οι ζωές μας οι ίδιες εμπεριέχουν καθημερινές απώλειες, θραύσματα και πόνο, και καθημερινές μάχες, άλλες απ’ αυτές περισσότερο και άλλες λιγότερο ορατές. Σε κάποιους και κάποιες από εμάς το παρελθόν είναι διαρκώς παρόν, άλλοι και άλλες το έχουμε αφήσει πίσω μας, το έχουμε θάψει ή το έχουμε επεξεργαστεί και το εμπεριέχουμε στο παρόν. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Πολύ ανθρώπινα, όπως και το σύνολο των ηρωίδων του βιβλίου. Γυναίκες πραγματικές, γυναίκες συνηθισμένες, γυναίκες σπουδαίες πρωταγωνίστριες μέσα στο σενάριο της δικής τους ζωής, και άλλες στα παρασκήνια, γυναίκες που βρίσκουν τη δύναμη, και άλλες που παραιτούνται, γυναίκες με ανάγκες παραγνωρισμένες, με επιθυμίες απωθημένες, γυναίκες που αν γυρίσουμε το βλέμμα δίπλα μας, ή και μέσα μας θα μας κάνουν ένα νεύμα ζητώντας να τις αναγνωρίσουμε. Ακριβώς όπως μας το λέει η Λευκή Μολφέση στο ποίημά της: Υπάρχουν γυναίκες ακροκέραμα/ ανάμεσα στις άλλες,/ γυναίκες με το μακρύ λαιμό, το/ χείλος της κανάτας,/ άλλες που είναι ωδικά πτηνά κι / άλλες που είναι χήνες.

 

 

Πηγές
  • Arruzza, C., Bhattacharya, T. και Fraser, N. (2023). Φεμινισμός για το 99%: Μανιφέστο. Αθήνα: Εκτός Γραμμής
  • Chatzidakis, A., Hakim, J., Littler, J., Rottenberg, C. και Segal, L. (2022). Το μανιφέστο της φροντίδας: Η πολιτική της αλληλεξάρτησης. Θεσσαλονίκη: Ροπή
  • Illouz, E. (2017). Ψυχρή τρυφερότητα: Η άνοδος του συναισθηματικού καπιταλισμού. Αθήνα: Oposito
  • Russell, D.E.H. (2023). Οι ορισμοί της γυναικοκτονίας. Αθήνα: Έρμα
  • Sontag, S. (2024). Περί γυναικών. Αθήνα: Gutenberg
  • Burman, M. and Gelsthorpe, L. (2023). Feminist Criminology: Inequalities, powerlessness and justice. In A, Liebling, S. Maruna and L. McAra (Eds). The Oxford Handbook of Criminology (7th). Oxford: Oxford University Press, pp. 375-399
  • Carrington, K. (2002). Feminism and Critical Criminology: Confronting genealogies. In C. Carrington and R. Hogg, Critical Criminology: Issues, debates, challenges. Cullompton: Willan
  • Corradi, C., Marcuello-Servós, C., Boira, S. and Weil, S. (2016). Theories of femicide and their significance for social research. Current Sociology, pp.1-21
  • Russell, D.E.H., (1977). “Report on the International Tribunal on Crimes against women”. Frontiers: A Journal of Women Studies, 2(1), pp.1-6