Σήμερα η τούρτα μου θα έχει τον αριθμό 29 και συνειδητοποιώ ότι είναι η τελευταία φορά που θα δω μπροστά τον αριθμό 2. Είναι η τελευταία μου χρονιά στη δεκαετία των twenties και όπως άλλοι άνθρωποι κάνουν απολογισμό της ζωής τους εγώ αποφάσισα να κάνω απολογισμό της αναγνωστικής μου πορείας.

Θα ξεκινήσω με μια εξομολόγηση. Δε διάβαζα από μικρό παιδί. Δεν ήμουν από αυτά τα παιδιά που περνούσαν ώρες μπροστά από ένα βιβλίο, που προτιμούσαν την ανάγνωση από την τηλεόραση. Δεν έχω μεγαλώσει διαβάζοντας Καζαντζάκη, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Καβάφη και Εγγονόπουλο. Μέχρι και την τρίτη λυκείου μεταβίας τους γνώριζα. Αντ’ αυτού, έβλεπα πολλές ελληνικές σειρές, πολλές εκπομπές και ριάλιτι κι άκουγα Καλομοίρα και Βανδή.

Μέχρι πριν από λίγο καιρό ντρεπόμουν για αυτό κι είχα ενοχές που δεν μεγάλωσα μέσα στις τέχνες και στα γράμματα. Ζήλευα τα παιδιά που είχαν πρόσβαση σε όλα αυτά από μικρά. Θύμωνα με την οικογένειά μου που δεν ήξερε από ζωγραφική, από καλό κινηματογράφο, από μουσική και σπουδαία λογοτεχνία και που μεγαλώναμε πιο «λαϊκά».

Μέχρι που κατάλαβα ότι μπορεί να μη μου έμαθαν ποιος είναι ο Σκορτζέζε ή ο Κιούμπρικ, οι Beatles ή ο Bob Dylan, η Μάτση Χατζηλαζάρου ή η Βιρτζίνια Γουλφ μου έμαθαν όμως να ακούω την καρδιά μου και να την εμπιστεύομαι. Μου έμαθαν να ψάχνω μόνη μου τι μου αρέσει και να βρίσκω τα δικά μου πατήματα. Μου έμαθαν να ανακαλύπτω τον κόσμο. Και δίνοντάς μου αυτά τα μαθήματα με έκαναν να βρίσκομαι παντού με ανοιχτή καρδιά.

Με αυτήν την ανοιχτή καρδιά κοίταξα σήμερα το πρωί τη βιβλιοθήκη μου και τράβηξα τα πέντε βιβλία που με καθόρισαν σε αυτήν τη δεκαετία της ζωής μου, το καθένα για τον δικό του λόγο.

Η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) θα είναι για μένα πάντα ένα βιβλίο αγκαλιά. Εδώ κλέβω λίγο, γιατί το διάβασα πρώτη φορά στα δεκαοχτώ, αλλά κατά τη δεκαετία των είκοσι το ξαναδιάβασα άλλες δυο φορές, γιατί μου θύμιζε πώς ένιωσα εκείνη την πρώτη φορά που το διάβασα. Είναι ένα βιβλίο που κρύβομαι σε αυτό όταν δεν είμαι καλά, γιατί για κάποιον λόγο η λυρική γραφή (που γενικά την αποφεύγω) με ταξιδεύει και με ζεσταίνει.

Το Γιάντες της Αμάντας Μιχαλοπούλου (Εκδόσεις Καστανιώτη) με έκανε καλύτερη συγγραφέα. Μου έμαθε πώς να είμαι λιτή και ακριβής, πώς να παίζω με τις λέξεις, πώς να λέω μια ιστορία. Μα πάνω από όλα μου χάρισε μια γνώση πολύ σημαντική, μια γνώση όπλο για τη ζωή μου. Με τη γραφή μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Με τη γραφή είμαι ελεύθερη.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου με τον Υπνοβάτη (Εκδόσεις Ερμής) μου έμαθε πώς να στρίβω το μυαλό μου. Με έκανε να κοιτάζω τον κόσμο με λοξή ματιά και να σπάω τα κουτάκια που συνεχώς δημιουργώ στο μυαλό μου.

Η Βιρτζίνια Γουλφ με το Ένα δικό της δωμάτιο (Εκδόσεις Μεταίχμιο) με ταρακούνησε συθέμελα. Δε σταμάτησα να υπογραμμίζω, να τσακίζω σελίδες και να λέω πόσο δίκιο έχει και πόσο επίκαιρη είναι μετά από τόσα χρόνια. Με έφερε αντιμέτωπη με τη γυναικεία γραφή, τη δημιουργικότητα και όλα όσα έχω καταπιεί από τότε που γεννήθηκα.

Τέλος, θα κλείσω με τον Βορρά του Φοίβου Οικονομίδη (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), γιατί κλείνει μέσα του όσα ταλαιπωρούν έναν άνθρωπο στην ηλικία των είκοσι. Το επιλέγω και γιατί το έγραψε όταν ήταν μόλις είκοσι τρία και με έκανε να προβληματιστώ για το γιατί δε διαβάζουμε πολύ νέους ανθρώπους.

Ξεκινάει σήμερα η αντίστροφη μέτρηση για να αποχαιρετήσω τα twenties μου κι εύχομαι αυτή η τελευταία χρονιά να μου μάθει πολλά πολλά ακόμα.