Το αντηχείο της Ιστορίας: Μια μουσική μυσταγωγία συμφιλίωσης

Γράφει η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

(Για το βιβλίο, Ο Ταμπουράς του Μακρυγιάννη, Γιάννης Πλεμμένος, Ταξιδευτής, 2025, ISBN 978-960-579-189-6)

Υπό τον εύγλωττο υπότιτλο «μυθιστορηματική παραλλαγή», το έργο Ο Ταμπουράς του Μακρυγιάννη του Γιάννη Πλεμμένου (Ταξιδευτής, 2025, ISBN 978-960-579-189-6) αυτοπροσδιορίζεται εξαρχής όχι ως μια γραμμική ή στεγνή ιστορική αφήγηση, αλλά ως μια σύνθετη, σχεδόν μουσική ανασύνθεση του παρελθόντος. Το έργο απέσπασε το πρώτο βραβείο, από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων, την Ένωση Βιβλιοπωλών και τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Λαρισαίων, καθώς και από την εφημερίδα «Ημερήσιος Κήρυκας». Ο όρος «παραλλαγή» λειτουργεί ως ειδολογικό και ερμηνευτικό κλειδί: όπως ένας μουσικός μετασχηματίζει μια βασική μελωδία χωρίς να χάνει τον πυρήνα της, έτσι και ο συγγραφέας μεταπλάθει την ιστορία της καθ’ ημάς Ανατολής σε ένα πολυφωνικό λογοτεχνικό σύνολο, όπου η οργανοποιία υπερβαίνει την τεχνική της διάσταση και μετατρέπεται σε φιλοσοφική αναζήτηση για τη φύση της τέχνης, της μνήμης και της ανθρώπινης συμφιλίωσης. 

Η αισθητική και ιδεολογική προετοιμασία του/της αναγνώστη/-στριας ξεκινά ήδη από το εξώφυλλο, το οποίο λειτουργεί ως σιωπηλό αλλά ουσιαστικό προοίμιο της αφήγησης. Εμπνευσμένο από έργο του Μάρτιν Ρέεμπυ (1835), ο κατασκευαστής μπουζουκιών Λεωνίδας Γαΐλας (επιχρωματισμένο) παρουσιάζει τον οργανοποιό σκυμμένο στο εργαστήρι του, περιτριγυρισμένο από ντούγες, καπλαμάδες και εργαλεία. Η σκηνή αποπνέει μια ήρεμη, σχεδόν ιερατική ατμόσφαιρα: ο μάστορας θυμίζει κάλφα που τελεί μυσταγωγία, ενώ το φως που διαπερνά διακριτικά τον χώρο μοιάζει να «ευλογεί» την πράξη της δημιουργίας. Τα αντικείμενα λειτουργούν ως φορείς παράδοσης και μνήμης, ενώ η απλότητα της εικόνας αντιπαραβάλλεται υπαινικτικά με τη δραματικότητα της αφήγησης, προϊδεάζοντας για τον βασικό άξονα του έργου: την ένταση ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή.

Το πρώτο κεφάλαιο μάς μεταφέρει στη Βαγδάτη, σε ένα τοπίο όπου η οργανοποιία αναδεικνύεται σε πνευματική άσκηση και δύναμη συμφιλίωσης. Η κατασκευή του ταμπούρ λειτουργεί ως παραλληλισμός με την ηθική διαμόρφωση του ανθρώπου: «Αν ο άνθρωπος είναι από καλό καλούπι, θα βγει φρόνιμος και λογικός σαν το καλοκουρδισμένο όργανο» (σ. 12). Ο Μαρουάτ, ως «σοφός τεχνίτης», καθοδηγεί τον μικρό Αμπντούλ να αντιληφθεί ότι η ένωση των υλικών προσομοιάζει την ανθρώπινη συμπόρευση. Όπως τα δύο φύλλα από πεύκο στο καπάκι ενώνονται στέρεα, έτσι «πρέπει να κάνουν δυο άνθρωποι για να ’ναι μαζί στη ζωή… όπως ο Τίγρης ενώνεται με τον Ευφράτη στο Κόρναχ» (σ. 14-15).

Ο ταμπουράς αναδεικνύεται σε μικρογραφία του σύμπαντος, καθώς τα επτά «καμάρια» του συμβολίζουν τους πλανήτες και την ουράνια αρμονία που οι άνθρωποι αδυνατούν πλέον να ακούσουν «απ’ τη σκληρή τους καρδιά» (σ. 15). Η αφήγηση εμπλουτίζεται με εγκιβωτισμένες ιστορίες —από τον «Ισκεντέρ» (Μέγα Αλέξανδρο) έως τον Πύργο της Βαβέλ— θυμίζοντας τις «Χίλιες και Μία Νύχτες». Μέσα από αυτές, ο Μαρουάτ προειδοποιεί ότι ο κόσμος θα ερημώσει «αν πάψουμε να τον ποτίζουμε με το νεράκι της ανθρωπιάς» (σ. 17).

Η κορύφωση του κεφαλαίου έρχεται με τον δραματικό θρήνο για την πτώση της Βαγδάτης μπροστά στον Σουλτάνο Μουράτ. Ο Μαρουάτ χρησιμοποιεί την τέχνη του ως έσχατο όπλο, τραγουδώντας στίχους με βιβλική ένταση: «Αλλοίμονο στην πόλη μας την κοσμοξακουσμένη / Που ’ταν ντυμένη βύσσινο και κόκκινη πορφύρα… σε μια στιγμή εχάθηκε ο τόσος της ο πλούτος» (σ. 30).

Ο θρήνος αυτός, που περιγράφει τη Βαγδάτη ως «φυλακή των βρώμικων και μισητών ορνέων» (σ. 30), κατορθώνει το αδιανόητο: να λυγίσει τον «αιμοχαρή πατισάχ» και να μετατρέψει την καταστροφή σε πράξη ελέους και συμφιλίωσης, αποδεικνύοντας ότι η μουσική μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον κατακτητή και τον κατακτημένο.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, η μετατόπιση του Πέτρου από την Άρτα στην Κωνσταντινούπολη σηματοδοτεί την πορεία του από τον δογματισμό στον μυστικισμό, με τη μουσική να λειτουργεί ως κοινή γλώσσα που καταργεί τα σύνορα. Παρά την απόρριψη που βιώνει από το ορθόδοξο περιβάλλον του λόγω του έρωτά του για μια Αρμένισσα —με το Πατριαρχείο να δηλώνει σκληρά πως «μήτε τα ίδια τα ζώα τα άλογα δεν κάμνουν ποτέ μίξιν έξω από το είδος των» (σ. 37)— βρίσκει καταφύγιο στους Μεβλεβί δερβίσηδες. Εκεί, η παραβολή «Αγγούρ-ουζούμ-ινάμπ-σταφύλι» (σ. 34) του αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι συγκρούονται για τις ονομασίες ενώ επιθυμούν το ίδιο πράγμα, ενσαρκώνοντας ένα σαφές αντιρατσιστικό μήνυμα.

Η κορυφαία στιγμή της πνευματικής του υπέρβασης αποτυπώνεται όταν ψάλλει το εζάν στον μιναρέ, σε μια πράξη που γίνεται «στο όνομα της τέχνης κι όχι του Θεού» (σ. 48), όπου η «Ήπειρος χόρευε με την Πόλη» (σ. 48) και ο χρόνος αναστέλλεται. Μέσα στον τεκκέ, ο Πέτρος μετουσιώνει τον πόνο του σε θεϊκό έρωτα, αποφασίζοντας «σαν δερβίσης πια να ζήσω» (σ. 50) και νιώθοντας τη «φλόγα την ερωτική» (σ. 52) να τον αποκαθαίρει. Παράλληλα, η μουσική του παιδεία του επιτρέπει να καταγράψει το άσμα των Ιρακινών μουσικών (σ. 54), κερδίζοντας τον τίτλο «χιρσίζ» (κλέφτης), αφού καταφέρνει να στερήσει από το κακό τη δύναμή του (σ. 55).

Στο τρίτο κεφάλαιο, ο Μακρυγιάννης, απογοητευμένος από τον «τύραννο της ψυχής» που διαδέχθηκε τους «τυράννους της σάρκας» (σ. 59), βρίσκει στον ταμπουρά το «γιατρικό» (σ. 69) απέναντι στον παραλογισμό του εθνικού διχασμού. Το όργανο λειτουργεί ως φορέας συλλογικής μνήμης, συνδέοντάς τον με τον Διγενή Ακρίτα που «έπαιξεν η θαμπούρα του, του κόσμου τες γλυκάδες» (σ. 65) και το όραμα του Ρήγα για μια ελευθερία όπου «Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν» οι ίδιοι λύκοι (σ. 67).

Μέσα από στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, η μουσική ανατρέπει την παραδοσιακή ηρωική αφήγηση: ο Πέτρος σώζει τη ζωή του στον Πασά ψάλλοντας για τις «εννιά μηλιές» της φυλακής (σ. 70), ενώ ο Γκούρας, πριν πέσει ως άλλος «μάρτυρας» (σ. 73), οραματίζεται τον πόλεμο ως «ολίσθημα βαθύτατον» (σ. 73). Η πορεία του οργάνου ολοκληρώνεται με μια πράξη αυτοθυσίας, όταν η σφαίρα του θανάτου θρυμματίζει τη σκάφη του αντί για το κεφάλι του αγωνιστή (σ. 80), αφήνοντάς τον να μαζεύει τα κομμάτια του «σαν να κράταγε το πτώμα ενός μικρού παιδιού» (σ. 80), προσφέροντας μια τραγική αλλά λυτρωτική κάθαρση.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι αφηγηματικές τεχνικές, οι οποίες λειτουργούν οργανικά. Ο εγκιβωτισμός ιστοριών δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο κείμενο, ενώ ο παραλληλισμός ανάμεσα στην κατασκευή του ταμπουρά και την πνευματική διαμόρφωση του ανθρώπου προσδίδει συνοχή. Η κλιμάκωση από την ηρεμία στη δραματική ένταση ενισχύει τη δυναμική της αφήγησης, ενώ η εναλλαγή οπτικών γωνιών επιτρέπει απόσταση και στοχασμό. Το ονειρικό στοιχείο διευρύνει περαιτέρω το ρεαλιστικό πλαίσιο.

Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των ποιητικών αποσπασμάτων, που λειτουργούν ως συναισθηματικοί και νοηματικοί κόμβοι. Ο θρησκευτικός ύμνος εκφράζει την πλήρη παράδοση στο θείο, ενώ τα λαϊκά στιχουργήματα αναδεικνύουν την ανθρώπινη διάσταση των ηρώων. Ο θρήνος για την Άλωση, με το έντονο οξύμωρο του τόπου εκφοράς του, συμβολίζει συλλογική και προσωπική απώλεια. Στη συνέχεια, το δημοτικό τραγούδι της φυλακής αποκτά θεραπευτική λειτουργία, ενώ το δίστιχο του Γκούρα ανατρέπει την επική αφήγηση του πολέμου. Η ποίηση δεν διακοσμεί απλώς το κείμενο· το «κουρδίζει», καθορίζοντας τον συναισθηματικό του τόνο.

Συνολικά, το έργο αναπτύσσεται σαν ένας καλοκουρδισμένος ταμπουράς: κάθε κεφάλαιο αποτελεί μια χορδή που πάλλεται ανάμεσα στην τέχνη και τη βία, τη μνήμη και τη λήθη, το σώμα και το πνεύμα. Η γλώσσα, πλούσια και ιδιωματική, με όρους της οργανοποιίας και της ανατολικής παράδοσης, δημιουργεί μια αυθεντική και πολυεπίπεδη ατμόσφαιρα, ενώ το ύφος ισορροπεί ανάμεσα στη λυρική εξομολόγηση και τον στοχασμό.

Εν κατακλείδι, Ο Ταμπουράς του Μακρυγιάννη αποτελεί ένα βαθιά ανθρωπιστικό και αντιπολεμικό έργο που υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής αφήγησης και αναζητά την ποιητική αλήθεια. Μέσα από τη «μυθιστορηματική παραλλαγή», ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι, παρά τις συγκρούσεις και τις καταστροφές, η τέχνη παραμένει ο κατεξοχήν χώρος συμφιλίωσης. Όπως το λάδι φέρνει το ξύλο στο χρώμα του, έτσι και η τέχνη φέρνει τον άνθρωπο στην ουσία του: εκεί όπου δεν είναι καταστροφέας, αλλά δημιουργός. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό οδοιπορικό από τον Τίγρη έως την Ακρόπολη, που μας καλεί να αφουγκραστούμε έναν ήχο που επιμένει να υμνεί την ελπίδα.

 

Βιβλιογραφία

Bakhtin, M. (1984). Problems of Dostoevsky’s poetics. University of Minnesota Press.
Eliade, M. (1957). The sacred and the profane. Harcourt.
Πλεμμένος, Γ. (2025). Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη. Ταξιδευτής.

 

Η Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου είναι φιλόλογος και βιβλιοθηκονόμος. Κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους α) στη Διοίκηση Σχολικών Μονάδων και β) στις Επιστήμες της Αγωγής με ειδίκευση στη Δημιουργική γραφή (κατεύθυνση εκπαίδευση). Διετέλεσε από το 2011 έως το 2018 Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων Αχαΐας.