Το Περιοδικό Θράκα λαμβάνει συχνά συμμετοχές, τόσο ποιητικές όσο και πεζογραφικές και εκτός των κατά καιρούς καλεσμάτων για τα θεματικά αφιερώματα. Εδώ θα διαβάσετε έργα των: Νικολέτα Ηλέκτρα Πλασάτη, Γιώργος Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου, Yvonne Salmon, Δημήτρης Αρβάλης.
***
Νικολέτα Ηλέκτρα Πλασάτη
Αγουροξύπνημα (α ́)
Γωνίες, άκρες και υφάσματα
βότσαλα που το έσκασαν απ’ το περγιάλι
στο ξύλινο πάτωμα
πλεγμένο χαλί
πλαγιασμένο στο στήθος σου:
το στολίζω τον χειμώνα.
Και την άνοιξη
θα σφουγγαρίσουν
θα με διπλώσεις στο πατάρι.
Ταιριαστοί θα είμαστε πάντα
μα υγρές οι εποχές
επιθυμούν να τις περιδιαβούμε ξυπόλυτοι.
Πριν κλείσουν τα μάτια (γ ́)
Θα το ‘θελα πολύ
τα δάχτυλά μου να χτιστούν κλουβί
μαλαματένιο, θεμέλια -να εγειρθώ.
Ίσως τα πλευρά μου αρχίσουν
ελεύθερα
να πηγαινοέρχονται,
σύγχρονη θα χορεφτώ και
ξοπίσω θ’ ακολουθεί ο σκοπός
ως το πέρας της ημέρας·
πλαισίωμα συνοδός ως
και το σέλας ορχήστρα,
δεν θα εξαϋλωθώ πριν τ’όνειρο.
Η Νικολέτα-Ηλέκτρα Πλασάτη γεννήθηκε το 2004 στην Καβάλα και είναι φοιτήτρια ιατρικής στο ΕΚΠΑ. Παίζει μουσική και τραγουδάει από πολύ μικρή ηλικία. Αυτή είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύει κάποια δημιουργία της.
***
Γιώργος Παπαγεωργίου
Το γκαζάλ της εξέγερσης
Στα καπηλεία της Σαμαρκάνδης τριγυρνούμε
Μακριά από τζαμιά, μακριά από ιερατεία
Σωστοί ρεντήδες σύγχρονοι στον δρόμο του Χαφίζ
Τον ίλιγγο να σβήσουμε ζητάμε με την μέθη
Και ‘τσι τις κούπες πίνουμε την μία μετά την άλλη
Βασανισμένοι απ’τα δεσμά του αλγεσιδώρου Έρωτα°
Μα το διβάνιο φαίνεται δεν μάθαμε καλά
Ο Έρως ο δικός μας διαφέρει ως προς την κράση
Τους ουρανούς αρνήθηκε και τον δημιουργό τους
Και έστρεψε το βλέμμα μας στης γης τους κολασμένους
Κάνοντας τον πατέρα μας, να μας επαρατήσει
Κάνοντας την μητέρα μας, από χαρά να κλάψει
Στερώντας μαςστο επέκεινα το ατέλειωτο πιλάφι
Ελπίζοντας στο όνειρο μιας βαρυστομαχιάς
Κόντρα στο χλωροφόρμιο
Ο οργασμός της σκύλας γέννησε νέους δαίμονες
Που πιάσανε στον ύπνο τις στάχτες των Τιτάνων
Με την γνωστή τους τακτική σκαρφαλώνουν στις σάρκες που κείτονται
Και ξεκινούν ως είθισται τους αντιπερισπασμούς
Τρομπέτες και τύμπανα ματώνουν τ’αυτιά
Δαγκώματα ξυλώνουν ένα ένα τα σάπια δάχτυλα
Τρυπάνια συνθλίβουν με μένος τα παΐδια
Τσιμπίδες σουβλίζουν τ’ανυποψίαστα μηνίγγια
Έρεβος επισκιάζει το νοικιαζόμενο δωμάτιο
Οι ψυχές οξειδώνονται αιωρούμενες στο κενό
Ο Θεός για άλλη μια φορά κρυφοκοιτά ηδονικά και περιμένει
Οι ήχοι της κολάσεως φαντάζουν πλέον γνώριμοι
Κι όμως,
Οι απόηχοι του μέλλοντος ακόμα δονούν τα κουφάρια μας
Ό,τι σώθηκε από το θηρίο ταΐζεται με μίσος και μουγκρίζει τον ρυθμό
Ακονίζοντας τα νύχια του περιμένει την ώρα της αντεπίθεσης
Δίχως να βιάζεται, δίχως να υποφέρει•
Προς το παρόν,
Υποδύεται με μαεστρία το νεκρό
Και ακίνητο όπως οφείλει
Κοιτά τον Αζραήλ που πλησιάζει
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 2000 και αυτή τη στιγμή κάνει το PhD του στην Πολιτική Οικονομία.
***
Κωνσταντίνα Σώζου Κύρκου
ΕΧΙΝΟΠΕΣ
Τα κεφαλάκια των εχινώπων νεοσσοί που
Τραμπαλίζονται
Ταλανίζονται
Στον αέρα
Διάσπαρτες συστάδες στα χωράφια
Ατενίζουν το θολωμένο ορίζοντα
Με τα ανεπαρκή αγκαθάκια τους,
Όμως τσιμπάνε τόσο όταν
Τρίβω τα μάτια μου το βράδυ
Όταν λαξεύουν σκηνές φριχτές στα βλέφαρά μου.
Ξέρεις πότε βλέπω καθαρότερα?
Τη στιγμή που ο ήλιος με σκουντάει ξύπνια
Στιγμές απελπισμένες
Όταν οι σκηνές γίνονται σχήματα στο δωμάτιο
Τεμαχισμένα απ’ τις κοφτερές γρίλιες
Τακτοποιημένα κομμάτια
Ποτέ πια άρτια.
Η ακινησία είναι αυτή που πληγώνει
Και η αφωνία
Ήλπιζα ότι θα ξύπναγαν πριν από μένα αλλά
Να ‘τα, εκεί, πάντα ίδια.
Κι οι γωνίες
Φριχτές κρυψώνες
Εκδικητικές έχιδνες
Τα ουρλιαχτά τους άηχα
Φιμωμένα απ’ τα απανωτά πέπλα σκόνης
Που κανείς δεν τολμάει ν’ απασφαλίσει
Μόνο η άκρη της ακλόνητης, αρμόδιας κουρτίνας
Τ’ αγγίζει ανεπαίσθητα κι αποτραβιέται
Ίσα ίσα που η ματιά μου προλαβαίνει να
Δει τους εχίνοπες
Απ’το παράθυρο.
Θα πέσει πάλι ο ήλιος.
Η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου έχει σπουδάσει Λογοτεχνία, Δημιουργική Γραφή (MA Lancaster University), κι έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πεζογραφίας και ποίησης με το ΕΚΠΑ και τον ΙΑΝΟ. Διηγήματα και ποιήματά της έχουν εκδοθεί σε ελληνικά περιοδικά (Χάρτης, Θράκα, Πλανόδιον, Περί Ου, Έννεπε Μούσα, Πνοές, Fractal κ.α.) και σε ξενόγλωσσα (Tincture Journal, Fairlight Books, Fantastic Books Publishing, Tales from the Forest, Ink, Sweat and Tears, New Critique και άλλα). Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων: Black Greek Coffee, Troubador Publishing, 2014 και ‘Καρπούζι με Φέτα’, Παράξενες Μέρες, 2019.
***
Yvonne Salmon
Αίθριο
Δεν ζητώ πια σημάδια.
Το φως έρχεται μόνο του
και στέκεται στα χέρια μου
σαν ζώο
που ξέχασε τον φόβο.
Στο πάτωμα,
σκόνη από παλιά χρώματα:
κάποτε τα έλεγα ουρανό,
τώρα απλώς ανασαίνουν
χωρίς να ζητούν όνομα.
Έξω, οι πόλεις συνεχίζουν
να χτίζονται πάνω στο νερό.
Κάθε γέφυρα, υπόσχεση.
Κάθε υπόσχεση
βαριά όσο το σώμα.
Κι όμως:
κάτω απ’ τη γλώσσα
κρατώ ακόμη
έναν σπόρο φωτιάς.
Δεν τον δείχνω.
Αρκεί που καίει.
Το Σφάλμα
Για τον Mark Fisher
Στο δωμάτιο
βόμβος από υπολογιστές
που δεν σβήνουν ποτέ.
Μέσα τους
οι μέρες μας,
τακτοποιημένες
σε φακέλους
που κανείς δεν ανοίγει.
Μας είπες
πως το μέλλον
ακυρώθηκε
αθόρυβα,
όπως εγκαθίσταται
ένα πρόγραμμα
που δεν ζητήσαμε.
Κοιτάζω έξω:
πολυκατοικίες
ίδιες με γραμμές κώδικα,
παράθυρα αναμμένα
χωρίς σώματα από πίσω.
Στα ακουστικά
μια φωνή επαναλαμβάνει
πως δεν υπάρχει εναλλακτική.
Το πιστεύουμε
όπως πιστεύεται
ο καιρός.
Κι όμως,
κάπου στον σκληρό δίσκο
της νύχτας
κρατώ ένα λάθος,
ένα glitch,
μια εικόνα
που δεν υπακούει.
Δεν ξέρω
αν είναι ελπίδα.
Ξέρω μόνο
ότι ακόμη
δεν διαγράφηκε.
Η Yvonne Salmon είναι Ιρλανδοβρετανίδα συγγραφέας, εικαστικός καλλιτέχνις και κινηματογραφίστρια. Η ποίησή της έχει πρόσφατα δημοσιευθεί στο Ver Poetry Prize Anthology και στα περιοδικά Martello Journal και Frogmore Papers.
***
Δημήτρης Αρβάλης
Έμοιαζε η σάρκα λέξη
Έμοιαζε η σάρκα λέξη, προτού κάποιος σου τη σκίσει
κι ο τρόμος μια ιδέα, προτού βίωμα γενεί.
Έμοιαζε η φλέβα λέξη, προτού αίμα ξεχειλίσει
και τα λιβάδια τάφοι, προτού η σήψη τους φανεί.
Μοιάζει ο ήλιος λέξη, προτού το δέρμα κάψει,
μοιάζει κι ο χειμώνας, προτού σε γδάρει η παγωνιά.
Έμοιαζε και το βότσαλο πριν κάποιος το πετάξει
μέσα σε μιας λίμνης τα βαλτώδη τα νερά.
Τα νύχια μου ξηλώνω ένα-ένα
κι είμαι σα ζώο που τρέμει μέσα στη βροχή.
Το κρανίο μου θηκάρι για βελόνα, για μια πένα…
γιατί ο πόνος πια κατάντησε φτηνή στιχοπλοκή.
Γεμάτοι λέξεις, γεμάτοι λέξεις πόσες;
Μπροστά στους σπαραγμούς που σαπίζουν την αυγή,
ψεύτικα στόματα, ντροπή σε τόσες γλώσσες!
Έμοιαζε η σάρκα λέξη, ο θάνατος, η αγάπη, η στοργή.
Ο Δημήτρης Αρβάλης γεννήθηκε το 2005 στη Λάρισα, σπουδάζει στο τμήμα Στατιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και ζει στα Γρεβενά. Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη λογοτεχνία και την ποίηση, τα μαθηματικά και τη μουσική. Αυτή την περίοδο ασχολείται με την σύνθεση πρωτότυπης μουσικής για 2 ταινίες μικρού μήκους. Στα γενικότερα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται η φιλοσοφία, η ψυχολογία, το θέατρο και η ζωγραφική, τα οποία αποτελούν επιρροή για το δημιουργικό τού έργο.














