ΠΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ; Δύο κείμενα του Βασίλη Μόσχου και της Έλλης Λεμονίδου

 

Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα του Parallaxi, «Μοιάζει όντως η σημερινή εποχή με το Μεσοπόλεμο;» (9/11/25),  όπου ιστορικοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα, πρόσωπα και καθεστώτα,  η Θράκα κάνει ένα παρόμοιο αφιέρωμα όπου πανεπιστημιακοί, κριτικοί, λογοτέχνες και καλλιτέχνες εξετάζουν το ίδιο θέμα από πολιτισμική σκοπιά.

Θυμίζουμε πως, εκτός από τις τεράστιες μηντιακές και τεχνολογικές αλλαγές, ο Μεσοπόλεμος περιλάμβανε σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα (π. χ. γαλλικός υπερρεαλισμός, ελβετικό νταντά, σοβιετικός κονστρουκτιβισμός, γερμανική Βαϊμάρη, ιταλικός φουτουρισμός, αμερικανική αναγέννηση του Χάρλεμ, μεξικανική τοιχογραφία, βρετανικός μοντερνισμός,  μεσογειακός κλασικισμός) καθώς και φιλοσοφικά ρεύματα (π. χ. πρώιμος υπαρξισμός, λογικός θετικισμός, δυτικός μαρξισμός, σχολή Φρανκφούρτης, αναλυτική φιλοσοφία, πολιτισμικός πεσιμισμός).  Στο πλαίσιο αυτό, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε με ποιους τρόπους η λογοτεχνία, η τέχνη και η σκέψη του 21ου αιώνα συνομιλούν με αυτά τα κινήματα και ρεύματα.

Το αφιέρωμα επιμελούνται οι Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Νεοελληνικής Έδρας Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Michigan και η Αθηνά Ρώσσογλου, ερευνήτρια και ιστορικός.

Στο δέκατο έβδομο μέρος του αφιερώματος παρουσιάζονται κείμενα του Ειδικού Επιστήμονα Έρευνας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, με μεταδιδακτορική έρευνα στην πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1930-1940,  Βασίλη Μόσχου, και της Καθηγήτριας Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Έλλης Λεμονίδου.
Ο (μεσο)πόλεμος είναι εδώ
Γράφει ο Βασίλης Μόσχος

Τι θα ήταν η Αργώ του Θεοτοκά, δίχως το φιλελεύθερο της πρόταγμα, εκτός από μια ηθογραφία της νεότητας, καταλογογραφημένη στις γραμματολογίες; Τι θα ήταν ο Οδηγητής του Βάρναλη, δίχως το κομμουνιστικό του νεύρο και το έναυσμα για την αναμέτρηση του καινούριου κόσμου με τον παλιό-αστικό-κόσμο; Ίσως θα περιλαμβανόταν στα μαθήματα των φιλολογικών σχολών-σήμερα, όπως και παλαιότερα, δεν περιλαμβάνεται-.

Εν ολίγοις, οι ταξικές αντιθέσεις διαπερνούν τους λογοτέχνες, τους διανοούμενους και τους ανθρώπους της τέχνης. Με αυτές συνομιλούν και αλληλεπιδρούν η μη ευθύγραμμη διαδρομή τους, η πολύπτυχη φυσιογνωμία τους και οι πολλοί παράγοντες διαμόρφωσής τους.

Κατά τον μεσοπόλεμο λογοτέχνες και διανοούμενοι εκφέρουν πολιτικό λόγο σε μεγάλη ποσότητα, σχεδόν ακατάπαυστα και συνήθως επί της ουσίας. Απλώνεται δε αυτός ο λόγος ως την πάλη υλισμού-ιδεαλισμού, τη θεωρία της σχετικότητας, τον Φρόιντ, το γλωσσικό, την προλεταριακή λογοτεχνία κ.α. «Εξαίρεση κάνω μόνο για την ποίηση» θα αποδεχτεί για την τελευταία ο Ξενόπουλος.

Εκτενώς απασχολούν ωστόσο, η οικονομική κρίση, ο πόλεμος, ο φασισμός και η διέξοδος. Κατ’ επιλογή, παρατίθενται ορισμένα σημεία από τον Γληνό:

«Η βασική αιτία για τις κρίσεις αυτές, είνε η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνική λειτουργία της παραγωγής και στην ατομική ιδιοχτησία των μέσων της παραγωγής», «Απάνω σ’ αυτές τις κρίσεις ο πόλεμος παρουσιάζεται σαν διπλό καταφύγιο και θεραπευτικό μέσο», «θα μπορέσουν οι παλιοί και νέοι ιμπεριαλισμοί να ξαναμοιράσουν αναμεταξύ τους τον κόσμο δίχως πόλεμο;».

Και «Ένα τέτοιο κράτος ταξικής κοινωνίας οποιαδήποτε μορφή και να πάρει θα είναι κράτος επιβολής των λίγων απέναντι στους πολλούς», «Η φασιστική διχτατορία είνε διχτατορία του καπιταλισμού στις χώρες, που κιντυνεύει περισσότερο η υπόσταση του ή βρίσκει δυσκολίες μεγάλες», «(ο φασισμός) Οξύνει στο έπακρο την έννοια της πατρίδας, ξαναφουντώνει τους φυλετικούς διωγμούς, υψώνει για τη γυναίκα το παλιό ιδανικό της υποταχτικής θέσης, ευνοεί κάθε σύστημα που αρνιέται το απόλυτο κύρος του νόμου της αιτιότητας», «Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός παίρνει θάρρος…να χτυπηθεί η Σοβιετική Ένωση», «Η σοσιαλδημοκρατία, διατηρώντας στη βάση του το καπιταλιστικό καθεστώς και όλο τον κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό ανέγγιχτο, στάθηκε ανίκανη ν’ αντιμετωπίσει τα μεταπολεμικά προβλήματα της Γερμανίας».

Όντως όσα αστικά κράτη ηττήθηκαν στον Α΄ Π.Π. ήθελαν ανάκτηση της ισχύος τους, ενώ όσα επικράτησαν ήθελαν διατήρησή της. Πίσω από ένα πλήθος γεγονότων, αυτό σήμαινε πόλεμος και θωράκιση του κάθε κράτους, άρα και περιστολή του κοινοβουλευτισμού, αστικές δικτατορίες και φασισμό. Για αυτό, η γερμανική αστική τάξη εν τω συνόλω (και όχι μόνο ακραίοι ολιγάρχες) στήριξε τον Χίτλερ. Για αυτό, ένας συντηρητικός πρόεδρος του έδωσε κυβερνητική εντολή. Αυτή ήταν η σειρά, όχι το αντίστροφο.

Όντως επίσης, η σοσιαλδημοκρατία είτε αιματοκυλούσα με τα Freikorps τους πρωτοπόρους της εργατικής τάξης, είτε ασκούσα κοινωνική πολιτική ήταν πάντα συνεπής στη θωράκιση του αστικού συστήματος.

Τελικά την 9η Μάη 1945 (ημέρα κατά την οποία-σύμφωνα με τη ρώσικη ζώνη ώρας-υπογράφθηκε η “άνευ όρων” παράδοση της Γερμανίας), νικήθηκε το κτήνος του φασισμού. Πολλά συνέβαλλαν. Οπωσδήποτε μεταξύ αυτών η ΕΣΣΔ (διπλωματία, βιομηχανία, κοινή πάλη των εθνοτήτων της, ισότιμη συμβολή των γυναικών, 20 εκ νεκροί, σοσιαλιστικό κράτος και κόμμα). «Κι ύστερα οι λαοί απέκτησαν Στάλινγκραντ», απέδωσε ο Αγγουλές.

Μια παύση να σκεφτούμε: H αναπαραγωγή της θεωρίας των 2 άκρων (Γιάλτες, Ρίμνετροπ-Μολότοφ, ενοχοποιητική αχρησία του όρου κομμουνισμός) και η αφετηριακή αποδοχή του καπιταλισμού-έστω στη φιλελεύθερη εκδοχή-ως «το καλό» δεν καθιστούν αναγκαίους-ειδικά προ ενός πολέμου-όσους τον προασπίζονται, μεταξύ των οποίων και η αποκαλούμενη ακροδεξιά; Δεν νομιμοποιούν τον αντικομουνισμό της; Δεν μετακινούν όλα αυτά τη συνείδηση-πρώτα των λαϊκών στρωμάτων-«συντηρητικότερα»; Προς τι η «θρηνολογία» κατόπιν;

Το κτήνος νικήθηκε, όμως η καρδιά του ο καπιταλισμός έμεινε, επανενώθηκε μετά τον Β΄ Π.Π., κυριάρχησε και σήμερα απειλεί την ανθρωπότητα.

Γράφεται συχνά: «Nα ξεπεράσουμε τις βεβαιότητες μας». Θα πρόσθετα ας ξεπεράσουμε, όσα επανήλθαν ως βεβαιότητές μας από το 91 και έπειτα, κυρίως την άρνηση της διαδοχής κοινωνικών σχηματισμών. Επομένως, προκύπτουν τα παρακάτω:

Με τις απεργίες των ναυτεργατών ή με τη διακομματική-πλην Λακεδαιμονίων-αποδοχή της εμπλοκής στον πόλεμο;-«χιλιοστή» απόδειξή της οι φρεγάτες στην Κύπρο-Με το αστικό «εθνικό συμφέρον», το ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. ή με την Ελλάδα όσων δημιουργούν τον πλούτο; Με την προτροπή του Γληνού «στο πλευρό εκείνων που αγωνίζονται για να καταλύσουν την εκμετάλλεψη των ανθρώπων και μαζί μ’ αυτή και τον πόλεμο» ή με τις αυταπάτες για «φιλειρηνικές» αυτή τη φορά κυβερνήσεις και για άλλες οι οποίες αποτελούν άξονα αντίστασης.

«Δεν μπορεί να γίνει!!», ακούγεται καλοπροαίρετα από αρκετό κόσμο. Ούτε όμως γινόταν από λίγα άτομα συγκεντρωμένα σε σπίτι του Υμηττού (1-3.7.1941) να αναπτυχθεί η Αντίσταση. Και όμως έγινε.

Ο πόλεμος είναι εδώ, η ευθύνη μας επίσης.

 

Ο Βασίλης Μόσχος είναι Ειδικός Επιστήμονας Έρευνας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Σύγχρονη Ιστορία στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή επίσης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα “Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950” την οποία υποστήριξε το 2018. Ακολούθησε μεταδιδακτορική έρευνα ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών με θέμα «Η πολιτική δραστηριότητα των λογοτεχνών τη δεκαετία 1930-1940» την οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς το 2022.

Der Krieg (Triptychon) by Otto Dix, (1929-31)
Από την ειρήνη στα άκρα: Ο Μεσοπόλεμος ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης ιστορίας του διεθνούς συστήματος

Γράφει η Έλλη Λεμονίδου

Είναι αρκετά σύνηθες το φαινόμενο της επίκλησης παρελθοντικών εποχών στον δημόσιο, ενίοτε και στον ακαδημαϊκό λόγο, προκειμένου να αναζητηθούν συνάφειες ή και ερμηνευτικά σχήματα για τις εκάστοτε παροντικές εξελίξεις. Η τάση αυτή παρατηρείται συχνότερα σε συγκυρίες με γενικευμένο αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας στη μικρή και στη μεγάλη κλίμακα. Υπενθυμίζεται χαρακτηριστικά ότι στις αρχές της δεκαετίας του 2010, στον απόηχο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και καθώς πλησίαζε η επέτειος των εκατό ετών από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια μερίδα αναλυτών διατύπωνε ερωτήματα, κυρίως μέσα από παρεμβάσεις σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, για τις συνάφειες ανάμεσα στο προπολεμικό σκηνικό των αρχών του εικοστού αιώνα και την αντίστοιχη κατάσταση στον κόσμο εκατό χρόνια αργότερα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι αναγωγές φαίνεται να έχουν μετατοπιστεί στην περίοδο του Μεσοπολέμου, με το επιχείρημα ότι όλο και περισσότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πραγματικότητας παραπέμπουν σε καταστάσεις εκείνης της μεταιχμιακής περιόδου – επισημαίνονται ενδεικτικά οι αναφορές στην ανάδυση και γιγάντωση ακραίων πολιτικών τάσεων, αλλά και στην πολιτική του κατευνασμού έναντι του γερμανικού ναζισμού στη διεθνή διπλωματική σκακιέρα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η γνώση του ιστορικού παρελθόντος, όταν βεβαίως γίνεται με βλέμμα κριτικό και συμπεριληπτικό και με απόλυτο σεβασμό στην ακαδημαϊκή δεοντολογία, αποτελεί πολύτιμο εφόδιο για κάθε πολίτη, ειδικό και μη, το οποίο δυνητικά μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση και διαχείριση σύγχρονων καταστάσεων. Είναι, ωστόσο, απαραίτητο να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τα πολύ ειδικά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους ιστορικής περιόδου, τα οποία εκ των πραγμάτων λειτουργούν περιοριστικά ως προς την αναζήτηση αναλογιών και συνδέσεων. Στην ειδικότερη περίπτωση του Μεσοπολέμου, παρά τo πολύ ενδιαφέρον μωσαϊκό της περιόδου, υπάρχει μια σειρά από στοιχεία που διαφοροποιούν αισθητά το τότε ιστορικό γίγνεσθαι από τη σύγχρονη πραγματικότητα, ενώ ακόμα και η αναφορά στο σήμερα θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η εικόνα του διεθνούς συστήματος υφίσταται αλλεπάλληλες μεταβολές και διαφοροποιήσεις στον ταχύτατα εξελισσόμενο ιστορικό χρόνο των τελευταίων ετών και δεκαετιών.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι η πραγματικότητα του Μεσοπολέμου σε διεθνές επίπεδο καθορίστηκε σε βαθμό καταλυτικό από τις συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κόσμος που διαμορφώθηκε μέσα από τα γεγονότα στα πεδία των μαχών και τα αποτελέσματα των μεταπολεμικών διευθετήσεων δεν είχε καμία σχέση με το προπολεμικό σκηνικό, με την κατάλυση μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατορικών σχημάτων και την ανάδυση μιας σειράς νέων κρατών να αποτελούν τους βασικούς άξονες της νέας τάξης πραγμάτων. Παράλληλα, η άνευ προηγουμένου ανθρωποσφαγή στα πεδία των μαχών και οι οδυνηρότατες συνέπειες σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο για όλα τα εμπόλεμα κράτη απαιτούσε, πέρα από νέα ερμηνευτικά σχήματα στο πεδίο των ιδεών, νέες απαντήσεις και στο πολιτικό επίπεδο. Η βεντάλια αυτών των απαντήσεων υπήρξε ιδιαίτερα εκτεταμένη και ανομοιογενής, καθώς κυμάνθηκε από την αναζήτηση μιας νέας, ειρηνικού χαρακτήρα οργάνωσης στο διεθνές πεδίο (κυριότατα με τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών, αλλά και με τις πρώιμες πρωτοβουλίες για συμπόρευση και συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών), έως την ανάδυση σκοτεινών δυνάμεων με ολοκληρωτικό χαρακτήρα και σαφές εθνικιστικό πρόσημο.

Το πλέγμα της οργάνωσης του διεθνούς συστήματος μετά το 1918 έχει ιδιαίτερη αξία να εξεταστεί όχι μόνο με φόντο την ίδια την ιστορία του Μεσοπολέμου (με τα θεμελιώδη ερωτήματα να αφορούν τα βήματα προόδου, αλλά και τις εγγενείς αδυναμίες των συνθηκών ειρήνης και του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της Κοινωνίας των Εθνών), αλλά και σε ένα ευρύτερο συνεκτικό πλαίσιο που θα φτάνει έως την εποχή μας. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η διεθνής τάξη πραγμάτων μετά το 1945, παρά τις αναπόφευκτες ατέλειές της και παρά τους διαρκείς κλυδωνισμούς που υπέστη μέσα από μια πολλαπλά περιστατικά εντάσεων και συγκρούσεων, κατέγραψε μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, καθώς και ορισμένα σημαντικά επιτεύγματα σε θεσμικό επίπεδο, προς όφελος της επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των κρατών, αλλά και της λογοδοσίας σε επίπεδο διεθνούς δικαιοσύνης. 

Αυτές οι θετικές όψεις γίνονται ακόμα περισσότερο αισθητές στις μέρες μας, καθώς αυτή η διεθνής αρχιτεκτονική –που απέδιδε, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερη βαρύτητα στην πολυμερή συνεργασία και στον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο– αμφισβητείται εμπράκτως και απειλείται με ολοκληρωτική κατάρρευση. Είναι απαραίτητη, συνεπώς, η ολοκληρωμένη εξέταση του θέματος των ορίων, των τομών, των επιτυχημένων πρακτικών, αλλά και των αστοχιών της οργάνωσης του διεθνούς συστήματος στη μακρά διάρκεια από το 1918 έως τις μέρες μας, με την περίοδο του Μεσοπολέμου να αποτελεί μια από τις τρεις ερευνητικές υποπεριόδους (μαζί με τον Ψυχρό Πόλεμο και τη μεταψυχροπολεμική περίοδο) αυτού του ερευνητικού πεδίου.

 

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Τα κύρια ερευνητικά της ενδιαφέροντα σχετίζονται με την ιστορία του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τη διαχείριση επίμαχων και τραυματικών γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος, τη σχέση Ιστορίας-Μνήμης και τη Δημόσια Ιστορία. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων, ημερίδων και λοιπών επιστημονικών εκδηλώσεων γύρω από το αντικείμενό της, ενώ έχει δημοσιεύσει τα πορίσματα των ερευνών της άρθρα σε περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Οι πρόσφατες μονογραφίες της έχουν τίτλους Η Ιστορία στη μεγάλη οθόνη. Ιστορία, κινηματογράφος και εθνικές ταυτότητες (Ταξιδευτής, Αθήνα 2017), Ιστορία και Μνήμη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη (Παπαζήσης, Αθήνα 2019), Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918). Ιστορία μιας οικουμενικής καταστροφής (Εστία, Αθήνα 2020). Έχει επίσης επιμεληθεί ελληνόγλωσσους και ξενόγλωσσους συλλογικούς τόμους, οι πιο πρόσφατοι: Εγκλεισμοί και Ιστορία (με τον Γιώργο Κόκκινο) (Πεδίο, Αθήνα 2024), Ίχνη αιωνιότητας. Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935-2012) (με τους Χρήστο Χρυσανθόπουλο, Γιώργο Κόκκινο και Αντρέα Π. Ανδρέου) (Ταξιδευτής, Αθήνα 2025).  

 

Main photo:  Μan at Crossroads  by Diego Rivera (1933)