Είκοσι χρόνια μετά από τη  δημοσίευση του «Δρόμου» του Κόρμακ Μακάρθι 

Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

{Cormac McCarthy Ο δρόμος (The Road). Μτφρ: Γιώργος Κυριαζής, Εκδόσεις Gutenberg. Δεκέμβριος 2024.  Αθήνα}

 

Ο Κόρμακ Μακάρθι (Cormac McCarthy, 1933-2023) ήταν ένας Αμερικανός συγγραφέας που έγραψε πολλά μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων και αρκετές λογοτεχνικές επιτυχίες, όπως ο «Αιματοβαμμένος μεσημβρινός» (Blood Meridian: Or the Evening Redness in the West, 1985), «Όλα τα όμορφα άλογα» (All the Pretty Horses, 1992), «Καμιά πατρίδα για τους  μελλοθάνατους» (No Country for Old Men, 2005) και «Ο Δρόμος»  (The Road, 2006). Αν, πάντως, κάποιος θελήσει να μπει στον πειρασμό να τον κατηγοριοποιήσει για περαιτέρω μελέτη και εμβάθυνση στο έργο του, θα αποδειχτεί μάλλον δύσκολη και εξαιρετικά επίπονη  υπόθεση. Τα κείμενα και η μυθοπλασία του, εντάσσονται στην νεωτεριστική αμερικανική λογοτεχνία των νοτιοδυτικών περιοχών. Κάποιοι μελετητές τον κατατάσσουν ως συγγραφέα του Νότου, ενώ άλλοι τον θεωρούν συγγραφέα της δυτικής αμερικανικής αντίληψης και παράδοσης. Οι ασχολούμενοι επισταμένως με το έργο του, όμως, γνωρίζουν τις λογοτεχνικές του επιρροές, οι οποίες  κυμαίνονται από  τον Όμηρο, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, μέχρι και τους Φώκνερ, Χέμινγουεϊ, Μέλβιλ, Φλάνερι Ο’Κόνορ και τον Ντοστογιέφσκι, εν ολίγοις από την δυτική κυρίως  αφηγηματική παράδοση.

Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι, αν και ο Μακάρθι επηρεάστηκε από αυτή, τα έργα του φαίνεται πως αποτελούν ακραίες κυρίως εκδοχές της γενικής τάσης της συγκεκριμένης λογοτεχνίας. Η σημείωση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την κατανόησή του όχι  μόνο ως μυθιστοριογράφου που εντρυφεί και ασκείται στην τέχνη  των γραμμάτων και της λογοτεχνίας, αλλά και ως συγγραφέα του οποίου τα έργα, ειδικά το «Πέρασμα» και «Ο Δρόμος» μπορούν να αποτελέσουν εκτεταμένη προσπάθεια εξέτασης, υποστήριξης και αμφισβήτησης της παράδοσης της προφορικής αφήγησης όσο το δυνατόν περισσότερο εντός των ορίων μιας σύγχρονης κουλτούρας. Τα έργα του κείνται δίπλα στην αμερικανική ιστορία, τον ιστορικό αναθεωρητισμό, τη φιλοσοφία, τη μυθολογία, τις κινηματογραφικές σπουδές και, πιο πρόσφατα, στις σπουδές φύλου και εθνοτήτων. Χαρακτηριστική αναφορά για όλα αυτά αποτελεί το βιβλίο του Τίμοθι Πάρις «Από τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Αποκάλυψη: Μεταμοντέρνα Ιστορία και Αμερικανική Μυθοπλασία» (Timothy Parrish:From the Civil War to the Apocalypse: Postmodern History and American Fiction. University of Massachusetts Press. 2008), το οποίο εξετάζει μεταξύ των άλλων και τον «Αιματοβαμμένο Μεσημβρινό» (Blood Meridian) παράλληλα με μια μελέτη της μεταμοντέρνας ιστορίας και της σύγχρονης πολιτικής της ταυτότητας. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η βία που απεικονίζεται αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την συνέχεια της αρχικής βίαιης συνάντησης μεταξύ Ινδιάνων και ευρωπαϊκών συμφερόντων και της σύγκρουσης μεταξύ του Νέου Κόσμου της Αμερικής και του Παλαιού Κόσμου της Ευρώπης του δέκατου πέμπτου αιώνα. Η ιστορία, δηλαδή, και άρα ο πολιτισμός, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διαιώνιση της βίας, αλλά με διαφορετικά ονόματα, και συνεπώς το προαναφερόμενο βιβλίο υπονοεί και υπαινίσσεται τόσο την αρχή όσο και το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας! Μελετώντας τα εναπομείναντα έγγραφα του Κόρμακ Μακάρθι στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι σαφές από την αρχή ότι η αμφιθυμία για τον Θεό επρόκειτο να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά θέματα του «Δρόμου». Φαίνεται πάντως, ότι η αφηγηματική προφορική παράδοση καλύπτει το κενό που έμεινε  σε έναν κόσμο στον οποίο η παρουσία του Θεού είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη.   

«Το Πέρασμα» (The Crossing) του Κόρμακ Μακάρθι απεικονίζει τα ταξίδια του Μπίλυ Πάραμ στο Μεξικό, μερικά από τα οποία πραγματοποιούνται με τον αδελφό του Μπόιντ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ο δεκαεξάχρονος Μπίλυ πιάνει μια λύκαινα που λυμαινόταν το ράντσο των γονιών του. Αντί όμως να τη σκοτώσει, αποφασίζει να την επιστρέψει και να την αφήσει ελεύθερη πίσω στα βουνά του Μεξικού. Κατά την διάρκεια αυτών των ταξιδιών, ο Μπίλυ συναντά μια σειρά χαρακτήρων, όπως έναν γέρο κυνηγό λύκων, τον ιερέα, τον τυφλό, κ.λ.π. Όλοι αυτοί εκφράζουν τη γνώμη τους  για τη φύση και την πραγματικότητα του κόσμου σε εκτεταμένους προφορικούς μονολόγους που καθιστούν τις περιπλανήσεις του Μπίλυ μια απλή δόση της  ιστορίας, η οποία στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μια ιστορία του κόσμου. Στο δύσκολο αλλά και ονειρικό ταυτόχρονα ταξίδι του, ο Μπίλυ  εμφιλοχωρεί σταδιακά σ’ έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συναντιούνται σαν φαντάσματα, η βία χτυπάει απρόσμενα σαν κεραυνός και όπου δεν υπάρχει καμιά διαφορετική τάξη από εκείνη που ορίζει ο θάνατος. Το «Πέρασμα», αποτελεί το δεύτερο, αυτόνομο μέρος εκείνης της ‘Τριλογίας των Συνόρων’ που χαρακτηρίστηκε διεθνώς ως ένα από τα λογοτεχνικά αριστουργήματα της σύγχρονης Αμερικής. Το γεγονός ότι ο Μπίλυ χαρτογραφεί τον κόσμο για τον μικρό του αδερφό και του αφηγείται  ιστορίες για το μέλλον, αντιπροσωπεύει την προσπάθειά του να σχεδιάσει τη δική του πορεία ακόμη και ως παιδί και να διαγράψει τη δική του ζωή, ενάντια στα ρεύματα μιας προκαθορισμένης πορείας συνδεδεμένης με  μια θεότητα ή μια ζωή που έχει τη δική της λογική. Ο κόσμος για τον χαρακτήρα του, μπορεί να μην είναι καθόλου… κόσμος, αλλά ένα φανταστικό κατασκεύασμα με ποικίλες σχέσεις με την αλήθεια, όπως οι προφορικές ιστορίες από τις προηγούμενες γενιές.

Στο «Δρόμο» (The Road), η μήτρα των ιστοριών του κόσμου όπως απεικονίζεται στο «Πέρασμα» αναμφισβήτητα περιορίζεται σε μια ενιαία ιστορία για έναν άντρα και τον γιο του που αγωνίζονται να επιβιώσουν σε μια μετα-αποκαλυπτική πραγματικότητα. Καθώς βαδίζουν προς την ακτή για καταφύγιο, συναντούν απομεινάρια του προηγούμενου κόσμου. Κατεστραμμένα σπίτια, καμένες πόλεις, ερειπωμένες βιβλιοθήκες, ενδεικτικά όχι μόνο της αποκάλυψης αλλά και της απόλυτης αλήθειας του κόσμου. Ο μετα-αποκαλυπτικός κόσμος, ίσως η μόνη αντικειμενική αλήθεια στον κόσμο του μυθιστορήματος, έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον κόσμο που ο άντρας και ο γιος του έχουν δημιουργήσει μεταξύ τους μέσω προφορικών αφηγήσεων, υπενθυμίζοντας έντονα την αρχαία προφορική παράδοση. Η αποκάλυψη εδώ, δεν ασχολείται τόσο πολύ με την  καταστροφή, ανθρωπογενή ή φυσική, για την οποία στην πραγματικότητα ο Μακάρθι παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με την πραγματική αιτία της αποκάλυψης. Αν για τον Μπίλυ, ο κόσμος που καταλάβαιναν ήταν απλώς ένα όνειρο, για τον άντρα και τον γιο του στο «Δρόμο» είναι η πραγματικότητα μέσα στην οποία αγωνίζονται απεγνωσμένα να επιβιώσουν.

Η απόλυτη πάλη στο «Δρόμο» δεν είναι μεταξύ του άντρα και του γιου του ενάντια στους περιπλανώμενους κανίβαλους, ούτε το μυθιστόρημα ασχολείται αποκλειστικά με μια απλοποιημένη αντιπαράθεση του καλού εναντίον του κακού. Η κεντρική πάλη, αντίθετα, γύρω από την οποία περιστρέφεται το μυθιστόρημα, είναι η ικανότητα της προφορικής παράδοσης να αναδημιουργεί κόσμους και νοήματα ενάντια και παρά τη διάχυτη, εμφανή και απόλυτη αλήθεια. Ενώ το «Πέρασμα» ξεκινά με την ονομασία από τον Μπίλυ των χαρακτηριστικών του τοπίου, των ζώων, των πουλιών και του κόσμου που δημιουργείται και αναδημιουργείται μέσω της προφορικής μετάδοσης, ο «Δρόμος» ξεκινά με τον κόσμο όπως είναι, όπως τελικά αποκαλύπτεται σκληρός και απάνθρωπος, από  νύχτες σκοτεινότερες από το σκοτάδι και μέρες πιο γκρίζες η μία από την άλλη. Η έλλειψη φωτός και το διάχυτο σκοτάδι είναι σημαντικές παράμετροι για διάφορους λόγους. Σε επιφανειακό επίπεδο, είναι αποτέλεσμα των πυκνών, μεγάλης έκτασης, σύννεφων στάχτης που έχουν καλύψει τον ήλιο.  Ωστόσο, σε βαθύτερο επίπεδο, οι γκρίζες μέρες μπορεί απλώς να είναι η κορύφωση ή μια αντανάκλαση του τρόπου που ήταν ο κόσμος, όπως τον αντιλήφθηκε ο Μπίλυ στο όνειρό του, στον οποίο ο ήλιος που βυθιζόταν αιώνια δεν υπάρχει πλέον πραγματικά και ο κόσμος ως παραμύθι, έχει αποκαλυφθεί ως φάρσα και παράσταση που έχει πια τελειώσει.

Περίπου στη μέση του μυθιστορήματος «Ο Δρόμος», βλέπουμε μια συγκινητική σκηνή που αφορά τον άντρα και μια ερειπωμένη βιβλιοθήκη σπιτιού.  Ο άντρας παρατηρεί βρεγμένους τόμους σε μια βιβλιοθήκη, κατέβασε  έναν, τον άνοιξε και μετά τον ξαναέβαλε στη θέση του. Καθώς ο άντρας βγαίνει από το ερειπωμένο σπίτι όπου βρισκόταν η βιβλιοθήκη, βλέπει την απόλυτη αλήθεια του κόσμου… το συντριπτικό μαύρο κενό του σύμπαντος. Ο Μακάρθι φιλόδοξα, ίσως ακόμη και με θράσος, υποστηρίζει ότι ο «Δρόμος» είναι η ιστορία που υπερασπίζει τη δύναμη της φανταστικής αφήγησης να κόβει, να διαμορφώνει και να αδειάζει τη σκοτεινή μορφή του κόσμου. Με άλλα λόγια, ο «Δρόμος» είναι μυθιστόρημα που εξετάζει την ίδια την αποτελεσματικότητα της αφήγησης. Το αγόρι επιβιώνει μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος και βρίσκει νόημα στον κόσμο κυρίως μέσω αυτής της αφήγησης. Παρατηρώντας το παιδί, βλέπουμε μια πραγματικότητα  στην οποία υποτάσσονται όλες οι ανταγωνιστικές απόψεις και αλήθειες.

Αλλά όπως ήδη αναφερθήκαμε, ο Μακάρθι είναι συγγραφέας που είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί, αλλά αναμφίβολα είναι Αμερικανός συγγραφέας. Ωστόσο, αυτή η ένταξή του γίνεται ειρωνική υπό το φως των εκτεταμένων λογοτεχνικών επιρροών του, πολλές από τις οποίες χρονολογούνται μερικές  χιλιετίες πριν. Επιπλέον, οι προσπάθειες να χαρακτηριστεί ο Μακάρθι ως νότιος συγγραφέας ή ως δυτικός συγγραφέας εντός της αμερικανικής λογοτεχνικής παράδοσης, δεν έχουν καταφέρει να καταστείλουν τη συζήτηση σχετικά με τη θέση του Μακάρθι στη λογοτεχνική παράδοση, είτε αυτή είναι των Ηνωμένων Πολιτειών, είτε του κόσμου, γενικότερα. Ο Κόρμακ Μακάρθι δεν συμμετέχει τόσο πρόθυμα στην νοτιοαμερικανική λογοτεχνική παράδοση ούτε στην αντίστοιχη δυτική, αλλά είναι συγγραφέας που προσπαθεί να εξετάσει, να υποστηρίξει, ακόμη και να αμφισβητήσει την προφορική παράδοση της αφήγησης. Στο «Δρόμο» το πλούσιο πλέγμα προφορικών ιστοριών που απεικονίζεται στο «Πέρασμα», περιορίζεται σε μια ενιαία ιστορία ενός πατέρα και του γιου του. Αυτό που διακυβεύεται σε αυτή την ιστορία δεν είναι μόνο η επιβίωση του πατέρα και του γιου, αλλά και η ίδια η αποτελεσματικότητα των ιστοριών, παρά την πλασματική τους φύση, να αναδημιουργήσουν την υποτιθέμενη απόλυτη αλήθεια του μετα-αποκαλυπτικού τοπίου. Ο Μακάρθι, λοιπόν, μπορεί καλύτερα να χαρακτηριστεί ως συγγραφέας που δεν περιορίζεται από χρονικές και γεωγραφικές πραγματικότητες και επιρροές.

Ορισμένοι κριτικοί έχουν υμνήσει την περιβαλλοντική φαντασία του Μακάρθι ως μια ευκαιρία για τον αναγνώστη να διαμορφώσει  έναν πιο υπεύθυνο τρόπο ύπαρξης στον κόσμο, άλλοι την έχουν επικρίνει ως κάτι που σχετίζεται απλώς με την ανθρώπινη δράση, ενώ άλλοι την θεωρούν ως ένα μακροσκελές πολιτικό σχόλιο που αμφισβητεί την δοκιμασία και την πρόκληση του ύστερου καπιταλισμού. Αναγνωρίζοντας την εγκυρότητα πολλών εξ’ αυτών των αναγνώσεων, αλλά τονίζοντας επίσης την ανεπάρκειά τους, ο συμβολισμός του Μακάρθι μπορεί να αντηχήσει με πολλά αντιθετικά συναισθήματα ταυτόχρονα. Εστιαζόμενοι σε διαφορετικές πτυχές των μυθιστορημάτων, οι κριτικοί μπόρεσαν να θεωρήσουν τον Μακάρθι είτε ως προοδευτικό, είτε ως συντηρητικό συγγραφέα.  Τα μυθιστορήματα του Κόρμακ Μακάρθι, αν και δεν είναι σταθερά αδιάφορα για τις ιστορικές συνθήκες που τα οδήγησαν, εν τούτοις  επανειλημμένα επικαλούνται χρονικά και χωρικά πεδία που κάνουν την ανθρώπινη ιστορία να φαίνεται ασήμαντη. Ένας τεράστιος αριθμός κριτικών αντιδράσεων αντιλαμβάνονται το λογοτεχνικό του έργο ως ένα οικολογικό όραμα ικανό να βοηθήσει τους αναγνώστες να καλλιεργήσουν πιο υπεύθυνη σχέση με το περιβάλλον, ενώ άλλες βαίνουν παράλληλα  με την άποψη ότι η εκμετάλλευση του περιβάλλοντος από τον ύστερο καπιταλισμό είναι αναπόφευκτη διαδικασία. Ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι διάφορες δυνατότητες συχνά συνυπάρχουν, είναι ένα από εκείνα τα πράγματα που συνδέουν το λογοτεχνικό έργο με την ιστορία. Με άλλα λόγια, η δυνατότητα ερμηνείας κειμένων ενός συγγραφέα, όπως ο Μακάρθι, με διαμετρικά αντίθετους τρόπους, από ιδεολογικής άποψης, αποτελεί απόδειξη του γεγονότος πώς αυτά τα κείμενα θα βρίσκονται πάντα σε διάλογο με τις κοσμοθεωρίες και τις επιθυμίες διαφορετικών ιστορικών πλαισίων, όπως  την επιθυμία να κάνουμε τη διαφορά στον κόσμο, ή την επιθυμία να αποφύγουμε την δική μας ευθύνη. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την τρέχουσα ιστορική μας στιγμή, το τεράστιο και ποικίλο σώμα κριτικής στη μυθοπλασία του Μακάρθι αποδεικνύει περίτρανα   ότι η συγκεκριμένη μυθοπλασία και η οικολογική της άποψη για τον κόσμο, μπορούν να συντονιστούν, ταυτόχρονα, με την πεποίθηση ότι η ύστερη καπιταλιστική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος είναι αναπότρεπτη, αλλά  φυσικά και με την αντίθετη εκτίμηση.

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

 

Ο Γεώργιος Σχορετσανίτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας τον Μάιο 1953. Τον Ιούνιο του 1970, τελείωσε το Β’ Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Τρικάλων. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1976. Ειδικεύτηκε στη Χειρουργική στο Αρεταίειο Νοσοκομείο της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1986, κατόπιν εξετάσεων του χορηγήθηκε ο τίτλος της ειδικότητας της Γενικής Χειρουργικής, ενώ το 1989 η Ιατρική Σχολή Αθηνών τον ανακήρυξε Διδάκτορα με βαθμό “Άριστα”. Έχει εργασθεί σε διάφορα νοσοκομεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει δημοσιεύσει αρκετές επιστημονικές εργασίες σε διάφορα περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Παράλληλα ασχολείται με την ιστορία της ιατρικής, τον πολιτισμό και τη λαογραφία άλλων λαών, ενώ παράλληλα ταξιδεύει αρκετά σε διάφορα μέρη του κόσμου. Το συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε πέντε, κυρίως, ενδιαφέροντα. Την ιστορία της ιατρικής,την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αφροαμερικανική ιστορία και πολιτισμό, την αρθρογραφία και την βιβλιοκριτική. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.