Μίννι Μπρους Πρατ (1946-2023). Μια γενναία λευκή ποιήτρια και πολιτική ακτιβίστρια
Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Για την περιοχή του αμερικάνικου Νότου και τους αφροαμερικανούς συγγραφείς της, έχουμε αναφερθεί πολλάκις. Μια από τις πιο γνωστές ποιήτριες στην Πολιτεία της Αλαμπάμα, υπήρξε και η Μίννι Μπρους Πρατ (Minnie Bruce Pratt, 1946-2023). Αναγνωρίστηκε ευρέως ως πετυχημένη δοκιμιογράφος, πολιτική ακτιβίστρια, ενώ εργάστηκε για ένα διάστημα και στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Το πολύπλευρο και πολυποίκιλο λογοτεχνικό της έργο δεν αγγίζει αποκλειστικά την αυτοβιογραφική παράμετρο, γιατί είχε ενσκήψει επιμελώς τόσο στην πλούσια παράδοση του συγκεκριμένου τόπου προέλευσής της, την πολύπαθη δηλαδή περιοχή του αμερικανικού Νότου, ενώ παράλληλα βάδισε για μεγάλο χρονικό διάστημα αντίθετα σε καθιερωμένες και χρονίως εγκαταστημένες συνήθειες και καταστάσεις της εποχής της, αντιστεκόμενη σθεναρά σε πολλές εκφάνσεις της πολιτικής, καθώς και στους παραδοσιακούς ρόλους των γυναικών της ευαίσθητης εκείνης περιοχής. Μαζί με όλα αυτά, θα προσθέταμε την επισταμένη ενασχόλησή της με τα ευαίσθητα ζητήματα του φύλου, τη σεξουαλική της ταυτότητα, τις φυλετικές διακρίσεις και τον υπάρχοντα καπιταλισμό.
Γεννήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1946, στην ιστορική πόλη Σέλμα της Πολιτείας της Αλαμπάμα. Μια σημαδιακή μικρή πόλη που έμεινε στην ιστορία για τα περιβόητα κινήματα των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων στην κρίσιμη δεκαετία του 1960, και ειδικότερα για τις εμβληματικές πορείες που ξεκίνησαν από εκεί έως το Μοντγκόμερι της ίδιας Πολιτείας, το 1965. Έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα στις ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας η απύθμενη βία της αποκαλούμενης ‘Ματωμένης Κυριακής’ που έφτασε μέχρι και σε κάποιες δολοφονίες, όπως και η απότοκη εθνική κατακραυγή, γεγονότα που συζητήθηκαν ευρέως στα εθνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης και έθεσαν κάποιες βάσεις για ουσιώδη δικαιώματα των αφροαμερικανών.
Η Μίννι Πρατ, λοιπόν, μεγάλωσε στο Σέντερβιλ αυτής της νότιας Πολιτείας και παρακολούθησε το γυμνάσιο ενόσω βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ο φυλετικός διαχωρισμός και ο ρατσισμός των λευκών, και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιό της με σπουδές στις τέχνες, το 1968. Το χρονικό διάστημα που φοιτούσε στο κολέγιο, παντρεύτηκε τον συνάδελφό της ποιητή Μάρτιν Ε. Γουίβερ II, με τον οποίο απέκτησε δύο γιούς. Το έτος 1975, όμως, χώρισαν και έχασε την επιμέλεια των παιδιών της με βάση το καταστατικό της συγκεκριμένης Πολιτείας περί ‘εγκληματικότητας ενάντια στη φύση’ που ποινικοποιούσε τότε την ομοφυλοφιλική δραστηριότητα, μια εμπειρία την οποία διερεύνησε αργότερα σε βάθος στην ποίησή της. Από τότε ξεκίνησε μια ζηλευτή και πολύχρονη δραστηριότητα διδάσκοντας σε διάφορα πανεπιστήμια και έξω από την Αλαμπάμα.
Στην Ουάσιγκτον το 1992, συνάντησε την τρανς ακτιβίστρια, λεσβία και συγγραφέα σύντροφό της, Λέσλι Φάινμπεργκ (Leslie Feinberg, 1949- 2014) και παντρεύτηκαν το 2011. Ωστόσο, ο οδυνηρός χωρισμός από τους μικρούς γιους της, που μάλλον δεν ξεπέρασε ποτέ, αποτέλεσε τη βάση για το πιο αναγνωρισμένο ποιητικό της έργο, το γνωστό «Έγκλημα Ενάντια στη Φύση» (Crime Against Nature). Θεωρείται και σήμερα μια δυνατή λυρική αφηγηματική ποίηση που προέκυψε από το Κίνημα Απελευθέρωσης των Γυναικών των Ηνωμένων Πολιτειών στον εικοστό αιώνα. Το «Έγκλημα Ενάντια στη Φύση» εξερευνά τις εμπειρίες της Πρατ όταν έχασε την επιμέλεια των παιδιών της και κέρδισε ξεχωριστά και έγκριτα βραβεία που αφορούν την αμερικανική ποίηση. Μέσα σε αυτά, η Πρατ χαρτογραφεί τους τρόπους με τους οποίους η ανισότητα των φύλων και η φυλετική αδικία συνιστούν τα πραγματικά εγκλήματα κατά της φύσης και όχι η ιδιαίτερη σεξουαλικότητά της.
Τα ποιήματά της για τον αγώνα να διατηρήσει έστω κάποια υποσημαινόμενη σχέση με τα παιδιά της, που διακόπηκαν από \ απότομες αλλαγές, μετατοπίσεις και αποτυχίες και αναδύουν στην επιφάνεια τον έντονο πόνο αυτής της εμπειρίας, εμφιλοχωρούν και ταιριάζουν σε ένα μεγαλύτερο αφηγηματικό πλαίσιο που επίσης σκιαγραφεί τις σχέσεις της με τη μητέρα της που την φρόντιζε όταν ήταν μικρή, καθώς και με τη σύντροφό της. Τα ποιήματα στη συλλογή «We Say We Love Each Other» που δημοσιεύθηκε το 1985, διερευνούν τις σχέσεις μεταξύ λευκών, αφροαμερικανών και των γυναικών Ινδιάνικης καταγωγής στην ιστορία των νότιων περιοχών της Αλαμπάμα. Η συγκεκριμένη ανησυχία για την πλούσια και επώδυνη ιστορία της γενέθλιας γης της, διατρέχει επίσης όλα τα δοκίμια της, όπως εκεί, για παράδειγμα, που αναφέρεται στις παραδοσιακές συνδέσεις μεταξύ του ρατσισμού και της στάσης απέναντι στη γυναίκα του Νότου (Yours in Struggle: Three Feminist Perspectives on Racism and Anti Semitism, 1984). Στην ποιητική συλλογή, «Walking Back Up Depot Street: Poems» (University of Pittsburgh Press, 1999), η Πρατ έχει επικεντρωθεί στις φυλετικές σχέσεις, ακολουθώντας το ταξίδι μιας λευκής γυναίκας από την Αλαμπάμα και τον ευρύτερο φυλετικά διαχωρισμένο Νότο, στον μεταβιομηχανικό Βορρά. Το 2003, το ποιητικό της έργο «The Dirt She Ate: Selected and New Poems» κέρδισε το Βραβείο Λογοτεχνίας Lambda για την Ποίηση και χαιρετίστηκε από τους κριτικούς της λογοτεχνίας για το θάρρος της σε παλιότερα και πιο πρόσφατα ποιήματα. Στο «Inside the Money Machine» (2011), η Πρατ καταγράφει την απελπισία και τις ελπίδες των εργατών που αγωνίζονται μέσα σε ένα άδικο οικονομικό σύστημα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, η Μίννι Πρατ ασχολείται με τον πολιτικό ακτιβισμό στα θέματα γυναικών, φύλων και λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων και τρανσέξουαλ, ενώ με τον ίδιο ενθουσιασμό ασχολείται με τα αντιρατσιστικά, αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά αντικείμενα. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ποιήματα, είναι και το παρακάτω:
Όλες οι γυναίκες που παγιδεύτηκαν στο φως της φλόγας
(All the Women Caught in Flaring Light)
1
Φανταστείτε ένα μεγάλο δωμάτιο γυναικών που κάνουν κάθε τι,
παίζοντας χαρτιά, έχοντας συνάντηση, τη φασαρία
από χαρτιά, φλιτζάνια καφέ ή καρέκλες που σπρώχνονται προς τα πίσω,
το τρανταχτό και ήσυχο μουρμουρητό των φωνών τους,
γυναίκες που στηρίζουν τα κεφάλια μεταξύ τους. Αν
ακουμπούσαμε στην πόρτα κι’ έλεγα: Οι γυναίκες
είναι μητέρες, δεν θα εκπλησσόσασταν, εκτός από
από μένα που επισήμανα το ολοφάνερο γεγονός.
Οι γυναίκες είναι μητέρες, έτσι δεν είναι; Τόσο προφανές.
Πες πως περπατούσαμε στην 8η ή 11η οδό
να πέσουμε σ’ ένα χώρο γυναικών, που γελούν, έντονα,
παίζοντας μπιλιάρδο, την πράσινη τσόχα σα μούσκλο. Η μια
ν’ ανάβει της άλλης το τσιγάρο, με λοξή ματιά.
Άλλες χορεύουν ανά δύο κάτω από στριφογυριστά ασημένια φεγγάρια
που ρίχνουν φως σε λαμπερές σταγόνες.
Αν σου ’λεγα στο αυτί, ανάμεσα από μεταλλικές κιθάρες,
Αυτές οι γυναίκες είναι μητέρες, δεν θα με πίστευες,
Έτσι δεν είναι; Όχι πραγματικά, ούτε κι αν ήταν μπορετό
να είσαι μια από τις γυναίκες εκείνης της αίθουσας. Θα έλεγες:
Ωραία, ίσως, μια ή δύο, μερικές. Είναι αυτό που λέμε.
Εδώ, δεν λέμε δυνατά τα ονόματα των παιδιών μας.
Τα χάσαμε μία φορά, ή φοβόμαστε πως ίσως. Είμαστε προσεκτικές
σε τι λέμε. Στην βροντερή σιωπή, ο πόνος πέφτει
στις καρδιές μας, για πολύ καιρό, όπως το νερό που χαράσσει
ένα αυλάκι στην πέτρα, αναζητώντας ένα κανάλι, μια διέξοδο,
πόνος που τρέχει σαν νερό μέσα στο λαμπερό δωμάτιο.
2
Συχνά σκέφτομαι ένα ποίημα σα μια πόρτα που ανοίγει
σ’ ένα δωμάτιο όπου θέλω να πάω. Αλλά για να μπω μέσα
πρέπει να μπω εκεί όπου βρίσκονται τα δικά μου βάσανα
σα μια σχεδόν άγνωστη χαμηλή νότα στη μουσική,
ενισχυμένη, σχεδόν αφόρητη, απ’ την παρουσία
όλων μας, αντηχητικός πόνος, κυκλικός, ατέλειωτος.
για τον οποίο δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου, εκτός αν μια γυναίκα
στη σκοτεινή της μοναξιά, πει μια ιστορία για το παιδί της
χαμένο, εδώ κι’ είκοσι χρόνια, τα λόγια της να γλιστράνε
σα μια στιγμή έξω απ’ την ατζέντα της, ξεθωριασμένο περίγραμμα
κοιταγμένο από μακρυά, η ιστορία ελλειπτική, λοξή
για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι της θλίψης. Οι αναλαμπές της ιστορίας
λαμπρές και ζοφερές σα στροβοσκοπικά φώτα στο σκοτάδι,
ο χορός που εμφανίζεται σα γκριμάτσα, κεφάλι ριγμένο πίσω απ’ τον πόνο.
Τα χέρια της Έντυ, οι τένοντες τεντωμένοι σαν σύρμα, ικέτευαν,
πώς τα μεγάλωνε, εφτά χρόνια, και τώρα ούτε μια επίσκεψη,
Η Μάρθα είπε πως δεν θα ξανάβλεπε ποτέ ξανά το μωρό.
Τα κοκαλιάρικα σκούρα της χέρια πάνω στα επίπεδα στήθια της,
πατικωμένους γλουτούς σε μπλουτζίν, μια λεσβία σκληρή σαν σφυρί:
Και ποιος θα την αποκαλούσε μάνα;
Ή η ψηλή ξεθωριασμένη Κόνι,
με πολύχρωμες φούστες που στριφογυρίζουν, τα ιστιοπλοϊκά της σχέδια, νησιά,
γυναίκες που πλέκουν άχυρο με κοχύλια: Ποιος θα το γνώριζε
μέχρι τη νύχτα, με το κεφάλι σκυμμένο κάτω απ’ τον ώμο μου, φώναζε
για τα παιδιά της σπρωγμένα πίσω απ’ τον πατέρα, σκιές
που τον άκουσαν να την καταριέται απ’ την πόρτα, κολασμένη φωτιά
καθώς τα περίμενε στη μικρή αυλή;
Όλες οι γυναίκες που παγιδεύτηκαν στο φως της φλόγας, φαίνονταν
μυστήριες: Αυτή με τα κόκκινα χείλη, εκείνη με τα κόκκινα ακροδάχτυλα
που χορεύει, αστράφτοντας σαν πυρκαγιά, είναι εδώ στα κρυφά
τέσσερα κορίτσια κι’ ένα σύζυγο που ποτέ δεν θα αφήσει από φόβο;
Η αντρογύναικα σε μαύρα τζην, κομψή σαν στάχτη, ο γιος της
ίσως στάλθηκε πίσω, ένας χειμώνας χωρίς ζέστη, ο μισθός μιας γυναίκας.
Η ήσυχη γυναίκα πίνοντας τζιν, σκέφτεται πως είναι δεκαέξι χρονών,
το μωρό ζαρωμένο σα βρεγμένα ρούχα, το έχει δει μια φορά, ποτέ ξανά.
Δυνατή μουσική, δύσκολα να μιλήσουμε και προσέχουμε τι λέμε.
Λίγα λόγια, κάποια χειρονομία μας, μια μικρή ιστορία
κρυφά καθώς το σημάδι που λάμπει στα χέρια μας,
το τατουάζ, το σημάδι που μας αφήνει να μπούμε σ’ αυτό το δωμάτιο, ιριδίζον
σ’ ορισμένα είδη φωτός, ύστερα εξαφανίζεται, αόρατο.
3
Αν τα βάσανα δεν ήταν παρά το ρεφραίν ενός τραγουδιού
που έπαιξε τέσσερις φορές με τους λυπηρούς του στίχους,
Να μισακούγεται μόνο στο θορυβώδες δωμάτιο, και μετά να σταματά
Θα μπορούσα να γράψω το ποίημα που φανταζόμουν: Όλες οι γυναίκες
εδώ βλέπουν τα χαμένα τους παιδιά στο σκοτεινό δωμάτιο,
τα φώτα λαμπρά, είμαστε στο ευτυχισμένο τέλος,
χωρίς να κρυβόμαστε, είμαστε εμείς και είναι εδώ
μαζί μας, μια συμφιλίωση, μια συγκίνηση φωνών.
Το έχω δει να συμβαίνει. Έχω ιστορίες από την Κάρλα,
την Γουάντα. Έχω τη δική μου: το σφυροκόπημα στην εξουσία,
τα χρόνια φέρνοντας τριγύρω για ένα βλέμμα,
για οτιδήποτε, και τέλος το παιδί, μεγάλο, αδέξιο,
έρχεται μαζί σου, για να περπατήσετε κάπου πιασμένοι απ’ το χέρι.
Αλλά τα πράγματα έγιναν σε μας που δεν μπορούν ποτέ να
αναιρεθούν. Η γυναίκα στη γωνία χαμογελώντας στους φίλους,
εκείνη με τα μαύρα μαλλιά που λάμπουν κατάλευκα, θυμάται
το βάρος του μαύρου κοριτσιού να ηρεμεί στην αγκαλιά της.
Το μωρό με τα καφετιά μάτια που παιχνίδιζαν πριν μιλήσει,
το πήραν και το ξαπόστειλαν είκοσι χρόνια πριν, χωρίς γυρισμό.
Αν στεκόταν στην πόρτα, η γυναίκα δεν θα το γνώριζε,
και το παιδί δεν θα είχε να θυμόταν κάτι απ’ τη γυναίκα,
ούτε πως βρέθηκε στα γόνατά της ή στο στήθος της, αφήνοντας να φανεί
ένα κρυμμένο σημάδι, πόνος αυλακωμένος και χαραγμένος στην καρδιά.
Η γυναίκα είπε στους φίλους της για το μωρό. Αυτοί
συνέχισαν να ξεχνάνε. Η ιστορία της παρασύρεται σαν καπνός,
όπως οι αόριστες λέξεις σ’ ένα τραγούδι, ένα κομματάκι χαρτί στο νερό.
Όταν μιλούν για μητέρες, δεν την σκέφτονται ποτέ.
Δεν είναι εύκολο να τελειώσει ο πόνος αυτός. Τα μεσάνυχτα πάμε σπίτι
σε εχέμυθα σπίτια, ή ίσως σε μεγαλόφωνα δωμάτια γεμάτα
απ’ εκείνους που είναι τώρα η οικογένειά μας. Ίσως καθόμαστε μόνες,
βαριά με το παρελθόν, και υπάρχουν δάκρυα που τρέχουν πικρά
και σταθερά σα βροχή τη νύχτα. Κι’ ως συνήθως, συνεχίζουμε.
All the Women Caught in Flaring Light
1
Imagine a big room of women doing anything/playing cards, having a meeting, the rattle/of paper or coffee cups or chairs pushed back/the loud and quiet murmur of their voices/women leaning their heads together. If we/leaned in at the door and I said, Those women/are mothers, you wouldn’t be surprised, except/at me for pointing out the obvious fact/Women are mothers, aren’t they? So obvious/Say we walked around to 8th or 11th Street/to drop in on a roomful of women, smiling, intense/playing pool, the green baize like moss. One/lights another’s cigarette, oblique glance/Others dance by twos under twirling silver moons/that rain light down in glittering drops/If I said in your ear, through metallic guitars/These women are mothers, you wouldn’t believe me,/would you? Not really, not even if you had come/to be one of the women in that room. You’d say:/Well, maybe, one or two, a few. It’s what we say/Here, we hardly call our children’s names out loud/We’ve lost them once, or fear we may. We’re careful/what we say. In the clanging silence, pain falls/on our hearts, year in and out, like water cutting/a groove in stone, seeking a channel, a way out/pain running like water through the glittering room.
2
I often think of a poem as a door that opens/into a room where I want to go. But to go in/here is to enter where my own suffering exists/as an almost unheard low note in the music/amplified, almost unbearable, by the presence/of us all, reverberant pain, circular, endless/which we speak of hardly at all, unless a woman/in the dim privacy tells me a story of her child/lost, now or twenty years ago, her words sliding/like a snapshot out of her billfold, faded outline/glanced at and away from, the story elliptic, oblique/to avoid the dangers of grief. The flashes of story/brilliant and grim as strobe lights in the dark,/the dance shown as grimace, head thrown back in pain/Edie’s hands, tendons tense as wire, spread, beseeched/how she’d raised them, seven years, and now not even a visit/Martha said she’d never see the baby again/Her skinny brown arms folded against her flat breasts,/flat assed in blue jeans, a dyke looking hard as a hammer:/And who would call her a mother?/Or tall pale Connie,/rainbow skirts twirling, her sailing-away plans, islands,/women plaiting straw with shells: Who would have known/until the night, head down on my shoulder, she cried out/for her children shoved behind the father, shadows/who heard him curse her from the door, hell’s fire/as she waited for them in the shriveled yard?/All the women caught in flaring light, glimpsed/in mystery: The red-lipped, red fingertipped woman/who dances by, sparkling like fire, is she here on the sly/four girls and a husband she’ll never leave from fear?/The butch in black denim, elegant as ashes, her son/perhaps sent back, a winter of no heat, a woman’s salary/The quiet woman drinking gin, thinking of being sixteen/the baby wrinkled as wet clothes, seen once, never again/Loud music, hard to talk, and we’re careful what we say/A few words, some gesture of our hands, some bit of story/cryptic as the mark gleaming on our hands, the ink/tattoo, the sign that admits us to this room, iridescent/in certain kinds of light, then vanishing, invisible.
3
If suffering were no more than a song’s refrain/played through four times with its sad lyric/only half-heard in the noisy room, then done with/I could write the poem I imagined: All the women/here see their lost children come into the dim room/the lights brighten, we are in the happy ending/no more hiding, we are ourselves and they are here/with us, a reconciliation, a commotion of voices/I’ve seen it happen. I have stories from Carla/Wanda. I have my own: the hammering at authority/the years of driving round and round for a glimpse/for anything, and finally the child, big, awkward/comes with you, to walk somewhere arm in arm/But things have been done to us that can never be/undone. The woman in the corner smiling at friends/the one with black hair glinting white, remembers/the brown baby girl’s weight relaxed into her lap/The brown-eyed baby who flirted before she talked/taken and sent away twenty years ago, no recourse/If she stood in the door, the woman would not know her/and the child would have no memory of the woman,/not of lying on her knees nor at her breast, leaving/a hidden mark, pain grooved and etched on the heart/The woman’s told her friends about the baby. They/keep forgetting. Her story drifts away like smoke/like vague words in a song, a paper scrap in the water/When they talk about mothers, they never think of her/No easy ending to this pain. At midnight we go home/to silent houses, or perhaps to clamorous rooms full/of those who are now our family. Perhaps we sit alone/heavy with the past, and there are tears running bitter/and steady as rain in the night. Mostly we just go on.
(Από τη συλλογή, «The Dirt She Ate: New and Selected Poems» (University of Pittsburgh Press, 2003)














