Ποιήματα για την Εργατική Πρωτομαγιά

 

Το Περιοδικό Θράκα γιορτάζει την Εργατική Πρωτομαγιά 2026, με μια επιλογή ταξικών ποιημάτων από σπουδαίους ποιητές και ποιήτριές μας, όπου με το έργο τους εξέφρασαν το δίκιο, τις ανάγκες και το πολιτικό όραμα της εργατικής τάξης για έναν άλλο κόσμο, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για έναν κόσμο Σοσιαλιστικό-Κομμουνιστικό. Με την εμφάνιση φέτος των φωτογραφιών των 200 κομμουνιστών που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, νιώθουμε το χρέος μας ακόμα μεγαλύτερο να βάλουμε μπροστά τις ωραίες και πανανθρώπινες ιδέες για τις οποίες και θυσιάστηκαν οι ήρωες της τάξης μας.

Καλή πρωτομαγιά και καλή απεργία!

Επιμέλεια άρθρου: Νικόλας Κουτσοδόντης

 

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου (Καβάλα 1935- Θεσσαλονίκη 2024)
ΠΡΩΙ ΜΕ ΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ
Πρωί
Κι ακόμη σφυρίζουν όνειρα της νύχτας
Αναπνέω βαθιά το καυσαέριο
Καθώς μ’ αρπάζει λεωφορείο για τη δουλειά
Σαν ένα κήτος με καταπίνει
Κι αφού από στάση σε στάση αποτυχαίνει
Να με χωνέψει
Τέλος
Kάπου κοντά στο τέλος
Με ξερνά
Υποκειμενικά ανένδοτο
Ώριμο ν’ αναλάβω την καθημερινή μου
Εργασία
Δηλαδή να σας ληστεύω υπέρ τρίτων
____________________________________________________________
ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ
Οι νόμοι της αγοράς συμπεριφέρονται σαν το θερμόμετρο. Παρακολουθούν τους κραδασμούς της Ιστορίας. Η Εταιρεία σε μεγέθη οριακά. Ούτε μπρος τώρα ούτε πίσω. Τα εμπορεύματα στις αποθήκες περιμένουν. Καιρός τα κεφάλαια να περάσουν σε νέες δραστηριότητες. Η αγορά πάντα δίνει ευκαιρίες.
Σου δώσαν την απόλυση. 7565 μεροκάματα. Μέρες άθλιες της ζωής σου. Στο επίδομα τώρα και την αναζήτηση. Μάτια να σε γραδάρουν, να υπολογίζουν την υποταγή της ανέχειας. Φυσάει Βαρδάρης. Στις μυλόπετρες ξανά από την αρχή. Δουλειές καθημερινής εξαθλίωσης. Όπου με το χρήμα σε μέτρησαν, σε βρήκαν λειψό. Χαμηλώνει καπνός στις καμινάδες. Ψάχνεις στις εφημερίδες, σε οδηγούν σε βρώμικα στενά, σε σκοτεινά υπόγεια. Παίρνεις πάλι σβάρνα την αγορά. Ιδρώνουν τα χέρια. Μέρες αγώνα. Μέρες χαμένες.
Καίνε τα μάτια. Προχωράς με τη γνώση σφιγμένη στα                                         δόντια.
(Για περισσότερα σχετικά με τον Καβαλιώτη κομμουνιστή ποιητή Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου, διαβάστε το άρθρο του μελετητή Στέλιου Φώκου στον Ριζοσπάστη, 1.10.2020)
__________________________________________
Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου γεννήθηκε το 1935 στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Καππαδοκία και τον Πόντο. Το 1944 χτυπήθηκε από γερμανική χειροβομβίδα κι έχασε το αριστερό του χέρι. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών. Δούλεψε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.  Από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη. Πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή Έγκλειστοι. Έγραψε ποίηση, διηγήματα και δοκίμια. Το 1988 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Σπαράγματα, και το 2004 έλαβε το Βραβείο Διηγήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Έδρα Πέτρου Χάρη) για το βιβλίο του Διέφυγε το μοιραίον.

 

___________________________________________________________________
Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)
Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου

…Ακούς, ακούς; ζυγώνουν οι ξυπόλυτοι –ζητιάνοι της χαράς και της αγάπης– οι καταφρονεμένοι, με τα χοντρά, τα ροζιασμένα δάχτυλα και την αδέξια την περπατησιά, για να σου στρίψουν το άσπρο σου λαιμάκι –και για να σ’ αφανίσουν, μια για πάντα, μεταξωτή μηγιάγγιχτη κουκλίτσα, καμαρωτή μικρούλα τιγριδούλα, κοκώνα με τη σάπια την ψυχή!…

***

Φτάνουν απ’ τα πέρατα του κόσμου, μ’ αξίνες, με σφυριά και με δρεπάνια, για να σου δόσουν τώρα, μια για πάντα, το μεγάλο μάθημα τ’ αξέχαστο, της πρώτης και στερνής δικαιοσύνης, καθώς την πήραν απ’ τα χέρια της ζωής —με τα θαμπά και τ’ άξεστα μυαλά τους πυρπολημένα από την αγανάκτηση…

***

Ξεμπουκάρουν απ’ όλες τις μεριές —και φτάνουν, όλο φτάνουν, όλο φτάνουν — σέρνοντας τις θολές τους τις καρδιές, με την ακατάλυτη στοργή, και με τ’ ανεξερεύνητα τα μίση— για να σε μάθουν πράματα μεγάλα—πράματα μεγάλα κι’ αλησμόνητα, που θα τ’ ακούσεις μια φορά για πάντα, που θα τα νιώσεις μια φορά για πάντα, και πια δε θα μπορείς να τα ξεχάσεις…

***

Έρχονται τώρα, με σφιγμένα δόντια και μ’ ανταριασμένα τα μαλλιά, να σε πατήσουν με τ’ αγροίκα πόδια τους, να σε ποδοκυλίσουν αδυσώπητα, μέσ’ στο χρυσό σου τραγικό παλάτι —να σπάσουν τη φαρμακερή καρδιά σου, με το θυμό που σπάνε τ’ αποστήματα —να σ’ αφανίσουν τώρα, μια για πάντα— να σβήσεις απ’ τη μνήμη των ανθρώπων, για το κρίμα που τους έχεις κάνει, να τους αναθρέψεις με το μίσος, και με το μαύρο βόγγο στην ψυχή…

***

Φτάνουν οι γυμνοί κι αδικημένοι —κι οι ταπεινοί κι οι καταφρονεμένοι— που μέρα νύχτα τους κεντούσες με τα σίδερα, για να σου γλύφουν  δουλικά   τη   φτέρνα— πλακώνουν τώρα, κύμα μανιασμένο, να τραγανίσουν τη ζεστή καρδιά σου, για το μεγάλο κρίμα που τους έκανες, να τους σκοτώνεις αναμεταξύ τους, για να ρουφάς τα δόλια τους μεδούλια, και να χορταίνεις, μέσ’ στην ξενοιασά σου, καλοθρεμμένο τέρας αστικό…

***

Ξυπνούν οι σκλάβοι απ’ όλες τις μεριές, να σε ξεσκίσουν με τα μαύρα νύχια τους, γιατί πει­νούσαν και διψούσανε  γι’ αγάπη —και συ τους πότιζες, δεν ξαίρω πόσα χρόνια, τους πότιζες με ξύδι και χολή…

***

Γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, το πράμα αυτό πού κράζουν ουρανό, θα ξαναγίνει πάλι γαλανό· γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, θα τραγουδήσουν πάλι τα πουλιά, και θα μοσκοβολήσουν τα ρόδα· γιατί τότε μόνο θ’ ακουστεί το καθαρό τραγούδι του αηδονιού, και τ’ άστρα, που είναι σκόρπια στο διάστημα, θα ξαναβρούνε την παλιά τους όψη!   Τότε κι’ η Στοργή θα κατεβεί, να φιλήσει στα χείλη τους ανθρώπους…

***

Γιατί μόνο τότε, μόνο τότε, μόλις χαθείς αγύριστα, για πάντα, και τα κλαμένα βλέφαρα στεγνώσουν, και γίνουν ιλαρά τα μάτια πάλι— τότε μονάχα θα ξανακουστεί, μεσ’ απ’ τα μαύρα βάθη της αβύσσου, χαρμόσυνη, λαμπρή κι’ αγγελική, μια φοβερή κι απέραντη φωνή —φωνή της μακρυνής κι’ ακατανόητης, τώρα, Σοφίας τής Δημιουργίας…

(Για περισσότερα σχετικά με τον κομμουνιστή ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, διαβάστε το άρθρο της Μαρίας Πεσκετζή, 16.6.2018 και το άρθρο της Νατάσας Αβραμίδου στις 16.1.2021, στον Ριζοσπάστη)
___________________________________________

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) υπήρξε σημαντικός ποιητής της γενιάς του 1920 και ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος με σημαντική προσφορά στο πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του. Τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης και αποτελούσε πνευματική ομάδα με τους επίσης σημαντικούς ποιητές Τέλλο Άγρα και Μήτσο Παπανικολάου.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888. Ο πατέρας του, μαθηματικός και στρατιωτικός (ως το βαθμό του αντιστράτηγου) διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών (1909) και η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χ. Τρικούπη. Ο Ν. Λαπαθιώτης σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς και γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και μουσική. Δημοσίευσε ποίηση, κριτική, μεταφράσεις κ.ά. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά της εποχής. Υπηρέτησε στο στρατό από το 1912 και ως ανθυπολοχαγός διερμηνέας γνώρισε τον Ε. Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη (1916). Το 1939 εξέδωσε επιλογή από ποιήματά του. Αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944. (Πηγή: Κ. Κωστίου, «Λαπαθιώτης, Ναπολέων», Βιογραφικό Λεξικό Εκδοτικής Αθηνών).

___________________________________________________________________
Ρίτα Μπούμη Παπα (1906-1984)
Οι Διακόσιοι

Η πρώτη αυγή του φετινού Μαγιού
κρέμασε μεγάλες νεκρικές κουρτίνες
που μαύρισαν τον ήλιο
και σώπασαν το φλώρι στη ροδιά
καθώς ήρθαν του χάρου τα καμιόνια
με βουλιαγμένες τις παχιές τους ρόδες
στ’ αχτινοβόλα χαμομήλια και τα χόρτα
γεμάτα αγαπημένα κι άγνωστα παιδιά
που ζητωκραύγαζαν ορθά και τραγουδούσαν

Ο σημερινός ήλιος δε μαλάκωσε τη χτεσινή απόφαση
αξίνα η πένα π’ άνοιξε στο χαρτί διακόσια μνήματα
γι’ αγόρια πιο νέα κι απ’ το Χριστό
που δεν τραφήκανε με γάλα, μέλι και ψωμί
παρά το Μέγα Όνειρο
θρέψαν με τ’ ασήμι τους το μεδούλι
με μια ερωμένη στα μάτια του φτιαγμένη από αέρα
αέρα πλατύ γαλάζιο αέρα

Τα σημερινά πουλιά δε στόλισαν τα μαλλιά σας
απ’ το στερνό θυμό σας ηλεχτρισμένα
περάσατε μέσα απ’ τις παπαρούνες
και τα ψηλά στάχια
κι ήταν σαν τότε
που κυνηγούσατε κοτσύφια με το λάστιχο
στα γλυκά ξένα χωράφια,
παιδιά που ήρθατε και φύγατε
κολυμπώντας στο αίμα
όταν εμείς το σφουγγαράκι μιας φωλίτσας επροσέχαμε
μη και χαλάσουν τα παιδιά τ’ αυγά της σφήκας

Παραταχτήκατε κάτω απ’ τη δόξα του ήλιου
με της μητέρας σας τ’ ασύχαστο φακιόλι
χαμένο πίσω απ’ τα δενδροπερίβολα
σα φάκελο που τ’ άρπαξε ο άνεμος αφίλητο,
τα δάκρυά της γίνανε ρυάκι
στων ξένων γυναικών τα τσίνορα
τ’ αδέρφια σας συνάχτηκαν στην πράσινη πλαγιά
να δέσουν το στεφάνι της πρωτομαγιά σας
καθώς σα μαθητές το Μάιο τραγουδώντας
βγήκατε όλοι μαζί στην εξοχή σήμερα για να προαπαντήσετε το θάνατό σας!

Το βουνήσιο σήμαντρο λύθηκε ξαφνικά
κι απ’ το μοναστήρι με τους μαύρους τρούλους
χύθηκε αργά ένα σμάρι από παράπονα
να μετρήσει τις ώρες της μεγάλης παρασκευής σας
κι ήταν σα να σας αποχαιρέταγε για μας
που δεν μπορούσαμε να σας φωνάξουμε αντίο
όπως τόκαναν τ’ αρνάκια βελάζοντας,
είμαστε από το πρωί φρουρημένοι απ’ τις περίπολες
φοβάται ο εχτρός τη δόξα του θανάτου σας
δε θέλει ν’ ακούσομε την τελευταία σας λέξη
με το σάλιο σας να δούμε πως τον νικάτε
γι’ αυτό μας ζώσανε σιδερόφραχτοι στρατιώτες του
γι’ αυτό μπήκαν στα πρωινά περβόλια μας
γεμάτα πεταλούδες και κεχριμπαρένιες μαργαρίτες.

Τι κάνατε λοιπόν για να θεριστείτε γυμνοί
πίσω απ’ τον οχυρωμένο μαντρότοιχο;
η πατρίδα το ξέρει και κλαίει
κοπήκατε σαν τα υγρά τριαντάφυλλα
που φύλαγαν τα κορίτσια προτού σας χάσουν
για να δοξάσουν το μπούστο που σας περίμενε
Σεις γίνατε στεφάνι από πυρακάνθι
Χαλκάς ζεματιστός στο λαιμό της ανθρωπότητας
αγαπημένα παιδιά του μαρτυρίου
που βάψατε μαύρους τους τοίχους της συνοικίας
και μας φορέσατε το πένθος της μνήμης σας
σκληρής βαριάς σαν πετροκάρβουνο

Οι κρότοι που σας στέρησαν τη θέα του κόσμου
γαζώνουν την καρδιά μας
κόβουν τα γόνατά μας οι ριπές σας
αχ τότε που γατζωθήκατε με τα μάτια μεγάλα
και σπαρταρήσατε στο μεταξένιο αιθέρα
κεντημένο απ’ τις πρωτάνθιστες ροδακινίτσες
για να γενείτε αητοί με βασιλικές φτερούγες
να πιείτε όλο τον ήλιο που διψάσατε
κι ας περιμέναν όξω τα καμιόνια
να πάρουν την κόκκινη λάσπη σας.

Βάψτε τους δρόμους με τις καρδιές σας·
ήρθε το περιστέρι απ’ το χωριό,
βάφτισε τα ξανθά του πόδια
στο χαντάκι που στράγγισαν τα νιάτα σας,
κόκκινο θα γυρίσει πριν απ’ τον ταχυδρόμο
χάθηκε κι η γριούλα που κίνησε νύχτα
να ψηλαφίσει τα σύνορα της Αθήνας
να βρει ένα κομμάτι ρούχο σας στη λεωφόρο
σκισμένο με τα δόντια σας και πεταμένο για σημάδι

πίσω απ’ τα βουνά έχασε τις παντόφλες της
την ώρα που τα κάρα κουβαλούσαν τα σφάγια σας
ανάμεσα σε δυο σειρές κεριών
π’ ανάψαμε με το νου μας
εκεί στις κόχες του τελευταίου σας δρόμου
απ’ όπου της χλόης ο θυμός
χίμηξε να πνίξει τις πέτρες

Σεις έχετε κιόλας σμίξει με τ’ αδέρφια σας
τις ανθισμένες ιτιές και τα σιντριβάνια
τ’ άλογα καβαλικέψατε του ρήγα ήλιου
πάνω απ’ τη θάλασσα των παραμυθιών
με ασημένιο αμάξι
κι εμείς ζηλεύουμε τη δόξα σας
παιδιά με τ’ ανοιχτόστοιθα πουκάμισα
αυριανά μας αγάλματα

Πέτρινες εντολές τ’ άτριχα στήθια σας
μέσα απ’ το δάσος που περπατήσατε
μ’ όρθια πόδια
καθώς δίχως ελπίδα μπλεχτήκατε την πιο ένδοξη στιγμή
με τα χελιδόνια του στρόβιλου
και τα σγουρά θυμάρια.

Τι γλυκά που ησυχάσατε μάρτυρες
μαζί με το χαλάζι των πολυβόλων
κάτω απ’ τις κυψέλες του Υμηττού…
Βιτσιά στον ύπνο μας το χαριστικό βόλι σας
βιτσιά στο αίμα μας
βιτσιά στα όνειρά μας
πόσα μαρμαρένια παιδιά θα στήσομε αύριο
δω μέσα που πνίγηκαν στο αίμα τα μερμήγκια!

Πόση σιωπή θέλει το ρόδι για να δέσει
πόση οργή για να σκάσει και να χυθεί
είσαστε οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς
εκατό λιγότεροι από τους συντρόφους του Λεωνίδα
που σας αποχαιρέτησαν τα τρυφερά κλίματα
κι ο τσομπάνος πούκλαιγε δαγκάνοντας το δάχτυλο
κι οι ανθισμένες λεμονιές των επιτάφιων όλων
και τα κορίτσια που δεν φιλήσατε
καθώς η φοβερή απουσία της μάνας σας
άχνιζε πελώρια στον αιθέρα
σαν τα θεσσαλικά ποτάμια το χειμώνα.

Ούτε λουλούδια να σας φέρουμε δεν μας άφηκαν
να κοινωνήσομε απ’ το γαρούφαλο της πληγής σας
να σφουγγίσουμε με τα μαλλιά μας
τον ακριβό ιδρώτα της αγωνίας σας
ορφανές γυναίκες αφημένες πίσω με μαδημένα μάγουλα
και τη ζουγραφιά σας στα μάτια μας
κάτω απ’ τη μολυβένια βροχή που σας θέρισε
πριν από τα στάχυα
για να ζεστάνετε με τ’ άστρα σας
τη γριά κορώνα του κόσμου.

Αντίο παιδιά
δε θα ξεχάσουμε το τίμιο μέτωπό σας
με τη λάμπα του θα φωτίσουμε την υπόλοιπη ζωή μας
με την πίκρα σας θα γεμίσουμε τα βιβλία μας
και με το ρουμπινί αίμα σας
θα βάψουμε τις σημαίες της οικουμένης

 

(Για περισσότερα σχετικά με την κομμουνίστρια ποιήτρια και μεταφράστρια Ρίτα Μπούμη Παπά, διαβάστε το σημερινό άρθρο στα Χανιώτικα Νέα”

___________________________________

Ρίτα Μπούμη – Παπά (1906 – 1984). Η Ρίτα Μπούμη γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α’ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Α Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη – Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρεία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ρίτας Μπούμη – Παπά βλ. Αργυρίου Αλεξ., “Ρίτα Μπούμη – Παπά”, Η ελληνική ποίηση Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.404-415. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιάκος Δημήτρης, “Μπούμη – Παπά Ρίτα”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Ζήρας Αλεξ., “Μπούμη – Παπά Ρίτα”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

_____________________________________________________________________

 

Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

 

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!

Για περισσότερα σχετικά με τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο διαβάστε το άρθρο της Σοφίας Αδαμίδου στον Ριζοσπάστη, στις 12.8.2012
__________________________________________
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις 1/1/1912  (19 Δεκεμβρίου 1911 με το παλιό ημερολόγιο) στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, όντας ο δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη.
Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του μεταξύ Πλούμιτσας, Κροκεών και Γυθείου. Αναχώρησε για την Αθήνα το 1929 με στόχο να ξεκινήσει –μάταια, λόγω οικονομικών δυσχερειών και προβλημάτων υγείας στην οικογένεια– πανεπιστημιακές σπουδές. Προσλήφθηκε ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης ενώ στη συνέχεια, έως το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές χειρωνακτικές εργασίες. Στο μεταξύ, εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές («Κάτω από σκιές και φώτα», 1929 και «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνω», 1933), οι οποίες έλκυσαν το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου – προκαλώντας ιδιαίτερα την προσοχή του Κωστή Παλαμά. Το επόμενο βιβλίο του («Ο πόλεμος») οδηγήθηκε στην πυρά από το καθεστώς Μεταξά.
Ακολουθώντας τα βήματα του χωροχρόνου του, ο ποιητής στρατεύτηκε αμέσως μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Με την κατάρρευση του μετώπου, το 1941, επέστρεψε πεζή στην Αθήνα. Γρήγορα εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση (ΕΑΜ). Οι ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του «Το αγρίμι». Συμμετείχε στην κινητοποίηση των Ελλήνων λογοτεχνών συνυπογράφοντας τη διαμαρτυρία “Προς τη Δ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας”. Αυτή την περίοδο συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», του οποίου λίγο αργότερα διετέλεσε αρχισυντάκτης, διευθυντής και εκδότης. Ταυτόχρονα απολύθηκε από το Υπουργείο Εργασίας εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του.
Το 1948 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Σικελιανό συνδεόμενος μαζί του με στενή φιλία ενώ επίσης γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά και πνευματικά με τους Τατιάνα και Ροζέ Μιλλιέξ. Στο μεταξύ διαγράφηκε από το ΚΚΕ και απομακρύνθηκε από τη διεύθυνση των «Ελεύθερων Γραμμάτων» εξαιτίας του λυρικού δράματος «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου». Ως δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Πειραιά (1955-1959) ανέπτυξε αξιοσημείωτη πολιτιστική δράση (ίδρυση Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, Ιστορικού Αρχείου, Φιλαρμονικής Πειραιώς, Δημοτικής Πινακοθήκης).
Το 1958, μετά από επίσκεψή του στη Ρωσία κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ο ένας από τους δύο κόσμους», με αφορμή του οποίου κατηγορήθηκε (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509.
Τα επόμενα χρόνια συνάντησε μεγάλες δυσκολίες οικονομικής επιβίωσης. Ανάμεσα σ’ άλλα, εργάστηκε ως ιματιοφύλακας στο Εθνικό Θέατρο (1964) με παρέμβαση του Λουκή Ακρίτα. Μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ο ποιητής αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία από όπου ταξίδεψε ανά την Ευρώπη (Βουκουρέστι, Βενετία, Δαλματικές ακτές, Ζάγκρεμπ, Ρώμη, Παρίσι, Βirmingham, Λονδίνο, Παλέρμο, Μόναχο). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη» που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη.
Επέστρεψε στην Αθήνα κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Η Ακαδημία Αθηνών των τίμησε με το Βραβείο Ουράνη. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ανακηρύχθηκε μέλος της (26 Φεβρουαρίου 1986). Λίγο προτού πεθάνει (4 Αυγούστου 1991, στην Πλούμιτσα) αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Επίσης, τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982), το Βραβείο Knocken και το Βραβείο της Εταιρείας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών (1980), το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών (1982), το Βραβείο του Τιμίου Σταυρού του Απόστολου και Ευαγγελιστού Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής (1984), το Μετάλλιο του Χρυσού Πηγάσου από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (1989). Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας. Τιμήθηκε από πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα, ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με το Γιάννη Ρίτσο και το Γιώργο Βαλέτα (1984), επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, επίτιμο μέλος του Παρνασσού.
___________________________________________________________________
Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019)
ΟΛΓΑ ΚΑΜΠΑΝΙΕΡΗ

Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά
με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές
ξεχάστηκε …
Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο
της χώρισε το μπράτσο.
Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει
απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό·
με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι
με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής
μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε
ποτέ της …

 

(Για περισσότερα σχετικά με την κομμουνίστρια ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου, διαβάστε το αφιέρωμα του Ριζοσπάστη, 2.3.2019)

Γεννήθηκε στα Χανιά Κρήτης το 1926, κόρη πλανόδιου αγιογράφου από τη Σερβία. O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια της Χανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο στο Hράκλειο. Στα δεκαπέντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Αθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα). Τον Μάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλακών και των εξοριών (Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης”.

Ιδιόμορφη εκπρόσωπος της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς αντικατοπτρίζει μέσα στο έργο της με λιτό και απέριττο τρόπο τους πόθους και τους αγώνες του λαού μας για ελεύθερη ζωή ενάντια σε κάθε δυνάστη, με διακριτό τρόπο και χωρίς πομπώδεις περιγραφές, εμβαθύνοντας στις αλλαγές που έφεραν στον ψυχισμό των ανθρώπων η μεταπολεμική και ή μεταπολιτευτική περίοδος, χωρίς ποτέ να γίνει κοινωνός μιας ιδεολογίας της παραίτησης. Λυρική, σεμνή, αισθητικά άρτια, η Βικτώρια Θεοδώρου έγραψε ποίηση δίχως στοιχεία ναρκισσισμού ή χωρίς να στοχεύει στον στείρο εντυπωσιασμό του αναγνώστη και μας αφήνει μια ποιητική κληρονομιά χρήσιμη κι απαραίτητη και συναισθηματικά αναγκαία για τους αγώνες των ημερών μας, για μια ζωή και μία τέχνη πραγματικά ελεύθερη.

Η αναμφισβήτητη ελληνικότητα της ποίησης της Βικτ. Θεοδώρου, φαίνεται να λειτουργεί ως σύμβολο έκφρασης ενός πανανθρώπινου ιδανικού, έτσι που καθίσταται οικουμενική, πολύτιμο εγχειρίδιο στον οποιοδήποτε σκεπτόμενο πολίτη του κόσμου για καθημερινή χρήση αντίστασης και πάλης στον αγώνα για προσωπική αξιοπρέπεια και συλλογική ελευθερία.