Εικόνες πριν τον Ύπνο

Εδώ πάνω ο χρόνος μου κυλάει διαφορετικά. Διπλώνοντας τα οκτάωρα στην άκρη τού εαυτού τους, φτιάχνοντας χάρτινα κανό που κολυμπούν και πνίγονται στις λίμνες της βροχής. Πάω ν’ αγγίξω τον καιρό και το χαρτί με κόβει. Τα αιμάτινα πλοιάρια. Ερυθρές λιμνοθάλασσες. Ενίοτε αμάξια: φώτα πορείας, μεγάλη σκάλα, άγαρμπη οριστικοποίηση άστατων φαινομένων – σε μια στιγμή εμφανίζεται αυτό που δεν υπάρχει, ύστερα νύχτα πάλι. Βρέχει, ξημερώνει, στα χαρτιά: η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή προχωράει, σε απαλές συνήθειες κι απλές αλληλουχίες κι εγώ στέκω από πάνω, ήρεμος σαν κάποιος που δεν έχει τίποτα να χάσει, αφού πρόσφατα έχασε τα πάντα στα χαρτιά.

Ξαπλώνω. Μισανοιγμένο το παντζούρι αφήνει ένα διακριτικό ημίφως στο δωμάτιο, ρούχα παντού στο πάτωμα ν’ αχνίζουν απαλά. Αργόσχολο απόγευμα, ασθενικές αχτίδες – η σκόνη στροβιλίζεται καθώς τις σκαρφαλώνει. Και στο ταβάνι ακινητεί μια κυανή κηλίδα. Άυλη, απροσδιόριστη, θολή σα λευκή σκιά, αυτή η γαλάζια πιτσιλιά λεκιάζει το ταβάνι. Είναι το Fiat του ‘08 – το αναγνωρίζω πια. Είναι τ’ αμάξι που οδηγώ, παρκαρισμένο απ’ έξω, η μπλε οροφή του αντανακλά αλλόκοτα τον ήλιο, διαθλάται μες στο τζάμι μου και σκάει στο ταβάνι. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που αντιλήφθηκα τι είναι: το απόγευμα που αποκρυπτογράφησα το σχήμα ήμουν μαζί της, είχα μόλις ξυπνήσει δίπλα από τη μορφή της και, κοιτώντας τη σκιά, κατάλαβα. Άξαφνα μού αποκαλύφθηκαν τα μυστικά των άστρων, άξαφνα μού χαρίστηκε μια μεταφυσική ματιά, άξαφνα διαισθάνθηκα τον ανυπόστατο σκοπό του κόσμου που κυριαρχεί κι εξίσου άξαφνα επέστρεψα απ’ τη σιωπή να της τον πω. Της είπα γι’ αυτό το στοιχειό που αράζει στο ταβάνι, το κυανό καθρέφτισμα του μπλε αυτοκινήτου, εκείνη χαμογέλασε, μείναμε αγκαλιασμένοι και στο κρεβάτι και στο δωμάτιο και στο ψαχνό κι ύστερα κάναμε έρωτα και πήραμε πρωινό. Τώρα το γαλάζιο φάντασμα είναι ακόμα εδώ. Αλλά εκείνη όχι. Εκείνη έχει φύγει και η μορφή της στο μυαλό μου διασχίζει τις σαβάνες, διασταυρώνεται με κυνηγούς κεφαλών και μυθολογικά θεριά, κάθεται σ’ ένα αεροπλάνο που γράφει γράμματα σαν σήματα καπνού στον ουρανό και χαιρετά. Αναστενάζω.

Αράζω, αραιώνομαι, ξαπλώνω κι εξαπλώνομαι, φλερτάρω με τον ύπνο. Ο ύπνος… Ο ύπνος ο μελιστάλαχτος. Ο πλέον διστακτικός. Αναζητώ τη συντριβή, τη νηνεμία, τη λήθη. Θέλω να βυθιστώ στην πιο ανώδυνη ρωγμή. Όταν ξυπνάω να εκνευρίζομαι. Να γυρίζω πλευρό και να αφήνομαι ξανά βαθιά στον ύπνο. Θέλω να καταδυθώ. Μα κάτι με κρατάει – ο ακαθόριστος πόνος μου, μπιζέλι μες στο στρώμα; Με δένει εδώ, διογκώνεται∙ εγώ τον αγκαλιάζω. Κλείνω τα μάτια μου απαλά και ψηλαφώ εκτάσεις.

Ξαπλώνω, ξεκουράζομαι – η εκφορά της Δύσης, η απαντοχή του άγιου που κρύβει το κουφάρι τού Θεού στο ράσο. Υπομονή και νύστα. Θραυσματικές εικόνες. Μετοχές που πέφτουν στις πρασινόμαυρες ροές μες στις οθόνες, απόψε θα σορτάρουμε και θάνατος στο στόμα. Ο πρωθυπουργός ανακοινώνει το κραχ ντυμένος στα καλύτερα ναζιστικά του μαύρα. Νύστα και επανάληψη. Πάνε οι χρυσοί καιροί… Φτηνό νερό με όζον. Τώρα ο χρυσός σαπίζει μόνος του στα κρύα μαυσωλεία, ο Σκρουτζ Μακ Ντακ βουτάει απ’ τον βατήρα του και σπάει τον λαιμό του, νύστα…

Σκοτάδι, εικόνες που ανθίζουν όπως αιμάτωμα, αίμα. Κατακλυσμοί, νυστάζω. Η επερχόμενη καταστροφή, χλέπα του Μωυσή – υπομονή. Το τέλος του γνωστού κόσμου. Η άκρη της συνείδησης. Οι παρυφές του ύπνου. Νύστα κι υπομονή…

Νυστάζω. Ο κόσμος χάνεται, νυστάζω. Κάθομαι σ’ ένα ζέπελιν καθώς ο κόσμος χάνεται, ισορροπώ στο τέλος του κόσμου που χάνεται και μ’ ένα τηλεσκόπιο ταξινομώ τ’ αστέρια που δεν χάνονται, βουλιάζω. Ονοματίζω νέες αρρώστιες, ιχνηλατώ καινούργια επιστημονικά πεδία: συγκριτική αστρολογία, πολιτική εντομολογία, επιστημολογία της επεξεργασίας τροφίμων, χάνομαι…

Χάνομαι, τρεμοσβήνω. Μια μεξικάνικη φιέστα για τα γυμνά γενέθλια της οικεγενειακής παρθένας. Οι μαριάτσι παίζουν ανενόχλητα λειψοί: ο ένας δεν έχει πόδια ο άλλος δεν έχει μύτη ο τρίτος είναι φάντασμα. Απ’ την πινιάτα βγαίνει το τσουπακάμπρα και τους σφαγιάζει όλους. Η cucaracha παίζει ακόμα: παραραράρα παραραράρα παραραραραρά Ανοησίες, ύπνος.

Εικόνες που ξεχάστηκαν χωρίς να ξεχαστούνε: στραγγαλισμένοι ουρανοί. Μια πόλη ορφανή όπου πετούν αγάλματα, ατμοπλοΐα κυλάν αθόρυβα στο πιο γαλάζιο μαύρο. Γλιστρώ, γουρούνια και τουρμπίνες. Σκατά σε ρόδες. Ένα γουρούνι με καμπαρντίνα σε πολεμικό αεροσκάφος, πέφτω. Το ίδιο γουρούνι που αγάπησα, σερβίρει ουίσκι, λέει: καλύτερα γουρούνι παρά φασίστας. Νέα γουρούνια, ύπνος: μεγάλο μπαλονίσιο όινκ ξεφεύγει στον ξεσκισμένο βρετανικό ορίζοντα πάνω απ’ το εργοστάσιο, ηλεκτρική μουσική, πού πάει; Χάνομαι∙ αφήνομαι∙ βουλιάζω. Όινκ όινκ και εικόνες: μπέικον κι αυγά, ζωγραφισμένα σαν καρτούν σ’ ένα καρτούν τηγάνι, τι κτηνωδία, τι χαρά… Πλέον λιγάκι πιο βαθιά μέσα στο δέρμα του ύπνου.

Πλέον μόνος στο μεταίχμιο, λιγότερο ξύπνιος απ’ ό,τι κοιμισμένος, σ’ ένα αλλόκοτο λυκόφως που δεν λέει να σβήσει. Ο χρόνος αλλοιώνεται. Είναι ο καιρός του θερισμού. Η άνοιξη που σφάζει. Αυτή την εποχή οι κερασιές ανθίζουν στην Ιαπωνία, το πορτοκάλι βάφεται με κηροζίνη στην Καλιφόρνια, η γυναίκα βγαίνει από το σπίτι του αρχισυναγώγου αμίλητη, για να μην ερεθίζεται– Λυκόφως, νέες υπάρξεις. Σκέψεις, εικόνες, έννοιες∙ λόγια που εν αγνοία μου είχα καταχωρήσει, ολόκληρη η ζωή μου, για την οποία δεν γνωρίζω τίποτα, πρόσωπα που δεν γνώρισα. Ο Στρίντμπεργκ, η Ουλρίκε Μάινχοφ, ο Βαν Γκογκ. Ο Βαν Γκογκ και ο αγώνας του, η πάλη ώστε να μπει στο χρώμα. Τα όσα λέει ο Ντελέζ για τον Βαν Γκογκ:

Φοβότανε το χρώμα, είχε τρομοκρατηθεί. Για πολύ καιρό το προσέγγιζε μ’ έναν τρεμάμενο δισταγμό… Το χρώμα μπορεί ν’ αρρωστήσει τον ζωγράφο. Ίλιγγος ίριδας, υστερία – του πήρε χρόνια προτού να μπει στο χρώμα.

Τα όσα λέει η Σιξού για τον Βαν Γκογκ:

Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν πανικόβλητη, θα έτρεχα αδιάκοπα προς τα πατατοχώραφα, προς τις κλαδεμένες ιτιές.

Τα όσα λέει ο Βαν Γκογκ:

Χρειάζεσαι μια ιαπωνική σβελτάδα.

Και η Σιξού:

Εμείς που γράφουμε είμαστε τόσο αργοί. Σκέφτομαι την ταχύτητα και τη φονικότητα τής επιθυμίας – μια μάχη με το φως. Και σκέφτομαι τη μαγική σβελτάδα του ζωγράφου.

Και η Σιξού για την Κλαρίσε:

Μπορεί να είναι η Κλαρίσε Λισπέκτορ, μπορεί να είναι ο Μονέ.

Και η Κλαρίσε:

Μόνο μες στην αγάπη, μες στη διαυγή αφαίρεση αυτού που αισθανόμαστε, μπορούμε να αδράξουμε την άγνωστη ποιότητα της στιγμής, που είναι σκληρή σαν κρύσταλλο κι έντονη στον αέρα, και η ζωή είναι εκείνη η ανυπολόγιστη στιγμή, μεγαλύτερη απ’ το συμβάν το ίδιο.

Ξύπνιος στον ύπνο χάνομαι. Ατέλειωτα οράματα. Ξεκοιλιασμένοι δρόμοι. Τα μάτια του Θεού παρατηρούν ακούραστα από πάνω. Ιστορίες από την Εποχή της Τζαζ. Κοκτέιλ που αναδεύονται εις βάρος των φτωχών, αμέτρητα πάρτι μ’ όνειρα πνιγμένα στα ποτήρια. Αχ πρέπει να γνωρίσεις την Ίντιθ! Σώματα άσπιλα, γυμνά. Μετά η βαρβαρότητα. Πόλεμος και ειρήνη. Θερμοκρασίες θανάτου. Κι ακόμα στην Καλιφόρνια καίνε τα πορτοκάλια, οργώνουνε την έρημο ψάχνοντας για διαμάντια. Νύστα στην έρημο, νυχτιές: Vita Aeterna στη Death Valley.

Ο Φουκώ στην έρημο κι αιώνια ζωντανός, ο Φουκώ ολοζώντανος, τα πράγματα που είδε – αστέρια στάζουν πίστομα από τον ουρανό. Ο Φουκώ στην έρημο, ο Νίτσε στο Τορίνο, Διόνυσος όσο κι Εσταυρωμένος – «εφόσον αποδείχθηκε ότι εγώ δημιούργησα τον κόσμο, διατάζω την εκτέλεση του κάθε αντισημίτη!». Γράμμα στην Κόζιμα Βάγκνερ: «Αριάδνη σ’ αγαπώ!»∙ ο τρελο-Νίτσε στο Τορίνο∙ η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κελί, η Ρόζα να βασανίζεται, η Δημητριάδη να την τραγουδά, Άι! Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα∙ η Ρόζα, ο αγώνας της, ο βίαιος θάνατός της, οι θεωρητικές ατέλειες στο έργο της – ναι, οι ατέλειες. Κι ύστερα, ύστερα τι; Ύστερα ο φίλος μου ο Υβ στη Λυόν ν’ αναλύει τις εν λόγω ατέλειες, να το κάνει τόσο απαίσια, τόσο σκηνοθετημένα, να παίρνει μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του και να μου λέει «ναι, βέβαια, βλέπεις…», κι ύστερα εγώ να λέω ακριβώς τα ίδια, να μιμούμαι τον Υβ, τον πόνο του, τον τρόπο του, την κούφια κριτική του, μιλώντας σε φίλους στην Αθήνα, λέγοντας «ναι, βέβαια, βλέπεις…», τα όνειρα, ο αντίποδας των καθημερινών σφαλιάρων. Κι άξαφνα μια μελωδία από τον κάτω όροφο. Η κοπέλα απ’ το ισόγειο παίζει ξανά στο πιάνο. Σπαραχτικές ελάσσονες… Η ίδια μελωδία:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει.

Και ύστερα σιωπή.

Μα φυσικά σιωπή, αυτή η απροσδιόριστη, ανάλγητη σιωπή, ο πόνος που δεν γνώριζα, ο πόνος που με βρήκε –μόνος, με βρήκε, μάλλον– από μια δική του, ιδιωτική αυταξία, από μια αυτενέργεια κι αυτάρκεια σφαγμένη. Γενικά, σ’ εκείνες τις στιγμές, ανάμεσα στον ύπνο, θυμόμουν ακατάπαυστα ώρες που οδηγούσα, και από πάνω ο ουρανός, και δίπλα οι φανοστάτες, κι εκείνες οι εναλλαγές που μ’ έπειθαν πως ό,τι κι αν συνέβαινε, πως ό,τι κι αν χώλαινε και πικραινότανε και πέθαινε στη ζωή μου, στην πραγματικότητα τα πράγματα θα μένανε ανοιχτά, στην πραγματικότητα θα υπήρχε εύφορο έδαφος για κάποια ανατροπή, για μια κάποια βελτίωση, μια κάποια αλλαγή – ήταν αυτή η συγκεκριμένη συνθήκη δυνατότητας που με βοηθούσε να προχωράω.

«Ποτέ δεν ξέρεις πώς σ’ τα σκάει», έλεγε ένας φίλος όταν πίναμε τσιγάρα και νιώθω πως ενίοτε –ίσως στις πιο παράξενες κι εμπνευσμένες στιγμές του– ίσως ν’ αναφερότανε και στη ζωή την ίδια. Ποτέ δεν ξέρεις πώς σ’ τα σκάει, κι έτσι ακόμα και μέσα στα πιο βρωμερά σκατά, ακόμα και μες στο υπόγειο κι υπόβαθρο κι απόγειο της θλίψης υπάρχει η πιθανότητα ενός καλού plot twist. Αυτό είναι που δίνει, όχι την ελπίδα, παρά μόνο το κουράγιο να συνεχίσεις∙ ή, όπως έλεγα στον Διονύση για τα πολιτικά, θα χάνουμε και θα χάνουμε και θα συνεχίσουμε να χάνουμε μέχρι να γίνει μαλακία και να κερδίσουμε. Ο φίλος μου ο Μανώλης Ψ. το λέει αυτό «ατύχημα», μιλάει για την πιθανότητα ενός ιστορικού ατυχήματος μέσα στο οποίο οι δυνάμεις των εν εκστάσει αδύναμων θα θριαμβεύσουν, θα ξεπεράσουν τους δυνατούς, θ’ αποσαθρώσουν τη σιχαμένη κυρίαρχη κουλτούρα τους και θα φέρουν κάτι άλλο, κάτι που με επίγνωση και δίκαιη επιταγή θα προσδώσει έναν άλλον χαρακτήρα σε όλ’ αυτά που ζούμε. Η επανάσταση της καθημερινής ζωής, ναι, εμμ, Ραούλ Βανεγκέμ, η αντεπανάσταση της καθημερινής ζωής είναι όλες οι ήττες που βιώνουμε σε συναισθηματικό επίπεδο, καθώς πειθόμαστε πως έτσι είναι τα πράγματα κι έτσι θα ’ναι για πάντα, όλες οι εικόνες παραμένουν, οι έννοιες είναι άφθαρτες, απλώς απλώνονται όπως παρατημένοι αστερισμοί στον ουρανό και μένει εγώ να τις αρπάξω και να τις καταπιώ –

Χάρης Καλαϊτζίδης

 

Ο Χάρης Καλαϊτζίδης γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Είναι κάτοχος πτυχίου Κοινωνιολογίας από το Πανεπιστήμιο του Cambridge και μεταπτυχιακού διπλώματος στην Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Royal Holloway. Αρθρογραφεί με τη στήλη Ιλεκτρίσιτυ στη LiFO, ενώ θεωρητικά και πολιτικά κείμενά του μπορούν να βρεθούν σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Πολεμική Μηχανή (2022, Εστία) τιμήθηκε με το βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» της Εταιρείας Συγγραφέων.