Την 25η Νοεμβρίου, Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών, η Θράκα δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο #NoExcuse: 11 Ποιήματα για τη Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών. Ο στόχος του άρθρου ήταν η ευαισθητοποίηση πάνω στο ζήτημα της έμφυλης βίας. Σε εκείνο το άρθρο, καλέσαμε επίσης και άλλους δημιουργούς να συμμετάσχουν με κείμενά τους σε ένα δεύτερο μέρος. Ο αριθμός των σπουδαίων κειμένων που λάβαμε μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύ χρειάζεται στη χώρα μία σειρά άρθρων που εστιάζουν στο ζήτημα και έτσι αποφασίσαμε να επεκτείνουμε το αρχικό σε μια σειρά συνεχειών.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το δεύτερο μέρος στη σειρά “Αφιέρωμα στην Έμφυλη Βία”. Περιλαμβάνει πρόλογο από τη Βάγια Κάλφα, που επιμελείται τη σειρά και φιλοξενεί έργα από την ομάδα “Sister Outsider”. Τον επόμενο μήνα, στο τρίτο μέρος του αφιερώματος, φιλοξενούνται κείμενα από το Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών “η φωνή της”. Επιπλέον, επιλεγμένα ποιήματα από δημοσιευμένες συλλογές και ατομικές συμμετοχές που μας στείλατε θα δημοσιεύονται κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου.

Σας ευχαριστούμε όλες από καρδιάς για το υλικό που μας εμπιστευτήκατε.

Περιοδικό Θράκα

*

Η Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών ορίστηκε στις 25 Νοεμβρίου για να τιμηθούν οι αδερφές Mirabal, τρεις ακτιβίστριες από τη Δομινικανή Δημοκρατία που δολοφονήθηκαν το 1960 από διαταγή του δικτάτορα Rafael Trujillo (1930-1961) (1). Η έμφυλη βία έχει πολλές μορφές: σεξουαλική (βιασμός, σεξουαλική παρενόχληση, σεξουαλική εκμετάλλευση στα πλαίσια του human trafficking), σωματική (κακοποίηση, κλειτοριδεκτομή), ψυχολογική ή/και οικονομική, συντελεσμένη ή επαπειλούμενη (π.χ. cyber-bullying, stalking), δημόσια (π.χ. στην εργασία ή στο δρόμο) ή ιδιωτική, διαδικτυακή (2) ή διά ζώσης (3). Και ενώ ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι γυναίκες που βρίσκονται σε εμπόλεμες ζώνες, είναι προσφύγισσες/ μετανάστριες (4) και/ή ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες γενικότερα (τρανς, σεξεργάτριες, οροθετικές, ανάπηρες), η βία βρίσκεται παντού και στοχεύει στον εκφοβισμό των γυναικών, την επιστροφή τους «στη θέση τους», οδηγώντας στη φίμωση, τον αποκλεισμό, τη διαγραφή τους.

Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 45.000 γυναίκες διεθνώς δολοφονήθηκαν το 2021, ενώ το 2022 στη Βραζιλία κάθε μία ώρα μία γυναίκα έχανε τη ζωή της, επειδή ήταν γυναίκα. Η Ελλάδα ήταν η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση στις γυναικοκτονίες (187,5%) το 2021, ενώ το 2022 οι γυναικοκτονίες στη χώρα ήταν τουλάχιστον 24, με τα μίντια να επιλέγουν να καλύψουν τις πιο «εντυπωσιακές» από αυτές – που εξασφαλίζουν επισκεψιμότητα ή που τα θύματα θεωρούνται «ιδανικά» – και είτε να τις πλαισιώνουν ως «οικογενειακές τραγωδίες», είτε να τις αποδίδουν στην κακή ψυχική κατάσταση του δράστη – επαναστιγματίζοντας την ψυχική νόσο – ή στον εγκλεισμό λόγω της πανδημίας (ή όλα μαζί). Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία, αντίθετα με το μύθο του «άγνωστου τέρατος», δράστης στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ο σύντροφος/ σύζυγος ή κάποιο συγγενικό/ οικείο πρόσωπο του θύματος, ενώ σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης, η ενδοσυντροφική βία αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου ή αναπηρίας για κορίτσια και γυναίκες ηλικίας 15-44 ετών (πάνω από τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα ή τον καρκίνο) (5). Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των γυναικοκτονιών είναι μεγαλύτερος, καθώς οι γυναικοκτονίες ανά τον κόσμο ακόμη δεν καταγράφονται ως τέτοιες αλλά ως ανθρωποκτονίες, αλλοιώνοντας την πραγματικότητα. Επιπλέον, στην Ελλάδα σύμφωνα με έρευνα για το 2021 γίνονται τουλάχιστον 10 βιασμοί τη μέρα, με μόνο 1 στους 10 να καταγγέλλονται (6). Η κουλτούρα του βιασμού που μεταφέρει την ευθύνη στο θύμα αντί το θύτη (7), η γραφειοκρατία και ο συστημικός σεξισμός (8), οι (υλικές) συνέπειες της καταγγελίας και η απουσία προνομίων/ σχέσεις δύναμης αποτρέπουν τις γυναίκες από το να καταγγέλλουν και τις σπρώχνουν στη σιωπή.

*

Με αφορμή την 25η Νοεμβρίου, ζητήσαμε από ποιήτριες να συμμετάσχουν στο αφιέρωμα της Θράκας για την έμφυλη βία και, στη συνέχεια, κάναμε ανοιχτή πρόταση σε όσες θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε αυτό, καταθέτοντας υλικό από διάφορα είδη λόγου (ποίηση, πεζό, δοκίμιο), αδημοσίευτο, υπό έκδοση ή ήδη δημοσιευμένο. Η συμμετοχή ήταν μεγάλη και έτσι η ανθολόγηση θα γίνει σε συνέχειες.

Τα έργα που λάβαμε, είτε ξεκινώντας από το ιδιωτικό (π.χ. Λιντζαροπούλου, Μπρούσαλη, Πολυγένη, Τασιούλα, Χριστοδούλου) είτε απευθείας από το συλλογικό «εμείς» (π.χ. Ζωγράφου, Παπαπμικρουλέα, Παραδεισιανού), αποτυπώνουν την πραγματικότητα της βίας στη βάση του φύλου, την ανάγκη να αποτιναχθούν οι καταπιεστικοί έμφυλοι ρόλοι – που ακόμα δικαιολογούνται στη βάση της βιολογίας, είτε αναπαράγονται και κανονικοποιούνται μέσω της θρησκείας, των εθίμων και του κοινωνικού προγραμματισμού γενικότερα (π.χ. Γούλα, Ματζαβίνου, Μηλιά, Νικολάου, Χαλκιαδάκη) – και το αίτημα να κυκλοφορούμε και να αναπνέουμε χωρίς φόβο (π.χ. Λιούτσια, Καλογεροπούλου, Μπαγκέρη), ορίζοντας οι ίδιες τα σώματά μας (π.χ. Δουτσίου, Κασκάλη).

Το αίτημα να καταγραφούν οι γυναικοκτονίες που έγιναν στην χώρα (π.χ. Κοκολάκη, Παλάντζα, Πρωτονοταρίου) επανέρχεται δυναμικά μαζί με την ανάγκη να τιμήσουμε τις νεκρές μας (π.χ. Αξιώτη, Διάκου, Σακελλαρίου) και να τους δοθεί η φωνή που τους στέρησαν οι γυναικοκτόνοι (π.χ. Πονηράκου) και διαστρέβλωσαν τα μίντια και η αστική δικαιοσύνη. Κείμενα σπαρακτικά που ξέρουν ότι θα φτάνουν πάντα εκ των υστέρων, και ας ήταν εξαρχής εκεί, επαναστατώντας δείχνοντας πενθώντας, αφού η κρατική εγκατάλειψη, η κοινωνική αδιαφορία/ συνενοχή (π.χ. Καρλατήρα, Λάτσαρη, Παραγιουδάκη) και η κουλτούρα της σιωπής (ή της ανοχής, κατά την Στάμου) που επιβάλλεται από την εθνοπατριαρχία και διατρέχει την οικογένεια (π.χ. Κουρμούλη) και τη γειτονιά, θα στοιχίζει ζωές θηλυκοτήτων, βυθίζοντας άλλες στη ντροπή (π.χ. Βολανάκη).

Κείμενα που φτύνουν τους σωτήρες, εκθέτουν την υποκρισία και την κεφαλαιοποίηση των τραυμάτων (π.χ. Αράπη), γκρεμίζουν δομές, ιερά, την εθνική υπερηφάνεια, φέρνοντας μπροστά πραγματικότητες όπως το trafficking, κείμενα που αρνούνται να συναινέσουν στην εξόντωση, να κοιτάξουν αλλού, να χαϊδέψουν αυτιά (πχ. Γεργούλα). Κείμενα που μιλούν για τις ζωές που «κρέμονται από μια σχισμή» (Βεληβασάκη), που εξαφανίζονται στο φόντο (π.χ. Αθανασιάδου, Γερογιάννη, Ιακώβου, Καριζώνη, Λακάκη, Μπουκαούρη, Πατρινού), που κακοποιούνται από άνδρες με εξουσία και κύρος (π.χ. Λάκη, Παφίτη, Πλατανά). Κείμενα που βλέπουν τα μοτίβα της βίας (Κανακάκη), που επιστρέφουν για να στοιχειώσουν ή να υποδείξουν το θύτη (π.χ. Καϊτατζή-Χουλιούμη, Μαθιουδάκη, Πλακονούρη). Κείμενα -θραύσματα μνήμης (Κρυσταλλινού), εφιαλτικά παραμύθια «κλεισμένα από παντού» (Δαμιανού), κείμενα-αυτοπαραμυθία (Δραγούνη), τρεχάλα προς την έξοδο (Μαγκανιώτη) από θηλυκότητες που διεκδικούν μόνες τους την ανάσταση (π.χ. Σώζου-Κύρκου) ή στη γραφή και τη συντροφικότητα (π.χ. Βιομόνοια, Οικονομοπούλου, Ρούσα, Άννα Μαρία Φ.), φτιάχνουν ένα αρχείο που αμφισβητεί το αφήγημα «της αγάπης» (π.χ. Αθανασίου, Λαμπροπούλου, Λόππα, Μπακοπούλου, Χουσνή), αυτής που στο όνομά της δικαιολογούνται εγκλήματα. Κείμενα στα οποία οι λέξεις και οι ήχοι επιλέγονται τόσο προσεκτικά που τεντώνουν την ηρεμία του σπιτιού (π.χ. Παπαντωνίου, Παρασκευοπούλου), εντείνοντας την ασφυξία.

Με αναγωγές στο άλλοτε και το αλλού (π.χ. Λιβιτσάνου-Ντάνου, Μάρβιν, Μαργαρίτη, Σίδερη), είτε εστιάζοντας στο εδώ και τώρα, οι δημιουργοί αναδεικνύουν τη διαχρονικότητα της δαιμονοποίησης και των καταπιέσεων των θηλυκοτήτων (π.χ. Γκίτση) σε γλώσσα σύγχρονη και ανεπιτήδευτη που φλέγεται να επικοινωνήσει, ενώ δίνοντας χώρο στο πένθος (π.χ. Αρβανίτη), την αηδία (π.χ. Βασιλούλη), το θυμό (π.χ. Γκανάσου), την οργή (π.χ. Σιαφάκα), ταράζουν την επιβεβλημένη  χαρά και παίρνουν την αφήγηση στα χέρια τους, μια αφήγηση που όπως παρατηρούν ήταν ως τώρα ανδρική (Κονομάρα).   

*

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, φιλοξενήθηκαν ποιήματα των (κατά σειρά ανθολόγησης): Ιωάννας Λιούτσια, Βίκυς Μπρούσαλη, Έλενας Πολυγένη, Ανδρονίκης Τασιούλα, Δώρας Κασκάλη, Νατάσας Σίδερη, Ειρήνης Μαργαρίτη, Παυλίνας Μάρβιν, Γωγώς Πονηράκου, Πέννυς Μηλιά, Ειρήνης Παραδεισιανού. Αυτό το μήνα, στο δεύτερο μέρος, φιλοξενούμε έργα της ομάδας Sister Outsider (με αλφαβητική σειρά): Έφης Αρβανίτη, Ανδρονίκης Άννας Βασιλούλη, Χρυσούλας Γεωργούλα, Μελάνιας Δαμιανού, Μαρίνας Κανακάκη, Μαγδαληνής Κρυσταλλινού, Τόνιας Μαγκανιώτη, Αγγελικής Ι. Ματζαβίνου, Γεωργίας Οικονομοπούλου, Μαριάννας Παπαμικρουλέα, Κατερίνας Πρωτονοταρίου, Ρούσας.

Με τις λέξεις της Γεωργίας Οικονομοπούλου, συντονίστριας του εργαστηρίου συγγραφής της ομάδας, «η sister outsider είναι ομάδα για τη γυναικεία γραφή. Συνάντηση, φεμινισμός, λογοτεχνία, είναι τα βασικά πεδία της έρευνας και των δράσεων την ομάδας, με πρίσμα ελευθεριακό. Η συγγραφή είναι κεντρικός άξονας. Η sister outsider, από τον Σεπτέμβριο 2022, τρέχει ανοιχτά εργαστήρια συγγραφής, έχει διοργανώσει συναντήσεις με καλεσμένες ομιλήτριες και ομιλητές, έχει κυκλοφορήσει τη συλλογή Οι λέξεις της – 1 Περήφανες προλετάριες (Κονιδάρη 2023), φανζίν και έντυπο υλικό, έχει συμμετάσχει με μεταφράσεις, κείμενα και παρουσιάσεις σε δράσεις άλλων συλλογικοτήτων». Μπορείτε να βρείτε την ομάδα στο facebook (sister outsider) ή/και να έρθετε σε επικοινωνία μαζί τους στο: sisteroutsider210@gmail.com.

Τον επόμενο μήνα, στο τρίτο μέρος του αφιερώματος, φιλοξενούνται έργα από συγγραφείς – μέλη του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η Φωνή της».

Βάγια Κάλφα

 

Oι Λέξεις της – Συλλογή 1 – Περήφανες Προλετάριες, εκδ. Κονιδαρη 2023

 

Χρυσούλα Γεωργούλα

Άφρο

 

-Εσύ είσαι η καινούρια;

Την έγδυσε με τα μάτια. Του έγνεψε ναι και τον ρώτησε με σπασμένα ελληνικά τι θα πάρει.

-Ένα Τζόνι με μπόλικο πάγο, μανάρι.

Έπιασε ένα από τα πάνω ποτήρια, έριξε παγάκια μέχρι τη μέση, γέμισε το υπόλοιπο με ουίσκι από το ανοιγμένο μπουκάλι και το έσπρωξε προς το μέρος του μαζί με ξηρούς καρπούς.

-Στην υγειά σου, κούκλα.

Ο άντρας ήπιε μια γουλιά και την ξανακοίταξε επίμονα.

-Υγεία, είπε κι εκείνη προσπαθώντας να χαμογελάσει. Το αφεντικό παρακολουθούσε από το απέναντι τραπέζι και έπρεπε να είναι προσεκτική.

«Η ευγένεια είναι το κυριότερο προσόν για μια σαν και του λόγου σου. Οι πελάτες έρχονται εδώ για να ξαλαφρώσουν από τις έγνοιες και να περάσουν καλά. Όλοι σχεδόν δουλεύουν στις μάντρες και στην ανακύκλωση αυτοκινήτων εδώ γύρω. Ενενήντα εννιά τα εκατό είναι ανύπαντροι ή χωρισμένοι. Οι υπόλοιποι, παντρεμένοι με προβλήματα. Εσύ τι πρέπει να κάνεις;»

«Να είμαι καλή.»

«Δηλαδή;»

«Να τους αφήνω να κάνουν ό,τι θέλουν.»

«Μπράβο, καλό κορίτσι. Μαθαίνεις εύκολα.»

Και πώς να μη μάθαινε μετά από τέτοια εκπαίδευση; Η πρώτη της επαφή με Έλληνα ήταν στο Κίεβο – Τάσο τον έλεγαν και ήταν ένας από αυτούς που έτρεξαν με σημαίες, συνθήματα και όπλα να βοηθήσουν στον τελευταίο πόλεμο. Όταν την πρωτοείδε ο Έλληνας, που ήταν γύρω στα τριάντα με τατουάζ και ξυρισμένο κεφάλι, τα έχασε.

«Αυτή είναι ίδια με τη δικιά μας, την Αφροδίτη της Μήλου» είπε στον θείο της, τον αδερφό του πατέρα της. «Θα την πάρω στην Ελλάδα, θα της βρω δουλειά σε γραφείο και θα την παντρέψω. Τι να κάνει εδώ πέρα στον κρανίου τόπο τέτοια ομορφιά; Να περιμένει καμιά αδέσποτη;»

Η Άφρο, αυτό θα ήταν το όνομά της από δω και πέρα, κατάλαβε στο περίπου πως θα έπρεπε να φύγει για να βρει μια καλύτερη ζωή. Έκλαιγε με μαύρο δάκρυ όταν αγκάλιασε για τελευταία φορά τη μάνα της, που της ευχόταν καλό ταξίδι, ενώ τσέπωνε τον φάκελο με τα δολάρια που της έδωσε ο Έλληνας. Τρία μερόνυχτα ταξίδεψαν, με ελάχιστες στάσεις, μέχρι να φτάσουν στην Αθήνα. Ήταν πολύ κουρασμένη. Κάθισαν σε μια καντίνα και παράγγειλαν καφέ. Ο ωραιότερος καφές της ζωής της. Από κει και πέρα, δεν θυμάται τίποτα.

Ξύπνησε σε έναν ζεστό σκοτεινό χώρο. Σύρθηκε προς τη χαραμάδα του τοίχου από όπου γλιστρούσε στο δάπεδο μια λωρίδα από φως. Το παράθυρο, διαπίστωσε με τρόμο, ήταν καρφωμένο με σανίδες. Σύρθηκε ως την πόρτα. Ήταν κλειδωμένη. Πίσω από την πόρτα ακούγονταν φωνές αντρικές και κλάματα γυναικεία. Κάθισε σε μια γωνία τρέμοντας. Μετά από ώρα που της φάνηκε αιώνας, η πόρτα άνοιξε και χύθηκε πάνω της έντονο το φως. Κάλυψε τα μάτια της με την παλάμη. Κάποιος την τράβηξε έξω, σε μια σάλα. Στους τέσσερις καναπέδες κάθονταν καμιά δεκαριά άντρες και μια γυναίκα.

«Ω» ακούστηκε ένα επιφώνημα και στη συνέχεια κάποιες φωνές από το βάθος. Αυτός που την έσυρε έξω τής έσκισε την μπλούζα και τη φούστα. Έμεινε γυμνή.

«Τάσος, που είναι;» την πήραν τα κλάματα.

Οι άλλοι την έβλεπαν που έκλαιγε και γελούσαν. Την έσπρωξαν τσίτσιδη στο δωμάτιο με το στρογγυλό κρεβάτι, τα μαύρα σεντόνια και τους καθρέφτες στο ταβάνι. Έπειτα μπήκαν ένας, δύο, τρεις, όλοι. Κάποια στιγμή έπαψε να σκέφτεται. Δεν υπήρχε. Μόνο ένα παρατεταμένο σύριγμα, σαν σφύριγμα τρένου, διέσχιζε το μυαλό της. Από κείνη τη μέρα και μετά, η ωραία Άφρο δεχόταν καθημερινά δεκάδες άντρες, που πεινασμένοι λύκοι ξέσκιζαν την ομορφιά και την ψυχή της. Στην αρχή διαμαρτυρόταν, μετά έπαψε να μιλάει, έπαψε να σκέφτεται. Πόσος καιρός πέρασε δεν μπορούσε να πει, ώσπου μια μέρα ο Τάκης, ένας από τους νταβατζήδες την έβγαλε βόλτα στην πόλη. Ήταν καλό κορίτσι, της είπε, και ήθελε να την ανταμείψει για την εργατικότητα και την πειθαρχία της. Στάθηκαν σε ένα κινέζικο μαγαζί με ρούχα, της είπε να διαλέξει ό,τι ήθελε. Όχι πολλά. Ούτως ή άλλως τα ρούχα θα ήταν αχρείαστα, της είπε. Η Άφρο πήρε μια μπλούζα λευκή με το σήμα-στόμα των Rolling Stones και ένα παντελόνι.

«Να τα δοκιμάσω;»

«Πήγαινε.»

Προχώρησε στο βάθος του μαγαζιού. Είδε μια δεύτερη πόρτα. Την άνοιξε. Έβγαζε σε μια αυλή. Η αυλή έβγαζε σε ένα δρόμο. Με την μπλούζα στο χέρι, το ’βαλε στα πόδια. Δεν μπορεί να θυμηθεί πόση ώρα έτρεχε. Κάποια στιγμή είδε ένα όχημα με μπλε φώτα στην οροφή, που αναβόσβηναν. Police, έγραφε στην πόρτα. Βοήθεια, φώναξε, και εκείνοι σταμάτησαν.

«Πως σε λένε;»

«Άφρο» ψιθύρισε.

«Που μένεις;»

«Δεν ξέρω.»

«Ταυτότητα;»

«Δεν έχω.»

Στο αστυνομικό τμήμα πίσω από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας καθόταν ο άνθρωπος που την έπαιρνε σχεδόν όλα τα απογεύματα της Τετάρτης και όταν έφευγε την άφηνε λιώμα. Η επιστροφή ήταν απερίγραπτη. Κλωτσιές, βρισιές, χτυπήματα στο κεφάλι και ανυπαρξία. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ξεχαστεί η κοπάνα της και να την πουλήσουν στο κωλάδικο. Στο μεταξύ είχε μάθει και τα ελληνικά κουτσά στραβά.

«Πως σε λένε μανάρι;» τη ρώτησε ο άντρας.

« Άφρο.»

« Και από πού είσαι;»

«Κίεβο.»

« Έχετε πολλές Αφροδίτες στο Κίεβο;»

«Πολλές» του απάντησε.

 

*

 

Έφη Αρβανίτη

Απόφαση

 

Ένα κείμενο για όλες τις γυναίκες που δεν τόλμησαν ποτέ να φύγουν από μια κακοποιητική σχέση και το πλήρωσαν ακριβά

Άφησες τα μαλλιά σου ελεύθερα. 

Φόρεσες τις ελπίδες σου και τα όνειρα που έκανες παιδί.
Γέμισες τις τσέπες σου με μνήμες και κατέβηκες ξυπόλητη στην αμμουδιά.
Τα γυμνά σου πέλματα βυθίζονταν ηδονικά στην άμμο.
Έφτιαξες έναν κύκλο από στάχτη μη σε ζυγώνουνε τα φίδια.
Έβγαλες τις μνήμες και τις πέταξες σαν βότσαλα μακριά, όσο μακριά μπορούσες.
Όταν δεν έμεινε καμιά ελάφρυνες τόσο που θα μπορούσες να πετάξεις.
Κοίταξες τη θάλασσα ώσπου ενώθηκες μαζί της, έγινες σταγόνα της.
Η κραυγή σου περιείχε όλες τις λέξεις που δεν άρθρωσες ποτέ σου.
Τα μάτια σου γέμισαν από όλες τις εικόνες που δεν είδαν ποτέ τους.
Η αλμύρα ξέπλυνε το μυαλό και την ψυχή σου, απολύμανε όλες τις πληγές.
Πήρες βαθιά ανάσα κι έγινες απέραντη κι ελεύθερη.
Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβόσουν.

 

*

 

Ανδρονίκη Άννα Βασιλούλη

Θα θυμάμαι

 

Μου είπες «έλα», μου μίλησες για το «μαζί», μου υποσχέθηκες την αγκαλιά σου, το
χάδι σου… είπες και για εμπιστοσύνη, ναι… το θυμάμαι καθαρά, να σου έχω
εμπιστοσύνη μου ζήτησες.
Και εγώ τα έκανα όλα αυτά, ήρθα, σου έδωσα το δικό μου «μαζί», τη δική μου
αγκαλιά και το χάδι, την εμπιστοσύνη. Ήμουν όπως με ήθελες… προσπάθησα, στην
αρχή τουλάχιστον, όταν ακόμα πίστευα…
Σε σιχάθηκα… όχι μόνο για τις μελανιές και τα χαστούκια, τα αντέχω αυτά, κάθαρμα,
το σώμα μου αντέχει.
Σε σιχάθηκα… όχι μόνο για τα δάκρυα που έβρεχαν διαρκώς τα μάγουλά μου, το
στομάχι το σφιγμένο, τους εμετούς, την επιβολή σου πάνω μου… τα άντεξα και αυτά,
κάθαρμα, η ψυχή μου τα άντεξε.
Ξέρεις τι δεν άντεξα; Θα σου πω και ας μη σε νοιάζει… δεν άντεξα που διέλυσες την
εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, που διέλυσες το μέσα μου… αυτό με πόνεσε πιο πολύ
από όλα… πήρες τη χαρά από μέσα μου.
Έβγαλα μια φωτογραφία το σπίτι και το πρόσωπό μου. Θέλω να θυμάμαι πάντα την
αηδία που νιώθω τώρα, αυτή θα με σώσει από σένα… μόνο αυτή.

 

*

 

Μαρίνα Κανακάκη

Μαθηματικές παραλλαγές ή η τελική επιστροφή

 

10 Χ 15

Τα μάτια σου είναι πετράδια μοιραία – Το χαμόγελό σου η χαρά μου – Το όνειρο κάθε άντρα είσαι εσύ – Δώσε μου έναν λόγο ύπαρξης – Ο κεραυνοβόλος έρωτας είναι σπάνιος – Θα έδινα τη ζωή μου για σένα – Είσαι η βασίλισσά μου – Δεν θα σου λείπει τίποτα – Δώσε μου το χέρι – Θα κάνουμε πολλά μαζί

Σε ποθώ με όλο μου το είναι – Θεσπέσιο το κορμί σου – Θέλω να πνιγώ στη μυρωδιά σου – Να τυλιχτώ στα μακριά μαλλιά σου – Είμαι τρελός για σένα – Είσαι πανέμορφη, είσαι εκθαμβωτική – Δεν έχω νιώσει ποτέ έτσι – Είμαι τυχερός που σε βρήκα – Είσαι χρυσή – Σ’ αγαπώ

Δεν σου πάνε τα χρώματα – Δεν σου πάνε τα φουστάνια – Ντύσιμο για πασαρέλα είναι τούτο; – Αυτό για τις απόκριες το είχες πάρει; – Χρειάζεσαι άλλη γκαρνταρόμπα σουργελάκι μου – Χαϊδευτικά το λέω, το καλό σου θέλω – Αύριο θα σου αγοράσω σωστά ρούχα – Για ποιον βάφεσαι; Τι μαλλί είναι αυτό; – Μαζέψου λίγο, ποια νομίζεις ότι είσαι; – Για τα πανηγύρια μήπως;

Δεν χρειάζεσαι επάγγελμα, σου τα παρέχω όλα – Στο σπίτι έχεις άπειρη δουλειά – Γιατί παίρνεις τους δικούς σου; Τι θέλουν πάλι; Τι τους θες; – Εγώ είμαι η οικογένεια σου – Οι γονείς σου σε πνίγουν – Οι φίλοι σου σε εκμεταλλεύονται – Δεν χρειάζεσαι κανέναν από αυτούς – Δεν σου αξίζουν – Δεν τους κατηγορώ, σε προστατεύω – Δεν είμαι αρκετός για σένα;

Γιατί να βγούμε; – Κάθε μέρα έξω είμαι – Δεν υπάρχει λόγος να πας μόνη – Τι θέλεις να κάνεις εκεί;- Ποιον θέλεις να δεις; – Ποιος σου έστειλε μήνυμα; – Γιατί του απάντησες; – Δώσε μου τους κωδικούς σου – Γιατί έβαλες συνθηματικά; – Τι υπονοεί αυτός ο τύπος; Διέγραψε τον

Άσε με ήσυχο, μη μου μιλάς – Με πείραξε η συμπεριφορά σου – Φύγε από μπροστά μου – Δεν σηκώνω κουβέντα – Σκάσε – Μην κάνεις θόρυβο όταν μαγειρεύεις – Δεν θέλω να ακούσω ούτε έναν ήχο – Τι είπα; Ούτε έναν ήχο – Βγες από την κουζίνα – Φταις εσύ που δεν μιλιέμαι, δεν ξέρεις να φέρεσαι

Τι μαγείρεψες; – Κλείσε την πόρτα, βρομάει – Τι άλλο έφτιαξες; Αυτό δεν τρώγεται – Τίποτα δεν κάνεις σωστά – Πλύνε τα πιάτα, τακτοποίησε τον χώρο – Πάω για ύπνο, με θύμωσες πολύ – Μη με ενοχλείς, με κουράζεις – Τις πόρτες τις θέλω κλειστές, δεν το είπαμε; – Τι δεν καταλαβαίνεις, τούβλο είσαι; – Και μου θες και μαθήματα οδήγησης

Πάλι γκρίνια; – Δες τα μούτρα σου, δεν γουστάρω κακομοίρες – Αναρωτιέμαι τι στο διάολο κάνω μαζί σου – Καλά μου λέγε η μάνα μου να προσέχω που μπλέκω – Τι ήθελα και σε φορτώθηκα; -΄Άχρηστη είσαι, μου τη δίνεις στα νεύρα – Μην τολμήσεις να μου αντιμιλήσεις – Χέσε μας ηλίθια – Τι με κοιτάς έτσι βρε καθυστερημένη; – Κοίτα άλλου

Σιδέρωσες ή ακόμα; – Τι αργή που είσαι, μη τεμπελιάζεις – Θα σου χώσω καμία – Δεν σε έσπρωξα, δεν βλέπεις μπροστά σου – Αυτό το λες χαστούκι μωρή βλαμμένη; – Αυτό λέγεται προειδοποίηση – Μην κλαις, ούτε σε πόνεσα – Είσαι υστερική – Θα σου άξιζε ένα γερό μάθημα να ηρεμήσεις – Ως εδώ, δεν υποφέρεται αυτό το σπίτι

Δεν σε κατασκοπεύω, σε νοιάζομαι – Βρήκα κάτι περίεργο στα πράγματά σου – Ξέρω ότι σ’ αρέσει αυτός – Τι κάνετε όταν τον φαντασιώνεσαι; – Πες το ότι με κεράτωσες – Θα σταματήσω τις κλοτσιές όταν ομολογήσεις – Σκέτη πόρνη είσαι – Σε σιχαίνομαι – Ζήτα συγνώμη που με έβγαλες εκτός εαυτού – Δεν θα μπαίνει κανένας ανάμεσά μας

Όλο στα πόδια μου βρίσκεσαι – Μη με ρωτάς πού πάω – Ό,τι θέλω κάνω – Ποιος στα ’μαθε αυτά; Αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις – Δεν θα σου δίνω λογαριασμό, αρκετά πληρώνω για σένα – Όταν γυρίσω μην με πρήξεις πάλι – Ούτε να γαμιέσαι δεν ξέρεις – Έλα εδώ καριόλα να σου δείξω πως τον παίρνουν – Πάψε με τα εσώψυχά σου – Σκασίλα μου, εγώ τώρα θέλω

Έλεος, πώς χάλασες έτσι, ούτε που μου σηκώνεται πια – Τι θες να πούμε πάλι; – Δεν έχω να σου πω τίποτα – Κόψε τα παράπονα – Τι να μου εξηγήσεις; – Με ζαλίζεις με τα δικά σου – Δεν έχω χρόνο για μπουρδολογίες – Ψυχανάλυση θα κάνουμε; – Τι να σε κάνω εσένα; – Αν σε στείλω στο Δαφνί θα ησυχάσουμε και οι δυο

Με κάνεις έξαλλο – Μου καταστρέφεις τη ζωή – Άλλαξε ύφος, κοίτα χαμηλά – Τι θα έκανες χωρίς εμένα; – Ποιος να σε πάρει εσένα; – Άντε φύγε, να δούμε πού θα πας – Σε καμιά Συγγρού θα καταλήξεις – Χωρίς εμένα δεν είσαι τίποτα – Όπως έφυγες θα γυρίσεις – Θα σέρνεσαι και θα παρακαλάς

Ποια είσαι και με απειλείς; – Ούτε από τη μάνα μου δεν δέχομαι απειλές – Μη με κατηγορείς, θα τους πω πόσο τρελή είσαι – Άντε φάε ένα μπουκέτο γιατί πολύ με τάραξες – Ποιος θα σε πιστέψει εσένα; – Πήγαινε να διαμαρτυρηθείς, θα δεις τι θα πάθεις – Αν κλάψεις, θα σε λιώσω – Αν μιλήσεις, θα σε πνίξω – Αν φύγεις θα σε σφάξω – Μου ανήκεις

Γύρνα πίσω, υποφέρω, δεν κοιμάμαι, δεν τρώω – Δεν έχει νόημα η ζωή μακριά σου – Λυπήσου με – Αν δεν επιστρέψεις θα αυτοκτονήσω – Θα έχεις το θάνατό μου στην συνείδησή σου – Ήσουν τα πάντα για μένα – Δεν εννοούσα όσα έλεγα – Έτσι είναι οι παθιασμένοι έρωτες – Δεν ήθελα να σε χτυπήσω, κάτι κάνεις και δεν ελέγχομαι – Συγχώρεσέ με, θα αλλάξω

 

10 Χ 3

Τα μάτια σου είναι πετράδια μοιραία – Το χαμόγελο σου η χαρά μου – Σε ποθώ με όλο μου το είναι – Θεσπέσιο το κορμί σου – Δεν σου πάνε τα χρώματα – Δεν σου πάνε τα φουστάνια – Δεν χρειάζεσαι επάγγελμα, σου τα παρέχω όλα – Στο σπίτι έχεις άπειρη δουλειά – Γιατί να βγούμε; – Κάθε μέρα έξω είμαι

Άσε με ήσυχο, μη μου μιλάς – Με πείραξε η συμπεριφορά σου – Τι μαγείρεψες; – Κλείσε την πόρτα, βρομάει – Πάλι γκρίνια; – Δες τα μούτρα σου, δεν γουστάρω κακομοίρες – Σιδέρωσες ή ακόμα; – Τι αργή που είσαι, μην τεμπελιάζεις – Δεν σε κατασκοπεύω, σε νοιάζομαι – Βρήκα κάτι περίεργο στα πράγματά σου

Όλο στα πόδια μου βρίσκεσαι – Μη με ρωτάς πού πάω – Έλεος, πώς χάλασες έτσι, ούτε που μου σηκώνεται πια – Τι θες να πούμε πάλι; – Με κάνεις έξαλλο – Μου καταστρέφεις τη ζωή – Ποια είσαι και με απειλείς; – Ούτε από τη μάνα μου δεν δέχομαι απειλές – Γύρνα πίσω, υποφέρω, δεν κοιμάμαι, δεν τρώω – Δεν έχει νόημα η ζωή μακριά σου

 

5 Χ 3

Τα μάτια σου είναι πετράδια μοιραία – Σε ποθώ με όλο μου το είναι – Δεν σου πάνε τα χρώματα – Δεν χρειάζεσαι επάγγελμα, σου τα παρέχω όλα – Γιατί να βγούμε;

Άσε με ήσυχο, μη μου μιλάς – Τι μαγείρεψες; – Πάλι γκρίνια; – Σιδέρωσες ή ακόμα; – Δεν σε κατασκοπεύω, σε νοιάζομαι

Όλο στα πόδια μου βρίσκεσαι – Έλεος, πώς χάλασες έτσι, ούτε που μου σηκώνεται πια – Με κάνεις έξαλλο – Ποια είσαι και με απειλείς; – Γύρνα πίσω, υποφέρω, δεν κοιμάμαι, δεν τρώω

 

3 Χ 1

Τα μάτια σου είναι πετράδια μοιραία – Άσε με ήσυχο, μη μου μιλάς – Όλο στα πόδια μου βρίσκεσαι

 

1 Χ 1

Τα μάτια σου είναι πετράδια μοιραία

 

0,5 Χ 1

μάτια πετράδια μοιραία

 

0,25 Χ 1

μάτια μοιραία

 

0,125 

μοιραία

 

0 Χ 0

———–

 

*

 

Μαγδαληνή Κρυσταλλινού

Τα μπούλετς της Μνήμης

 

  • Το κόκκινο ποδήλατο στέκει στη αρχή της κατηφόρας. Δεν έχει φρένα, πρέπει να κάνω κόντρα, έτσι μου είχανε πει. Να γυρίσω δηλαδή τα πετάλια προς τα πίσω προκειμένου να σταματήσει. Ο δρόμος μού φαίνεται τεράστιος. Η παιδική ηλικία μεγεθύνει τα πάντα. Τα δωμάτια του σπιτιού, τις αποστάσεις, τον φόβο, το θάρρος, την περιέργεια, την ανάγκη για δημιουργικότητα, τα ατυχήματα. Αρχίζω να ιδρώνω στα χέρια. Ξεκινώ να ποδηλατώ, κατεβαίνω. Σιγά σιγά η επιτάχυνση με παρασέρνει στο λάθος. Ο φόβος μεγαλώνει καθώς τα πετάλια δεν μπορούν να εκπληρώσουν τη βαθύτατη επιθυμία της στιγμής. Θέλω να σταματήσω αλλά δεν μπορώ. Το ποδήλατο πέφτει πάνω στον τοίχο του σπιτιού που βρίσκεται στο τέλος.Αίμα, κλάματα, πόνος, ενοχή.
  • Διαβάζω ένα κόμικ που έχει τίτλο “Νατάσσα η Αεροσυνοδός”. Έχει ξανθά, καρέ μαλλιά και είναι ψηλή. Φοράει πάντα τη στολή της, κοντή φούστα, άσπρο πουκάμισο με ανοιχτό ντεκολτέ και καπέλο. Είναι πρωταγωνίστρια σε διάφορες περιπέτειες, δίνει λύσεις, αποκαλύπτει μυστήρια. Η συγκεκριμένη περιπέτεια έχει τίτλο “Καταδίωξη και αεροπειρατεία”. Είναι η πρώτη μου επαφή με το είδος και καταλαβαίνω με μια γαργαλιστική διάθεση πως θέλω να αλλάξω το όνομά μου.Θέλω να γίνω Νατάσσα.
  • Περιμένω δίπλα από την ακακία (τι ωραίο όνομα), με μια υπομονή που δεν ταιριάζει σε παιδί. Ακούγονται τιτιβίσματα πουλιών. Επιτέλους συμβαίνει αυτό που επιθυμώ. Στην προσπάθεια του να πετάξει το νεογέννητο πουλί, πέφτει από το κλαδί. Εγώ θα σε σώσω, σκέφτομαι. Φυσικά ο ρόλος αυτός κατασκευάστηκε μέσα στα χρόνια και τώρα συνδιαλέγομαι με την αποδόμησή του. Βάζω το πουλί στις χούφτες μου και το πηγαίνω στο χάρτινο κουτί που έχω ετοιμάσει. Έχω βάλει νερό και σπόρια. Πέφτω για ύπνο, μέσα στην ησυχία της νύχτας τα φτερουγίσματα ακούγονται πιο έντονα από ό,τι είναι στη πραγματικότητα. Τα χαράματα αφήνω το μικρό πουλί στο σημείο που το βρήκα. Η υγρασία με ενοχλεί και ενεργοποιεί το άσθμα και τη στεναχώρια μου. Θα επιβιώσει; Σκέφτομαι…το σκότωσα. Περίμενα εκεί.
  • Έχω και άλλα πολλά στη μνήμη. Καρυδιά και σκαρφαλώματα, γενέθλια με λίγα παιδιά, λεύκωμα, γαργαλητά με τη Σοφία, μακριά κομπινεζόν της μαμάς και δημιουργία ταυτότητας, ξύλινη βιβλιοθήκη, σάντουιτς από το κυλικείο του εργοστασίου που δούλευαν οι γονείς, τυρόπιτα από το σχολείο, σιωπές του πατέρα, μαλώματα με τον αδερφό, αναπάντητα ερωτήματα, εμμονή με τις αφέλειες, ξαδέρφια και κίτρινο ντάτσουν.Σε παρακαλώ κρατήσου από τα μπούλετς της μνήμης, γίνε μήτρα των εικόνων της παιδικής αφέλειας και δύναμης. Φτιάξε το μύθο και πρόσφερέ τον, σαν λουλούδι με αιχμηρά και ευωδιαστά πέταλα. Δημιούργησε τη δυνατότητα για ένα άλλο παράδειγμα. Όταν κουραστείς παίξε και ξαναέλα!Στο λάπτοπ ακούω PJ Harvey το “I inside the old I Dying”. Τα τελευταία λόγια με τάραξαν.
Μαγδαληνή Κρυσταλλινού

 

*

 

Μελάνια Δαμιανού

Η πριμαντόνα στην ίδια παλιά ιστορία

 

Αυτή με τα μεγάλα χέρια και τους πρησμένους αστραγάλους. Αυτή που γέρνει επικίνδυνα στην άκρη της σκηνής. Αυτή που κλαίει στις τουαλέτες, αυτή που θέλησε τον ουρανό με τ’ άστρα. Αυτή που πίνει ένα ποτήρι νερό για να μην ουρλιάξει. Αυτή.

Κρύβει τη θλίψη της με πούδρα στο χρώμα της ερήμου. Γυρίζει τα μαλλιά της και τα σφίγγει όσο μπορεί σ’ ένα ψηλό κότσο. Καμία γκριμάτσα πόνου. Κάθε σύσπαση της επιδερμίδας μπορεί να κυοφορήσει μια ρυτίδα – απ’ αυτές που μόνο στους καθρέφτες με τα δυνατά φώτα μπορείς να δεις. Πιέζει τις ρυτίδες της με μανία σαν να ήταν σπυριά της εφηβείας. Πιέζει όσο μπορεί, με πάστα μπεζ θα θάψει κάθε ίχνος και θα το πασπαλίσει παρηγορητικά με λίγο ροζ παιδικό.

Μαγικές σκόνες αποζητά και φιαλίδια με υγρά που φωσφορίζουν μες στη σκέψη της μέρα-νύχτα˙ να δράσουν άνευ όρων, για να την κάνουν πιο μικρή και πιο ψηλή και πιο λεπτή, πιο διάφανη και βέβαια πιο θερμή και αναλόγως – πιο ψυχρή, τώρα – που τα ερευνητικά της μάτια ψαχουλεύουν αλύπητα την εικόνα της για να εντοπίσουν κάθε ψεγάδι – οπότε όλα θα μπορούσαν να ματαιωθούν, εκ νέου. Όχι, δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο, δεν είναι ακόμα αναπόφευκτο. Ανέβηκε λίγα σκαλιά και πάλι πέφτει προς τα πίσω, χτυπημένη κατάστηθα από το κρύο φως. Πονάει. Θα γίνει ορατή με προϋποθέσεις, έτσι υποσχέθηκε στον ανέστιο εαυτό της.

Χρειάζεται επειγόντως κάτι ακόμα. Τρέχει ξανά στις τουαλέτες, να ρίξει μια τελευταία ματιά σ’ αυτό που πάντα θα ξεφεύγει. Όλα να γίνουν άσπιλα, σαν πρώτο χιόνι. Τι χρώμα έχει αυτό που δεν αλλάζει ποτέ, αυτό που δεν αλλοιώνεται; Υπάρχει άραγε η άχρονη ζωή που δεν μπορεί να λιώσει μες στο χώμα, το σώμα εκείνο που μόνο σκοτώνει, δεν σκοτώνεται, που διασχίζει τις φωτιές άκαφτο, αστέρι από παγωμένη λάβα, ανέγγιχτο από κάθε επίθεση, από κάθε θλίψη – υπάρχει; Σκύβει πάνω από τα συρτάρια της μήπως και βρει μια χαμένη φράση που κάποτε την είχε βοηθήσει. Ψαχουλεύει ανάμεσα σε απλήρωτους λογαριασμούς, φτερά πουλιών που μάδησαν και ψεύτικα πετράδια. Δεν βρίσκει τίποτα. Πηγαίνει παρακάτω, στην επόμενη μέρα˙ με ό,τι περισσεύει.

Βαριές βελούδινες κουρτίνες κρύβουν τις σκαλωσιές με τους χαλασμένους ήλιους, τα σκηνικά που κάποτε χρωμάτισαν τοπία της παιδικής της ηλικίας. Μια φάτνη που άδειασε απ’ τα ψεύτικα ζωάκια γίνεται πάλι στάβλος. Για τους καινούργιους θεατές, καινούργιο θέαμα. Και πάνω, εκεί ψηλά – πίσω από τα χάρτινα συννεφάκια που ήδη ξεκολλάνε από το ταβάνι, υπάρχει ακόμα λίγος χώρος για να κρυφτεί εκείνη, φορτωμένη με τα αστραφτερά της λέπια.

Διψάνε για τη θαυματουργή βροχή των δακρύων της. Ας είναι κι αληθινά δάκρυα, τόσο το καλύτερο. Την θέλουν. Έτσι όπως είναι. Σκυφτή από μέσα, δεν πειράζει. Γύρνα να σε δούμε καλύτερα. Γύρνα με χάρη, όχι σαν κούτσουρο. Έτσι μπράβο. Έλα ξανά αύριο. Ω θα ξανάρθει, χωρίς αμφιβολία. Θα σκαρφαλώσει με χορευτικές κινήσεις στα λοφάκια των ονείρων τους σέρνοντας πίσω της με χάρη πολύχρωμες γιρλάντες. Τα κατάφερα, λέει στο τηλέφωνο κι ας μην το πιστεύει.

Και ξαφνικά, ησυχία.

Ούτε ένα βήξιμο δεν διακόπτει τη σιωπή στην πλατεία, ο γάντζος του γερανού κρέμεται ακίνητος από τη βαριά του αλυσίδα, ένα-ένα τα γρανάζια σκάλωσαν στα μεταλλικά δόντια, δεν ακούγεται τίποτα, ούτε καν τα βήματα στην οδογέφυρα˙ κι οι κόρνες των αυτοκινήτων και το θέατρο σκιών πίσω απ’ τις κουρτίνες των διαμερισμάτων – όλα σταματημένα. Μια γλιστερή σιωπή. Έχει κλειστά τα μάτια της και αναδεύει τις στιγμές για να βγάλει μια άκρη, να κρατηθεί όρθια κι ας τεντωθεί κι άλλο αυτή η λεπτή μεμβράνη ανάμεσα σ’ εκείνη και τον κόσμο.

Νομίζουν πως κοιμάται. Αυτή όμως ξάγρυπνη μπαίνει ξανά στον πανάρχαιο εφιάλτη, στο ίδιο έργο που επαναλαμβάνεται σκηνή-σκηνή μέσα της.

Έργο ημιτελές εδώ και χρόνια.

Κάτω από τα σφιχτοκλεισμένα της βλέφαρα πυκνώνει αυτό το δάσος. Αχνίζουν τα μακριά κλαριά μαύρα και μυτερά, στάζουν βροχή που μόλις τέλειωσε και το κορίτσι τρέχει πανικόβλητο πάνω στα ξερά φύλλα, τα χώματα κι οι πέτρες σέρνονται και βουλιάζουν κάτω απ’ τα πόδια της, τρέχει και πέφτει και ξανασηκώνεται με κλάματα. Κι αυτό το κορίτσι φοράει τα κατακόκκινα ρούχα του τα γιορτινά, με το σκουφάκι και τις κορδέλες που είχαν τόσα παιδιά που χάθηκαν. Πασχίζει τώρα κι αυτό να σωθεί από ένα λύκο. Να πάει πού, το παραμύθι είναι κλεισμένο από παντού και δεν βοηθάει κανένα, αν βρεθείς σ’ αυτό το δάσος χάθηκες, μα δεν στο είχα πει καλό μου παιδί;

Όχι, κανείς δεν της είχε πει ότι ο κόσμος είναι δάσος.

Ακούει τον λύκο πίσω της που όλο και πλησιάζει, να ’τος, πηδάει σβέλτα τις μεγάλες αγκαθιές για να την φτάσει, η ανάσα του βαριά, κάθε δέντρο κάθε φωλιά την αντηχεί και την πολλαπλασιάζει. Τρέχουν κι οι δυο τους προς την ίδια κατεύθυνση, προς εκείνο το σκοτεινό σημείο που δεν θα μάθει κανείς κατά πού πέφτει. Μ’ ένα σάλτο αυτός μέσα της θα χωθεί και θα φωλιάσει, κι εκεί θα ροκανίσει ό,τι βρει. Αυτή μετά θα σηκωθεί από το χώμα, θα ξεμακρύνει τρέμοντας από τον χορτασμένο λύκο. Τα σκηνικά του έργου αλλάζουν μαζί με τις εποχές. Και σήμερα το βράδυ, αν η χρυσόσκονη κρύψει για άλλη μια φορά αυτό το τρομαγμένο κορίτσι, όλα θα πάνε καλά.

 

*

 

Τόνια Μαγκανιώτη

***

_____ ___ __ _
1. Βήμα.χαμένο:
ή // κάτιΣανΧαϊκού /
Τίποτα γύρω
Απ’ όσα αντέξαμε
Και παντού φωτιές
Πού είμαστ’ εμείς
Πού πήγαν τα όνειρα
Και οι Κυριακές

~ * ~

Ας γινότανε
Να περάσει τ’ άσχημο
Να ξεχνιότανε
Να’ ρθουν άνοιξες
Να’ ρθούνε καλοκαίρια
Κι ανοιχτές καρδιές

_____ ___ __ _
2. Βήμα.κουτσό:
ή / σεΔυοΜισά /

Μέσα σε δυο μισά
της ώρας έγινε
Ο μεγάλος

*

σκοτωμός

*

Τόσο κράτησε
και διέλυσε τα πάντα
Ιστορία χρόνων και ζωές

*

άδικες

*

Κρίμα! μα δεν
θα μπορούσε κι αλλιώς
Ήταν αδικημένες

*

οι ζωές

 

_____ ___ __ _
3. Βήμα.σκέτο:
ή / ηΣκύλα //

-η σκύλα
-η ταλαιπωρημένη
-η χτυπημένη
-η φοβισμένη σκύλα
-η παρατημένη
-η σκύλα που ’χει πληγές
-η προδωμένη
-πάνε
-πάνε χάιδεψ’ την
χωρίς τροφή
-τί απορείς
δεν ξέρω
-και τί
δεν καταλαβαίνεις
-που έφυγες
με τις σάρκες σου
-σκισμένες
απ’ τη δαγκωματιά
-κι ακόμα τρέχεις

—————————————–________________________________________________

 

*

 

Αγγελική Ι. Ματζαβίνου 

Ανέγγιχτες, μία Απόκρυφη Ιστορία (Η Φόνισσα)


Όλο το σπίτι είναι στολισμένο γιορτινά. Πολύχρωμα λουλούδια σε βάζα πάνω στα τραπέζια, κεντημένα ριχτάρια στους καναπέδες και τις πολυθρόνες, πιατέλες με εκλεκτά γλυκίσματα, ευωδιαστό τσάι στις κούπες. Καθόμαστε αντικριστά: η οικογένειά μας και η οικογένεια της νύφης. Οι Μεσίτριες τιτιβίζουν με χαρούμενο, αλλά και επίσημο τόνο, επαινώντας τα χαρίσματα της νύφης και διαφημίζοντας την αξιόλογη προίκα που δίνουν οι γονείς της: ακριβά ακίνητα, κοσμήματα, μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις, οικογενειακά κειμήλια μεγάλης αξίας. Ο Γιατρός παρεμβαίνει, ζητώντας περισσότερα, παζαρεύοντας με τον πατέρα της νύφης, επίσης γιατρό.

«Παιδίατρος! Πφ! Τι λεφτά να βγάζει αυτός; Θέλει να παντρέψει και κόρη!» θυμάμαι πως είχε σχολιάσει όταν ήρθαν για πρώτη φορά οι Μεσίτριες. Παρ’ όλα αυτά, συμφώνησε να συνεχίσει με τη μεσιτεία – δεν είναι και λίγα αυτά που προσφέρει ο παιδίατρος.

Σιωπώ και κοιτάζω τη μητέρα της νύφης, που σιωπά κι εκείνη, αποφεύγοντας να διασταυρώσει το βλέμμα της με οποιονδήποτε. Η ίδια η νύφη, φορώντας επίσημη μεταξωτή ενδυμασία, γαλάζια με χρυσά κεντήματα, έχει σκύψει το μελαχρινό κεφάλι της, υποταγμένη στο πατρικό θέλημα. Καμία από εμάς δεν ήταν χαρούμενη τη μέρα των αρραβώνων της, και η νέα γενιά συνεχίζει τη θλιβερή παράδοση.

Οι δύο άντρες συνεχίζουν το παζάρεμα, η νύφη κάθεται ακίνητη και δακρυσμένη. Στρέφω το βλέμμα μου στον γιο μου. Κοιτάζει ευθεία μπροστά του, ανέκφραστος.

«Αντάρσι, παιδί μου, δεν χρειάζεται να το κάνεις αυτό. Είμαστε εύποροι, κι εσύ ως νέος επιστήμονας μπορείς να εργαστείς όπου θέλεις και με καλό μισθό. Ζήσε ελεύθερος από αυτές τις κοινωνικές συμβάσεις» είχα σκεφτεί να του πω, αλλά δεν το έκανα. Ο Αντάρσι επηρεάζεται έντονα από τον Γιατρό, τον πατέρα του, ο οποίος του έχει μεγάλη αδυναμία, καθώς είναι ο πολύτιμος μοναχογιός του.

Έχουμε να δούμε τη νύφη και τους γονείς της από τους αρραβώνες. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα των γάμων. Λαμπρά στολίδια, ακριβά λουλούδια, τραπέζια για τους συγγενείς μας και τους φίλους του γαμπρού, μουσικοί που περιφέρονται παίζοντας χαρούμενους σκοπούς. Μας επισκέπτονται και οι Μεσίτριες, οι δύο ηλικιωμένες κυρίες, ντυμένες με τα γιορτινά τους και καλλωπισμένες, ίσως λίγο υπερβολικά για την περασμένη ηλικία τους.

«Ήρθαν για τα μεσιτικά, οι κυρίες».

«Είναι το έθιμο» ψιθυρίζω στον Γιατρό.

«Σιωπή, γυναίκα, ξέρω τι είναι».

Ο Αντάρσι είναι πανέμορφος με τα γαμπριάτικά του, σαν μυθικός ήρωας από τοιχογραφία σε αρχαίο παλάτι, μελαχρινός, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, καλοκαμωμένος, ευθυτενής. Τον βλέπω να χαμογελά τυπικά στους συγγενείς που του εύχονται, να ακούει χωρίς να απαντά στα αστεία και τα πειράγματα των φίλων του.

«Δεν χρειαζόταν να το κάνεις αυτό, αγόρι μου» σκέφτομαι, αλλά δεν το λέω.

Αναρωτιέμαι πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι της νύφης.

 

Η Ιερή Φωτιά λάμπει ζωηρά στο χτισμένο με κόκκινα τούβλα βωμό. Ο Αντάρσι κρατά την Αμπιγκίτα από το δεξί χέρι και βαδίζουν σε κύκλο γύρω από τη φωτιά που εξαγνίζει και φωτίζει τη ζωή. Οι ιερείς ψέλνουν ευχές για τους νεόνυμφους, κι εκείνοι βαδίζουν ξανά, ο γαμπρός μπροστά, η νύφη πίσω. Οι καλεσμένοι έχουν ενθουσιαστεί και χειροκροτούν. Βλέπω ανάμεσά τους κάποια πρόσωπα με σκούρες ενδυμασίες και παράξενες φυσιογνωμίες, σαν να είναι από ξένο τόπο. Θα είναι ίσως προσκεκλημένες της νύφης. Η φωτιά φουντώνει ασυνήθιστα, λάμπει και πάλλεται, σαν να ανασαίνει γοργά. Καθώς το ζευγάρι βαδίζει γύρω της, φαίνεται να απλώνει χέρια για να τους πιάσει. Ένας ιερέας πλησιάζει με ένα πήλινο μπολ γεμάτο νερό. Ξεκινά η τελετή του Ιερού Ύδατος. Η φωτιά φουντώνει ακόμη περισσότερο, σαν κάτι αόρατο να την τροφοδοτεί, οι άνθρωποι απομακρύνονται από το βωμό, όλοι εκτός από τις μαυροντυμένες που καρφώνουν το βλέμμα τους στις φλόγες – οι ιερείς ψέλνουν για το Νερό που τρέφει και ζωογονεί, οι σκιές γίνονται ένα με τον καπνό και εξαϋλώνονται.

Αναρωτιέμαι αν τις είδε κανείς άλλος, δεν τολμώ να ρωτήσω.

 

Νωρίς το πρωί στο γραφείο μου. Εργάζομαι στην κλινική του Γιατρού, βέβαια αμισθί. Το πτυχίο μου στη Λογιστική ήταν μέρος της συμφωνίας ανάμεσα στις οικογένειές μας, ώστε να παντρευτούμε. Θα εργαζόμουν στις επιχειρήσεις του πεθερού μου και στο ιατρείο του συζύγου μου. «Μας χρωστάτε» ήταν η αποστροφή του πεθερού μου προς τον πατέρα μου.

Το ζεστό τσάι ευωδιάζει στην κούπα μου. Σήμερα έχουμε πολλές εργασίες, από τις επίσημες και τις κρυφές. Ο Γιατρός μπόρεσε να ανοίξει τη δική του κλινική οικογενειακού προγραμματισμού μόνο από τα αδήλωτα και αφορολόγητα εισοδήματα των δραστηριοτήτων του πεθερού μου. Έχει ήδη φτάσει η Αμπιγκίτα, με τη μητέρα της, για να εξεταστεί. Η νοσηλεύτρια την οδηγεί στο εξεταστήριο, όπου περιμένουν ο Αντάρσι και ο Γιατρός για να ξεκινήσουν. Προσφέρω μία κούπα τσάι στη μητέρα της, την κρατάει κοιτώντας τον τοίχο. Κάθομαι απέναντί της στην αίθουσα αναμονής. Η γραμματέας απαντά στα τηλεφωνήματα, κλείνει το ένα ραντεβού μετά το άλλο. Οι δουλειές του Γιατρού πάνε εξαιρετικά. Είναι περιζήτητος στην καλή κοινωνία και σε όσους μπορούν να πληρώσουν αδρά για να αποκτήσουν αρσενικούς κληρονόμους.

«Θα πάρουμε προτεραιότητα στο εργαστήριο, θα έχουμε τα αποτελέσματα αύριο νωρίς» λέει ο Γιατρός στον γιο μας, που γνέφει καταφατικά.

Μητέρα και κόρη χαιρετούν σεβαστικά τον Γιατρό, η Αμπιγκίτα φιλάει το χέρι μου. Από καλοαναθρεμμένη μοναχοκόρη έγινε υπηρέτρια του πεθερού της και μια σκέτη μήτρα που ξερνάει στον κόσμο αρσενικά μωρά για τον άντρα της.

 

Μοιάζει όλο και περισσότερο στη μητέρα της.

Στο καθιστικό, η Αμπιγκίτα κάνει, γονατιστή, μασάζ στα πέλματα του Γιατρού, που κάθεται στον καναπέ με τον Αντάρσι και παρακολουθούν τις ειδήσεις στην τηλεόραση.

«Άλλη μία πυρκαγιά, σε συγκρότημα κατοικιών αυτή τη φορά, ξέσπασε κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι στιγμής συνθήκες. Η φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς όλα τα κτίρια, που ανήκαν σε γνωστό όμιλο παροχής ιατρικών υπηρεσιών. Ο αριθμός των θυμάτων δεν είναι ακόμα γνωστός. Έρευνες διεξάγονται από την πυροσβεστική και την αστυνομία. Οι αρχές εφιστούν την προσοχή του κοινού σε οποιαδήποτε εστία φωτιάς μέσα στα σπίτια».

«Παράξενη σύμπτωση, πάλι ιατρεία κάηκαν» ψιθυρίζω στον εαυτό μου.

«Σύμπτωση» μουρμουρίζει ο Γιατρός, «μη σταματάς!» φωνάζει στη νύφη.

«Άφησέ την να ξεκουραστεί, σε παρακαλώ, είναι εξαντλημένη, το πρωί έκανε την επέμβαση…»

«Το πρωί, τώρα είναι απόγευμα. Δεν έχει ανάγκη, είναι νέα. Και είναι καθήκον της. Ας κάνει και κάτι χρήσιμο, αφού δεν μας κάνει γιο. Εσύ, ετοίμασε το τραπέζι!»

Πηγαίνω στην κουζίνα. Το βραδινό των αντρών είναι έτοιμο, αχνιστό στην κατσαρόλα. Στρώνω το τραπεζομάντιλο, βάζω δύο σερβίτσια, αισθάνομαι μία ζέστη. Φλόγες μικρές, γαλάζιες, στις εστίες! Υψώνονται, κοκκινίζουν, καπνίζουν, πανικοβάλλομαι! Και σβήνουν απότομα. Γύρω από τα πόδια του τραπεζιού, κάτω από τις καρέκλες, μαύρες σκιές σαν από καπνό τρέχουν και χάνονται.

«Μητέρα! Μητέρα!»

Ποιος με φωνάζει; Δεν είναι η Αμπιγκίτα, που βαδίζει αμίλητη δίπλα μου. Είναι πολλές φωνές που αντηχούν μαζί.

Έχουμε έρθει στο Ναό με τη νύφη, για να προσευχηθούμε για ειρήνη και προστασία από το κακό που έχει πέσει στον τόπο μας και για να αποκτήσουμε επιτέλους αρσενικό απόγονο. Η μήτρα της νύφης έπιασε τρία θηλυκά μέσα σε έναν χρόνο γάμου με τον γιο μου.

Περνάμε μικρούς βωμούς, στέρνες με αγίασμα, αγάλματα θεών και αγίων, πολύχρωμα αφιερώματα, προσκυνήτριες με λουλούδια και καρπούς στα χέρια, που προσεύχονται κι εκείνες να σταματήσουν οι φωτιές που ξεσπούν καθημερινά σε σπίτια, δημόσια κτίρια, νοσοκομεία, σχολεία. Το οικοτροφείο αρρένων όπου φοίτησε ο Αντάρσι έγινε στάχτη με όλους τους μαθητές και τους δασκάλους του.

Ας σταματήσουν οι φωτιές!

Ας γεννηθούν πολλά αγόρια, να γίνουν άντρες δυνατοί, να μας βγάλουν από

τη συμφορά!

Φτάνουμε στον μεγάλο βωμό της Ιερής Φωτιάς. Φυλάσσεται περιφραγμένος και φρουρούμενος από ιερείς και πυροσβέστες. Πλησιάζουμε. Και η φωτιά φουντώνει απότομα! Οι ιερείς πετούν χώμα και στάχτη.

«Μητέρα μητέρα μητέρα μητέρα μητέρα μητέρα μητέρα»

Μόνη εγώ ακούω και βλέπω τις επτά μαυροντυμένες γυναίκες με τα αλλόκοτα πρόσωπα, μέσα στην περίφραξη, δίπλα στον βωμό, να ρίχνουν λάδι στη

φωτιά.

«Εσείς! Στον γάμο!»

«Μας αναγνώρισες, μητέρα!» Τις ακούω όλες μαζί. «Είμαστε οι κόρες σου!»

«Μα, δεν έχω κόρες…»

«Μας ξέχασες, μητέρα; Πόσες επεμβάσεις σου έκανε ο πατέρας, μέχρι να συλλάβεις τον περιπόθητο γιο;»

Επτά. Ήταν επτά θηλυκά σε δύο χρόνια.

«Ήρθαμε στον υλικό κόσμο από τον κόσμο των Ψυχών, για να μπούμε στα νέα μας σώματα. Δεν τα βρήκαμε όμως. Ξέρεις τι κάνουν στα σώματά μας; Τα τρυπούν, τα τεμαχίζουν, τα καίνε στα κρεματόρια, τα κάνουν στάχτη. Έτσι, μαυρίσαμε κι εμείς, από τον καπνό που δραπετεύει από τις καμινάδες

» Ακόμα ψάχνουμε ένα κορμί να κατοικήσουμε, αγνές, καθαρές, ένα κορμί για να μας αγκαλιάσουν, να μας αγγίξουν. Ζητάμε ένα κορμί και ζητάμε Δικαιοσύνη.

» Η Ιερή Φωτιά θα τα εξαγνίσει όλα. Σε λίγο, φλόγες ασυγκράτητες θα καταπιούν όλη την περιφέρεια. Τίποτε δεν μπορεί να κάνει η πυροσβεστική, ούτε ο στρατός, θα καούν κι αυτοί.

» Ανόητοι άνθρωποι! Τι τους ωφέλησαν οι γιοι που έκαναν; Χωρίς κόρες, πώς θα ζευγαρώσουν; Είναι πολλοί οι γιοι, και μόνοι. Εμείς θα το διορθώσουμε αυτό.

» Όπου υπάρχει φωτιά, είναι και μία από εμάς. Κάθε κερί και καντήλι, κάθε εστία, κάθε λέβητας, κάθε κλίβανος, θα γίνει νεκρική πυρά.

» Άκου τις σειρήνες, μητέρα! Η φωτιά είναι παντού. Κάθαρση!

» Ένα σώμα να κατοικήσουμε, αγνές και λεύτερες!»

Ουρλιαχτά, κρότοι, εκρήξεις, μαύροι καπνοί, αρπάζω την Αμπιγκίτα και πέφτουμε στο χώμα, έχει λίγο αέρα εδώ, η φωτιά περνάει από πάνω μας.

«Μητέρα, δεν θέλω να πεθάνω! Θέλω να ζήσω! Για το μωρό που…»

Όλα είναι στάχτη.

Βήχουμε, καίνε τα μάτια μας, τα ρούχα μας είναι μισοκαμένα, είμαστε ζωντανές.

Λευκός καπνός περιβάλλει την Αμπιγκίτα, αστράφτοντας, και ενσωματώνεται στην αύρα της.

«Μητέρα, πού να είναι ο Γιατρός; Ο Αντάρσι;»

«Μην τους ψάχνεις αυτούς πια».

«Και πώς θα ζήσουμε, δύο χήρες γυναίκες κι ένα μωρό;»

«Ελεύθερες, κόρες μου».

 

*

[Αντάρσι, ο γιος (ιδανικός, τέλειος)
Αάντισι, η μητέρα (η πρώτη κόρη)
Αμπιγκίτα, η νύφη (ανέμελη)

Σμάσανσθα – κρεματόριο
Καπαλίνι – προκαλεί φόβο]

 

 

Γεωργία Οικονομοπούλου

***

[Κορίτσι με τα καμένα χέρια]

Κορίτσι με τα καμένα χέρια
Κορίτσι με τα σχισμένα τύμπανα
Γυναίκα στύλε κόθορνε
Πες μου
Πού είναι;
Ποιος την πήρε;
Την είδες;

 

[Η κρυψώνα]

Στην Τσαμαδού
εκεί που ήταν παλιά το κουρείο
μπήκε ενοικιαστήριο.
Το μαγαζί
έχει μια αποθηκούλα
δύο τετραγωνικά απ’ τα είκοσι τρία.
Όπως κοιτάς
μέσα από τις παλίνδρομες πόρτες
στον τοίχο μια τρύπα.
Πίσω της
άλλα δύο τετραγωνικά
είναι η κρυψώνα.
Χώμα
μπετόν
σαμιαμίδι.
Εκεί θα σε κρύψω.

Η ιδιοκτήτρια θα επισκευάσει
τα σπασμένα πλακάκια,
λέει η μεσίτρια.
Δύο νοίκια εγγύηση,
τι θα το κάνετε;
γράφει μια απόδειξη.
Ραφείο, λέω
ψέματα,
δεν θα το μάθει.
Στέκομαι μπροστά
στην πόρτα για την κρυψώνα.
Όταν σε βρω
εδώ θα σε φέρω,
κι αν χρειαστεί
να σε κρύψω.
Μέχρι τα φίδια
να ζητάνε φτερούγες.
Μέχρι να τα δω
στις πλάκες ξεχαρβαλωμένα.
Διψάτε; θα τους πω
Πεινάσατε;
Νομίσατε
πως ο πατέρας θα σας στείλει
μάννα;
Και θα βγεις
απ’ την κρυψώνα
και θα πάμε στη θάλασσα.

 

[Τις νύχτες] 

Τις νύχτες κατεβάζω
Τα ρολά
Και καθόμαστε οι δυο μας
Στο ημίφως και το κερί
Χορεύει.
Στρώνουμε στα καινούργια
Πλακάκια μια κουρελού
Και τρώμε
Ρόδια και σοκοφρέτες.
Τα μαλλιά της
Και τα ρουμπίνια
Έχουνε βυθιστεί
Στα μάτια μου.

 

*

 

Μαριάννα Παπαμικρουλέα 

Διακρινόμενο αμυδρά

 

Γενιές γυναικών κουλουριάζονται
γύρω από στρογγυλή τράπεζα
κρατούν σκυφτό το κεφάλι
μιλούν ψιθυριστά
αναμοχλεύουν τον χρόνο
αναλογίζονται τον βίο
μοιράζονται γεύσεις
που γεύονται
των πρωινών
τις μονοψήφιες
αξημέρωτες ώρες.

Η μια κεράστηκε με βία
η άλλη με αδικία
στην τρίτη επιβλήθηκε σιωπή
η τέταρτη καταδικάστηκε σε αιώνια ποινή·
-απλόχερα μοιρασμένη η τιμωρία-
χρόνοι αιματοβαμμένοι
κρυμμένοι
αποσιωπημένοι
απλά συμβάντα
αριθμοί
αναγωγή στην στατιστική.

Γενιές γυναικών συναντιούνται
στην μέση της πλατείας
φτιάχνουν κύκλο με τα όρθια σώματά τους
κοιτούν σταθερά
μιλούν ζωηρά
αναλογίζονται βίους
βίαιους βίους – κρίκους αλυσίδας
γυναίκες

που αδικήθηκαν,

που σκληραγωγήθηκαν,
που έγιναν σκληρές.

Γενιές γυναικών
διασχίζουν τους δρόμους
χαράσσουν πορείες
κοιτούν μπροστά
μιλούν δυνατά
φωνάζουν τις λέξεις
σπάνε τους κρίκους
σχηματίζουν χορδές
διαγράφουν τόξα
χαράσσουν αμετανόητες αποκλίσεις
στήνουν και ξεστήνουν σκηνικά.

 

*

 

Κατερίνα Πρωτονοταρίου

Θα περπατώ

 

[Προσπάθησα να βρω τα ονόματα όλων των γυναικών που υπήρξαν θύματα γυναικοκτονιών τα τελευταία 3 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Να μη χάσουμε καμία άλλη.]

Η Βασιλική τράβηξε πίσω της την εξώπορτα. Η Κωνσταντίνα έσφιξε την τσάντα της στον ώμο και ξεκίνησε να περπατάει. Η Κάρολαϊν σκέφτηκε πως σήμερα θα ήταν μια ωραία μέρα. Η Ελένη συνέχισε να περπατάει κάτω από το ζεστό ήλιο, χαζεύοντας τα περιστέρια. Η Γαρυφαλλιά σκέφτηκε ότι ευτυχώς είχε ξεκινήσει νωρίς και θα είχε χρόνο να περπατήσει όλη τη διαδρομή. Η Ανίσα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ξαφνικά, η Μαρία παραπάτησε και πήγε να πέσει. Άθλια πεζοδρόμια, αναστέναξε από μέσα της η Σταυρούλα και προσπάθησε να ανακτήσει την προηγούμενη της διάθεση – μια ρίγα φόβου όμως τη διαπέρασε. Σαν αυτό το στραβοπάτημα να εχθρευόταν τον καθαρό αέρα που τόσο η Μόνικα είχε παλέψει για να αποκτήσει. Η Ντόρα προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις και συνέχισε να περπατά – όμως το σφίξιμο στο στήθος δεν έφευγε. Η Νεκταρία κοίταξε αντανακλαστικά πίσω της. Τίποτα – μόνο μια μαμά μ’ ένα καρότσι κι ένα ήσυχο μωρό που κοιμόταν. Η Ελόνα ξαναγύρισε ήπια ανακουφισμένη και συνέχισε να περπατά. Τίποτα δεν ήταν, είδες; Τίποτα, μονολόγησε η Τζεβριέ και ασυναίσθητα, έσφιξε λίγο περισσότερο την τσάντα της. H Eve-Suzanne ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να περπατά. Η Βίκυ ανάγκασε τον εαυτό της να σκεφτεί κάτι άλλο, κάτι ωραίο. Η Αΐντα σκέφτηκε τη θάλασσα, μετά τις γαρδένιες, μετά τη σκυλίτσα της – αλλά κάθε σκέψη γλιστρούσε και στραβοπατούσε κι αυτή στο πεζοδρόμιο. Τότε η Κατερίνα άρχισε να φαντάζεται γυναίκες, πολλές γυναίκες να περπατούν κι αυτές πλάι της, μπροστά της, πίσω της. Ναι, η Μαρία περπατούσε ανάμεσα σε ένα πλήθος γυναικών – γυναίκες αγέρωχες, γυναίκες ξέγνοιαστες, γυναίκες που δεν έχουν λόγο να φοβούνται. Όντας μέρος αυτής της πομπής, η Γεωργία ένιωσε ξανά ήρεμη. Η Γωγώ ένιωσε το φως του ήλιου να της ζεσταίνει το πρόσωπο και σχημάτισε ένα μειδίαμα.

Και τότε η Νικολέττα τον είδε. Η Ελεονώρα πάγωσε. «Θέλω να σου μιλήσω» είπε. Η Ιωάννα έσφιξε την τσάντα της και άρχισε να περπατά, όλο και πιο γρήγορα. «Γιατί μου το ’κανες αυτό;» Οι φιγούρες άρχισαν να διαλύονται, η Άννα ένιωσε μόνη, απόλυτα μόνη. Η Χρύσα επιτάχυνε ακόμα περισσότερο, το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να συνεχίσει να περπατά όλο και πιο γρήγορα, να τρέχει. « Σ’ αγαπούσα γαμώτο». Η Μαρία έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, κοιτώντας μόνο μπροστά. Τα πόδια της Αναστάζια είχαν σχεδόν σηκωθεί από το έδαφος – και τότε ένιωσε τον κρότο. Θα μπορούσε να είναι μια όμορφη μέρα σήμερα, ναι θα μπορούσε να είναι μια όμορφη μέρα σήμερα για την Άννα – όμως δεν ήταν. Ο θάνατος της Τζένης ήταν ακαριαίος.

Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Ο δρόμος άδειος, εκείνος όρθιος και η 59χρονη από τη Δράμα πεσμένη στο έδαφος. Σιωπή. Και μετά ο δρόμος άρχισε να γεμίζει με γυναίκες. Πολλές γυναίκες, πάρα πολλές γυναίκες – γύρω απ’ το φονιά και το νεκρό σώμα της γυναίκας από τη Γεωργία.

Άρχισαν αργά να τον πλησιάζουν, αργά να φτιάχνουν ένα τείχος χωρίς περιθώρια απόδρασης γύρω του, ενώ κάποιες άλλες έσκυψαν πάνω από τη 48χρονη από τη Θεσσαλονίκη για να τη θρηνήσουν. Ο δρόμος είχε δώσει τη θέση του σε έναν ασφυκτικό κλοιό, λυγμοί και ευχές του άλλου κόσμου σκίαζαν τώρα πια το πρωινό. Και τότε, ακούγοντας τις κραυγές που την καλούσαν, η 55χρονη από τη Θεσσαλονίκη άνοιξε τα μάτια της. Η 61χρονη από τη Μεσσηνία ανασηκώθηκε, έπιασε τα χέρια των γυναικών που της κρατούσαν συντροφιά και σηκώθηκε όρθια. Χωρίς να βιάζεται, η 54χρονη από τη Νίκαια πλησίασε το ασφυκτικό μπουλούκι που είχε περικυκλώσει το δολοφόνο και έγινε μέρος του. Τα μάτια όλων έκαιγαν, ζητούσαν δικαιοσύνη. Εκείνος ζάρωσε υπό το βάρος των βλεμμάτων και μετά άρχισε να μικραίνει και να μικραίνει όλο και περισσότερο – μέχρι που είδε την 84χρονη από τη Χαλκίδα ανάμεσά τους κι εκεί κοκάλωσε. Έκανε ασυναίσθητα να πιάσει ξανά το όπλο του, αλλά αυτό βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, στα πόδια της 75χρονης από την Αργολίδα, ανάμεσα στο γυναικείο πλήθος, που πλησίαζε ολοένα και περισσότερο, χωρίς να μιλά, με βλέμματα φλεγόμενα κεριά. Εκείνος άρχισε έντρομος να λιώνει, σχεδόν να υγροποιείται, να στάζει στο έδαφος μικρός και ειδεχθής, να απλώνεται στο τσιμέντο και στην άσφαλτο, να διαλύεται, να χάνεται στις σχάρες του υπονόμου, να εξαφανίζεται.

Οι γυναίκες στάθηκαν σιωπηλές. Κρατούσαν η μία το χέρι της άλλης. Εκείνη έσφιξε το χέρι της διπλανής της, το κράτησε για λίγο ακόμα και ύστερα το άφησε μαλακά. Φίλησα τα βλέμματα γύρω μου και ανέβηκα ξανά στο πεζοδρόμιο για να συνεχίσω τη διαδρομή μου. Ίσως και να έφτανα στην ώρα μου.

 

*

 

Ρούσα

Η Μέδουσα στο δικό της δωμάτιο

 

Η Λου επιστρέφει από τη δουλειά
Βρίσκει τον άντρα της που
κάνει διαλογισμό
και μαθήματα διαχείρισης θυμού
αφού την χτυπήσει ή/και προτού

Η Λου που δεν πιστεύει στον θεό της γιόγκα
μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα
κλείνει τα μάτια
παίρνει τη θέση της πολεμίστριας με το σπαθί στα χέρια
Τον αποκεφα –
γελάει κρυφά
έπειτα βγαίνει από την κουζίνα
κάπως ανακουφισμένη
τέρμα οι φωνές
τέρμα οι προσβολές
τέρμα «καμιά στα πεταχτά»
και ήρεμη πια
κάθεται να διαβάσει με τα παιδιά τα μαθήματα της επόμενης μέρας

Η Λου ολοκληρώνει το ποίημα της πάνω στη χαρτοπετσέτα σε χρόνο κλεμμένο κάπου ανάμεσα στη μακαρονάδα και τη σάλτσα. Όταν μαγειρεύει, στην κουζίνα – το δικό της δωμάτιο – συνηθίζει να αντιστρέφει με τρόπο απολαυστικό τους μύθους.

Είναι γι’ αυτή μια λιτανεία επιβίωσης.

Έχει κατασκευάσει μία πόλη μέσα στην πόλη με λέξεις σωθικές, γραμμένες σε χαρτοπετσέτες, τοίχους, ημερολόγια.

Μια πόλη για όσες έχουν μάτια τρομαγμένα.

Εκεί φωλιάσαν οι ωραίες κοιμωμένες
αυτές που δεν γυρίσαν σπίτι
έφτιαξαν εργαστήρι κατασκευής εύφλεκτου κοκτέιλ
απλή δουλειά, οδηγίες στον γνωστό Τσελεμεντέ
περιμένουν να ακουστεί το σύνθημα «Κάψτε την πόλη»

Εκεί και οι ζωντανές
με τα σφραγισμένα στόματα
και τις ραμμένες ενοχές
για όσα ήθελαν να πουν αλλά δεν είπαν
για όλα τα σύνδρομα Στοκχόλμης

Εκεί και άλλες που φωνάζουν
ξυπνώντας τη βουβαμάρα ενός αιώνα
σώματα καζάνια βραστά
βαθμοί κελσίου λάβα

Εκεί κι εκείνες με την υπομονή γαϊδάρου
Κουνούν τα ατροφικά φτερά τους
ξέρουν καλά πως
κάποια στιγμή θα αναληφθούν όπως στους πίνακες του Σαγκάλ
και θα πετάξουν ψηλά πολύ ψηλά
γιατί αν κάτι ξέρει ο γάιδαρος καλύτερα από όλα
είναι να πετάει.

Επίλογος

Η Λου διαβάζει στην Κου το ποίημα της σε ένα καφέ. «Υγρή φαντασίωση» Το ονομάζει.

Όση ώρα η Λου διαβάζει, η Κου θυμάται μια φωτογραφία της Μέδουσας του Γκαρμπάτι, που είδε στο facebook τελευταία. Mέσα στο χάος των άπειρων αναπαραγωγών της, κάποιος αφαίρεσε τις θηλές από το κάδρο. Ανώδυνα, με ένα απλό πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας. Aπορεί πώς μέσα σε όλο αυτό το μακελειό, αυτό που ενόχλησε το οπτικό νεύρο ήταν οι θηλές της Μέδουσας.

Η Λου και η Κου αντέχουν, γιατί έχουν η μια την άλλη. Έχουν φτιάξει μία πόλη μέσα στην πόλη με λέξεις σωθικές, γραμμένες σε χαρτοπετσέτες, τοίχους, ημερολόγια. Μια πόλη για όσες έχουν μάτια τρομαγμένα.

 

*

 

Βιογραφικά σημειώματα (αλφαβητικά)

 

Η Έφη Αρβανίτη γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται ως μεταφράστρια. Η σχέση της με τη γραφή είναι πολύχρονη, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει εκδώσει δική της δουλειά.

Η Ανδρονίκη Άννα Βασιλούλη γεννήθηκε το 1977 στην Πολωνία. Μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως υπάλληλος, ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και τη συγγραφή. Της αρέσουν τα νοερά ταξίδια με την κατάλληλη μουσική επένδυση.

Η Χρυσούλα Γεωργούλα γεννήθηκε στην Πλατανούσα Ιωαννίνων. Απόφοιτος Οδοντιατρικής ΕΚΠΑ και ΠΑΤΕΣ-ΣΕΛΕΤΕ. Διακρίσεις: 1ος Διαγωνισμός Ποίησης «Γιάννης Φάτσης» Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, 2ος Διαγωνισμός Διηγήματος του Diavasame.gr, 1ος Διαγωνισμός Συγγραφής Θεατρικού Μονολόγου Δήμου Αγρινίου. Συμμετοχές: με ποίημα στο 1ο τεύχος του περιοδικού Ανωνύμως (εκδ. Bibliotheque) και με διήγημα στις «Ιστορίες του Σταθμού και του Τρένου». Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί: Χάρτης, schooltime.gr, microstory και Περί Ου. Έργα: Μικρές Αφηγήσεις (διηγήματα), Άρτεμις 2019, Νυχτερινές Συνομιλίες (Θεατρικός Μονόλογος), Άρτεμις 2019, Λέγε με Στράτο (μυθιστόρημα), Βακχικόν 2022.  

Η Μελάνια Δαμιανού ζει στην Αθήνα, όπου και σπούδασε ζωγραφική και φωτογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Από τον εκδοτικό οίκο Κίχλη έχουν εκδοθεί δύο βιβλία της: η νουβέλα Λιτανεία του χρόνου και ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τον τίτλο Συνηχήσεις.

Μελάνια Δαμιανού

Η Μαρίνα Κανακάκη, μουσειολόγος και ιστορικός Τέχνης, μετά από πολυετή διαμονή και σπουδές στο Παρίσι (Ecole du Louvre, απόφοιτη το 1997), ζει στην Αθήνα. Έχει ασχοληθεί κυρίως με την επιμέλεια και οργάνωση εκθέσεων, καθώς και με τη σύνταξη καλλιτεχνικών κειμένων.

Μαρίνα Κανακάκη

Η Μαγδαληνή Κρυσταλλινού γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1975. Μεγάλωσε στο Βόλο και τα τελευταία χρόνια ζει, εργάζεται και περιπλανιέται στην πόλη της Αθήνας. Έχει ολοκληρώσει προπτυχιακές σπουδές στα Παιδαγωγικά (εργάζεται ως νηπιαγωγός στον ιδιωτικό τομέα), στο Θέατρο, το ΕΑΠ (Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό) και πρόσφατα ξεκίνησε την εκπαίδευσή της στη Δραματοθεραπεία και μεταπτυχιακές σπουδές «Σπουδές Φύλου: Μεθοδολογίες, θεωρίες, πολιτικές». Τη αρέσει το storytelling, να τραβάει εικόνες, να γράφει, να περπατάει, να παίζει με τη γάτα της, να τραγουδάει, να ταξιδεύει, να παρατηρεί. Η πρώτη αφορμή για γράψιμο αποτέλεσε ένα ταξίδι-οδοιπορικό στη Κεντρική Ευρώπη, πέρυσι το καλοκαίρι. Έκτοτε γράφει κυρίως διηγήματα μικρής φόρμας βασισμένα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία. Στην ανθολογία Οι Λέξεις Της- Συλλογή 1 – Περήφανες Προλετάριες συμπεριλαμβάνονται μαζί με άλλα έργα, κείμενα και εικόνες της με τίτλο «Βόλτα-Αυτοτελή Συμβάντα Πόλης».

Μαγδαληνή Κρυσταλλινού

Η Τόνια Μαγκανιώτη γεννήθηκε το 1979 και μεγάλωσε στην Άνδρο. Έχει παρακολουθήσει το ποιητικό εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος.

Η Αγγελική Ι. Ματζαβίνου είναι μουσικός, παιδαγωγός, performance artist, λογοτέχνης. Γεννήθηκε στην Ιαπωνία και έζησε στην Ελλάδα. Από το 2022 ζει στη Γαλλία. Το πρώτο βιβλίο ποιημάτων της με τίτλο Επτά κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Ars Libri. Από το 2020 είναι παραγωγός της ραδιοφωνικής εκπομπής Vox Universalis, που μεταδίδεται από το διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό darkwaveradio.net, με μία πρωτότυπη flash fiction ιστορία κάθε εβδομάδα. Τα μουσικά οχήματά της είναι η Sonum Vocis VII (ritual ambient) και Silva Ignes (noise, black metal, drone).

Αγγελική Ματζαβίνου

Η Γεωργία Οικονομοπούλου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και στις εκδόσεις, σε διάφορα πόστα. Μεταφράζει. Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογές και περιοδικά. Συντονίζει το εργαστήριο συγγραφής της ομάδας Sister Outsider. Τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ προέρχονται από την σπονδυλωτή συλλογή που δουλεύει αυτόν τον καιρό.

Γεωργία Οικονομοπούλου

Η Μαριάννα Παπαμικρουλέα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Αναπτύσσει τις δραστηριότητές της και τα ενδιαφέροντά της γύρω από τους τομείς της ιστορίας, της διατήρησης και της διαμόρφωσης των πολιτισμικών στοιχείων της ανθρώπινης δραστηριότητας με έμφαση σε ζητήματα τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της δημόσιας ιστορίας. Παράλληλα, εκφράζεται μέσα από την εικαστική δραστηριότητα και τη γραφή.

Μαριάννα Παπαμικρουλέα

Η Κατερίνα Πρωτονοταρίου έχει σπουδάσει Πολιτικός Μηχανικός-Πολεοδόμος και Ηθοποιός. Είναι μέλος της ομάδας UrbanDig Project. Μέσα από αυτή, αλλά και άλλες διαδρομές, επιχειρεί να ερευνά, εργάζεται και δημιουργεί στη ζεύξη δημόσιου χώρου, περιβάλλοντος, τέχνης, εκπαίδευσης και κοινωνικής σημασίας. 

Κατερίνα Πρωτονοταρίου

Η Ρούσα γεννήθηκε πολλές φορές και πέθανε άλλες τόσες, ίσως ακόμη περισσότερες. Αισθάνεται άβολα με τα προνόμιά της, σπουδές, εργασιακή εμπειρία και λοιπά κατορθώματα. Από το να γράφει ό,τι θα χωρούσε σε ένα βιογραφικό, επιλέγει να κατασκευάζει ετερώνυμες. Αγαπά τις συλλογικότητες. Αγαπά να παρακολουθεί πώς κινούνται τα σμήνη.

Ρούσα

*Το πρώτο μέρος του αφιερώματος εδώ

 

Σημειώσεις

(1) Eleonora Esposito, «What the Mirabal Sisters Taught Us», La Mirada Humana 25/11/2020 • Allie Iftikhar, «The Mirabal Sisters – A History of International Day for the Elimination of Violence Against Women», Welsh Women’s Aid, 25/11/2020, • Sarah Pruitt, «How the Mirabal Sisters Helped Tople a Dictator», History Channel, 8/3/2021

(2) «Μορφές Διαδικτυακής Έμφυλης Βίας», Διοτίμα. Για τη μη συναινετική διακίνηση σεξουαλικού/ γυμνού υλικού βλ. Μελίνα Σιδηροπούλου, «Τι Ισχύει Τελικά με την “Εκδικητική Πορνογραφία” και τι Πρέπει Να Κάνουμε Βήμα-Βήμα», WomanTOC«Νέα Διάταξη στον Ποινικό Κώδικα: Αυτοτελές Αδίκημα η “Εκδικητική Πορνογραφία” – Κάθειρξη 8 Ετών και Χρηματική Ποινή», dikastiko 13/6/2022 • «Νέο Άρθρο στον ΠΚ για την “Εκδικητική Πορνογραφία”», Διοτίμα.

(3) United Nations, «International Day for the Elimination of Violence Against Women 25 November. Observances».

(4) Maria Liapi, Chrisa Giannopoulou, Thanasis Tyrovolas, Eugenia Kountouri-Tsiami, Stella Saratsi, «Accessibility and Barriers to Gender-based Violence Services for Refugee and Migrant Girls, Boys, Women and Men in Greece (Final Report)», Centre for Research on Women’s Issues Diotima, December 2019   • Scalabrini Institute for Human Mobility in Africa, «Female Migration and Gender-based Violence», 23/8/2022   • Sze Eng Tan & Katie Kuschminder, «Migrant Experiences of Sexual and Gender-based Violence: A Critical Interpretative Synthesis», Globalization and Health 18, 28/6/2022

(5) «Γυναικοκτονία: η Πιο Ακραία Μορφή Έμφυλης Βίας», Διοτίμα

(6) «Οι αριθμοί της φρίκης: πάνω από 10 βιασμοι τη μέρα στην Ελλάδα – μόνο ένας στους 24 καταγγέλλεται», in.gr 19/1/2021

(7) Amanda Taub, “Rape Culture Isn’t A Myth. It’s Real and It’s Dangerous”, Vox 15/12/2014 • Μωβ καφενείο, «Η Κουλτούρα του Βιασμού» 6/2017

(8) Μαριλέλλα Αντωνοπούλου, «Όσα θα αντιμετωπίσει μια γυναίκα που πέφτει θύμα βιασμού στην Ελλάδα», ladylike.gr 19/1/2022