Σκέψεις για το βιβλίο «Καθημερινά Βάραθρα» της Κυριακής Λυμπέρη εκδόσεις Κοράλλι (2023)

του Φάνη Παπαγεωργίου

Το βιβλίο της Κυριακής Λυμπέρη μέσα από τα 38 ποιήματα καταπιάνεται με το υποκείμενο μέσα από την αναμέτρηση του με το χρόνο, την αναμέτρηση του με την απώλεια, την αναμέτρηση του με τη δυστοπία και τέλος με τη διαρκή του αναμέτρηση με το λόγο και τη γλώσσα, αλλά και με τη φύση. Έτσι, χρόνος, απώλεια, δυστοπία και λόγος (υπο)τάσσονται στον κοινό παρονομαστή της ανθρώπινης ύπαρξης και της φύσης που την περιστοιχίζει ως μια διαλεκτική ενότητα, μια ενότητα αντιφάσεων. Και όπως στην παράδοση του δομισμού, υπάρχει πάντα μια «δομή δεσπόζουσα», μια δομή πάνω από τις δομές, μια δομή «σε τελευταία ανάλυση» επιδραστική, αυτή η δομή είναι η γλώσσα και ο λόγος. Δεν διαθέτουμε εκφραστικά μέσα για να αποτυπώσουμε την απώλεια, το χρόνο και τη δυστοπία έξω από το λόγο, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά αποτυπώνονται σε μια ποιητική συλλογή. Η μοναδικότητα του υποκειμένου στον ένα πόλο και η οντολογία της γλώσσας που στιγμές μετατρέπει το υποκείμενο σε αντικείμενο εκφοράς γλώσσας στον άλλο πόλο, είναι θεμελιώδης αντίφαση για τη Λυμπέρη. Το βιβλίο μας εισάγει πολύ γρήγορα σε αυτή την αντίφαση: «Πώς φτάνει η λέξη στην κορφή; / Η λέξη είναι ρίζα.» και συνεχίζει λίγο αργότερα με το ποίημα που φέρει επιρροές από το Σολωμό «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου»: «Η γλώσσα μου είναι η ελευθερία μου. / Με βγάζει από το σπίτι στις ρούγες / στις πλατείες συναντιέμαι με τα δροσερά κορίτσια / … / Πότε τουφέκι η γλώσσα μου και πότε λύρα οργίζεται, στοχάζεται, υποφέρει, λατρεύει /… / η γλώσσα μου η ελευθερία μου / … / η ελευθερία η γλώσσα μου, και στο ποίημα «Καθημερινά βάραθρα» λέει «στην ευσπλαχνία της γλώσσας / προσεύχομαι για δικαιοσύνη.». Βασική θέση για την Λακανική ψυχανάλυση είναι πως για το ομιλούν υποκείμενο, η άρθρωση της επιθυμίας, του ασυνειδήτου και του σημαίνοντος γίνεται μέσα από – και έχει δομή – γλώσσα(ς).

Για τον Λακάν το υποκείμενο γίνεται το ίδιο ένα συμβάν, αυτό το ένσαρκο ίχνος του πάθους της γλώσσας, μιας γλώσσας που δεν σταματά ποτέ. Το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο εκφοράς γλώσσας, ηχείο. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Εξ αιτίας μιας αναχώρησης»: «Και δε μαθαίνουν ποτέ / πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει / αλλά μια κυρία απαστράπτουσα / που κατεβαίνει και μπαίνει στην καρδιά τους. / Και τότε οι άλλοι εμείς τους λέμε αντίο / σίγουροι ότι θα βρεθούμε κάποτε / ανάμεσα σε γαλαξίες και εκατομμύρια άστρα, μα / ό,τι κάναμε κάναμε κι ό,τι μιλήσαμε μιλήσαμε» κι ακόμα στο ποίημα «Ανακεφαλαίωση» με ρητή αναφορά στον Παπαδιαμάντη γράφει η Λυμπέρη «Και έγραφα, έγραφα, έγραφα για δυο δραχμές / ώσπου να λιώσουν τα δάχτυλά μου / μα ήταν τα δικά μου δάχτυλα -ποιος ξέρει;- ή ξένα; / … / Χαριτωμένε κόσμε, λατρευτό νησί / τόσο πολύ σε έγραψα / και έγραψα κυρίως το μεγάλο τετράδιο / τον εαυτό μου. / … / με τις γραφές μου όλες μάταιες / λιγόλογος στο Λόγο ανεβαίνω.». Για τη Λυμπέρη η γλώσσα εμφανιζόμενη ως οντολογία που αντικειμενοποιεί το υποκείμενο, γίνεται συνώνυμη με την ελευθερία, άχρονη, διαρκής, άπιαστη μέσα στην υλικότητα της καθώς εκφέρεται από το υποκείμενο. Ετερονομικά της τοποθετείται η σιωπή. Στο ποίημα «Ο μηχανοδηγός», γράφει η Λυμπέρη: «κι εγώ εκτός ή μέσα; / το αίμα μου σε μια τροχιά παράξενη / στον ίλιγγο του πουθενά / αλλού τα πόδια, αλλού τα χείλη / η καρδιά αλλού / αλλού και τα σκισμένα τα φορέματα / και τα γδαρμένα σπλάχνα μην ξεχνάμε / … / προτού παντού ο κουρνιαχτός / μετά η σιωπή / κι η στάχτη στ’ άσπρα δόντια του.». Με τον ίδιο τρόπο και στο ποίημα «Νύχτα για τέσσερα χέρια» γράφει: «αλλά σ’ αυτό το πηγάδι που μας έχουν πετάξει / οι φωνές μας δεν ακούγονται».

Η σιωπή είναι θάνατος, ενώ η γλώσσα είναι ενόρμηση ζωής. Ο Μερλώ Ποντύ θα πει: «στον βυθό και στις ρίζες της καρτεσιανής φύσης, υπάρχει μια άλλη φύση, η περιοχή της «πρωταρχικής παρουσίας» (Urpräsenz) η οποία, από το γεγονός ότι παρακινεί τη συνολική αντίδραση κάθε ατομικού ένσαρκου υποκειμένου, είναι μια αρχή παρούσα μέσα σε κάθε άλλο ένσαρκο υποκείμενο». Η γλώσσα και η ζωή επομένως είναι τα οντολογικά συνώνυμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Η Υφάντρα»: «Και χρέος σου στον κόσμο / τάκα-τουκ, τάκα-τουκ / να δίνεις λόγο στη σιωπή.». Στο ίδιο μοτίβο, το ποίημα «Οι ναύτες»: «Ήσυχοι τον πιο πολύ καιρό / μα όταν φθάνουν από αντίκρυ μαύρα μαντάτα / αναζητάμε ξανά το σώμα μας / υψώνουμε πάλι τη φωνή μας».

Η γλώσσα είναι αλήθεια και αρμονία στο πολύ ωραίο ποίημα «Μα κατεβάσω το Άλφα»: «Να κατεβάσω το Άλφα. / Μια στιγμιαία υπόθεση / και δίχως να σκεφτώ / συνέπειες ποιες μπορούσε να επιφέρει / -εκτός του να μην τυραννιέμαι- / … / Κι αν μπερδευτούν τα γράμματα / κι αν άτακτα ριχτούν εδώ κι εκεί / και αν αλλάξει η σωστή σειρά αίφνης το Θήτα πρώτο αν θέλει να περάσει; / … / Και μόνο για μια προδοσία αστόχαστο / ολόκληρη την έννοια αγάπη ν’ αποκαθηλώσω».

Η γλώσσα είναι η στιγμή της αλήθειας και στο ποίημα «Τα μικρά καθημερινά βάραθρα» λέει: «συνήθισα κι εγώ να μη ζητάω πια τίποτα / μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι / σαν να ‘ναι το σωσίβιο του πνιγμένου / μόνο στα ποιήματα δε φυλάγομαι /φανερώνω τον εαυτό μου με θάρρος ψεύτικο».

Η γλώσσα είναι προϋπόθεση κατανόησης του κόσμου, όχι μόνο λεκτικά αλλά και με τον τρόπο που ο Χέγκελ θα πει ότι η συνείδηση αποσπάται από την καθαρή σχέση με τον εαυτό της, από τη μοναξιά και τον σολιψισμό της, και συνειδητοποιεί ότι εν μέρει κυριαρχείται από την ύπαρξη άλλων συνειδήσεων (Μπαντιού 2017). Η συνείδηση είναι επομένως διαρκώς εξαρτώμενη από τον «Άλλο». Για τον Μπαντιού «Η αυτοσυνείδηση υπάρχει καθεαυτή και για τον εαυτό της όταν, και εξαιτίας του γεγονότος ότι, υπάρχει για έναν άλλο.» (Μπαντιού 2017). Η αυτοσυνείδηση είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της συνύπαρξης, της αγάπης, της ματαίωσης και του έρωτα. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Φαντασία»: «από σένα θα ήθελα να διδαχθώ / το αμάρτημα το προπατορικό» και στο ποίημα «Παιχνίδι για δυο» γράφει: «ακόμα κι η σκιά σου με γλυκαίνει / … / ως το πρωί ν’ αγαπηθούμε / φιλιά βαθιά, μέλι στα σεντόνια / κι έρχεται ο ουρανός κοντά», και τέλος στο ποίημα «Οι τελευταίες στιγμές»: και καθώς στο φορείο είχες ήδη κυλήσει / στα πλευρά του ύπνου ευάλωτη / σου έλεγα “μη φοβάσαι, / θα σε φροντίσω, θα σε φροντίσω”.». Και το ποίημα «Στο νοσοκομείο» «Σε κάθε του κίνηση / τρέμανε στις φλέβες του τα σωληνάκια / σαν χλόη όταν κυματίζει.- / Τόσο αδύνατες ρίζες ήταν τα χέρια του / που δε μπορούσε να κρατήσει το κουτάλι. / Το μαραμένο βλέμμα του / πότε γυρνούσε στο παράθυρο / για να ρουφήξει λίγο φως ακόμα όσο προλαβαίνει / και πότε γαντζωνόταν πάνω μου / για να ‘χει μια εικόνα να πάρει μαζί του για ενθύμιο».

Ο Λακάν συνήθιζε να λέει «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Τα μικρά καθημερινά βάραθρα»: «Όταν έρχεσαι / δεν έχεις τίποτα να μου φέρεις» και στο ποίημα «Εκεί που λείπεις»: «Εκεί που λείπεις έρχομαι / πίνω ποτά απανωτά, καπνίζω / ακούω μπλουζ θλιμμένα που ξεκίνησαν / από μια τρύπα στην καρδιά. / Εκεί που λείπω φθάνει ένας άλλος / κοντοστέκεται / μου λέει -κούκλα μου / απόψε σε χρειάζομαι / για ν’ ανασάνω, για να μην πνιγώ / να κλάψω θέλω πάνω στο γυμνό σου στήθος». Και στο ποίημα «Το ξένο σώμα»: «Το ξένο σώμα έμπαινε ανάμεσά μας / πότε φυσώντας τον καπνό του καταπρόσωπο / και πότε επιμένοντας σε φόρους και λογαριασμούς / και ούτε μια σταλιά σκοτάδι δε μας έμενε / για να πιαστούμε στο φιλί / να ανασάνουμε κανονικά σαν άνθρωποι / το ξένο σώμα ολοένα έβρισκε καινούριες προφάσεις / να μην αφήνει να πλησιάζουν τα σπλάχνα μας / να σε βλέπω στον καθρέφτη και να μη σ’ αναγνωρίζω».

Για τον Φρόιντ η σύγκρουση ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο, την ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου, τη libido και την επιθετικότητα αποτελεί τον θεμελιώδη ανταγωνισμό. Στο ποίημα «Στον ουρανό των οχτώ» η Λυμπέρη σαρκάζει τη προσπάθεια κάποιας γυναίκας στα δελτία των ειδήσεων να γεφυρώσει αυτή την αντίθεση γράφοντας: «Άλλη φωνάζει σας βεβαιώνω ο θάνατος / είναι πιο θάνατος σαν έρχεται μαζί με το φιλί.». Το υποκείμενο διαπερνάται από τη ψυχολογική σύγκρουση, την οποία φέρει ακέραια και σωματοποιεί, και έτσι καταλήγει έμπλεο ερωτημάτων, γίνεται αντικείμενο, πεδίο σύγκρουσης και ύφανσης αποριών, όπως στο ποίημα «Απορίες», το οποίο παρατίθεται πλήρως, γράφει: «Εάν υπάρχω -λέω- σε αρμονία / με το λαμπρό το κόσμημα του κόσμου / γιατί να νοιώθω τόση αγωνία / και για τα έξω μου και για τα εντός μου; / Γιατί να αισθάνομαι κάτω απ’ των άστρων / (πηλός κι εκείνα τους) την παραζάλη / λίγο σαν κόκορας και λίγο αρνάκι / την ώρα που ζητιέται το κεφάλι; / Και πιο πολύ γιατί να προτιμάω / τα αιμορραγούντα ρόδα της αβύσσου / κι όχι τις ύαινες και τα τσακάλια / (καθώς αγιάζουνε) του Παραδείσου;». Άλλοτε το υποκείμενο λειτουργεί ως τέτοιο καθώς ασκεί αυτοκριτική, όπως στο ποίημα «Η Υφάντρα»: «Μια γυναίκα δοκιμάζει τα χτένια της / και τρίζει ο αργαλειός της στα σύννεφα. / Τόσα χρόνια υφαίνω το μέλλον / κι ακόμα δεν έμαθα ν’ αγαπάω σωστά. / Ορκισμένη τεχνίτρα κι όμως / η ουσία μου ξεφεύγει από τα δάχτυλα».

Ο έρωτας όμως έχει και υλικότητα, όπως φαίνεται στον πολύ όμορφο στίχο του ποιήματος «Και για το τέλος έχω φυλαγμένα τα χάδια» «τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα». Στο ίδιο μήκος κύματος, στο ποίημα «Θεοφάνεια» γράφει «Μα πώς να προλάβει κανείς / ν’ αρπάξει το φως απ’ τα μαλλιά / να το κρεμάσει στο στήθος φυλαχτό / και ποια καλύτερη σήμερα / περίληψη τ’ ουρανού να σκεφτώ / παρά το βλέμμα σου επάνω μου;». Και από την άλλη, στο ποίημα «Η Αποτυχία των σχέσεων», γράφει: «Βλέπω κατεβαίνει ο ουρανός ανάμεσά μας / κι ανεβαίνει το μελάνι στα σύννεφα».

Για τον Μπένγιαμιν χωρίς το παρελθόν, το τώρα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά τη στιγμή που υπάρχει, συντελείται μια ά-συνέχεια. Στο περιεχόμενο μιας «αθέλητης ανάμνησης» βρίσκονται εικόνες του παρελθόντος οι οποίες δεν ανασυγκροτούν αυτό που υπήρξε, αλλά αναδεικνύουν την πραγματικότητα τη στιγμή που αυτή ήρθε στο φως. Το παρελθόν γίνεται πεδίο ανεκπλήρωτων δυνατοτήτων. Οι εικόνες του παρελθόντος δείχνουν ένα μέλλον που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ένα μέλλον υποσχέσεων και ξαστοχημένων ονείρων (Καρύδης και Σταυρίδης 2004, σελ. 161). Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Επίσκεψη σε Μουσείο»: «Αλλά έρχονταν τα παλιά χάδια σαν πουλιά / και φτεροκοπούσαν στα παράθυρα / και δε μ’ άφηναν σε ησυχία / κι αντί, όπως ήθελα, να φιλήσω τα χέρια σου / έδινα φιλιά στο μαξιλάρι. / Τα σώματα όμως έχουν το τέλος τους / όπως εκείνη η γυναίκα στο μουσείο· / τη μάντευες μόνο ξαπλωμένη / από τον τρόπο που τοποθέτησαν τα κόκκαλα / περιτριγυρισμένη από τα χρυσαφικά της / τα αγγεία της, τα μυροδοχεία / τον καθρέφτη που φιλοξενούσε το βλέμμα της / εκείνη όμως από αιώνες ένα τίποτα / κι η σάρκα ούτε σκόνη πια. / Κι εδώ ακόμα κρέμεται άθικτος / στη ντουλάπα ο ταφτάς που τύλιγε το κορμί σου / στο κομοδίνο αφημένο το χτενάκι σου / κι αστράφτει στο βελούδινο κουτί το δαχτυλίδι / όλα τα χνάρια σου αναμμένα κάρβουνα / την ομορφιά σου όμως την έχει αρπάξει το σκοτάδι.». Στο ίδιο μοτίβο το ποίημα «Τα άγια των αγίων» με την πολύ όμορφη κατακλείδα γράφει: «Με δόντια που λείπουν τώρα / με γλώσσα ασθενική / … / με μάτια που υποφέρουν από καταρράκτη. / … / μες στου μυαλού τις έλικες / κάπου μπερδεύεται κι αυτό / με τόση ομίχλη γύρω. / Την πιάνει τότε ένας φόβος γίγαντας / απ’ το λαιμό, σιγά σιγά την πνίγει / να μην ξυπνήσει καμιά μέρα και βρεθεί / τόσο πολύ μακριά κοντά του.

Η έκβαση της σύγκρουσης στα διάφορα επίπεδα, είτε αυτά αφορούν τον χρόνο, τις αποστάσεις, τον έρωτα και το Θάνατο δεν έχει κριθεί. Η δυστοπία παλεύει με την ουτοπία, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα και τις δυνατότητες. Η διέξοδος εμφανίζεται στην φύση. Η φύση που με την οντολογία, την υλικότητα και την αλήθεια της ομοιάζει με τη γλώσσα. Το τοπίο του αστικού είναι δυστοπικό και η φύση το εκδικείται, χαρακτηριστικό παράδειγμα για το οποίο είναι το ποίημα «Τα μπαλκόνια»: «Στην πόλη που μας πνίγουν τα νερά / αγκαλιαζόμαστε τα βράδια να ξεχνάμε / τα μπαλκόνια που πολλαπλασιάζονται συνέχεια / σαν δέντρα του κενού / Α, δεν έχουν οι δρόμοι / προορισμούς σ’ αυτήν την πόλη / τα παράθυρα δεν ανοίγουν πουθενά / τα κάγκελα δε συγκρατούν σώματα». Στο ίδιο μήκος κύματος η φύση εκδικείται, στους πολύ όμορφους στίχους του ποιήματος «Οι ναύτες»: «Όπως ερχόταν κρατούσε τους αφρούς / στα χέρια της μικρά άσπρα πρόβατα / και τη γαλάζια φούστα της / τη λίκνιζε ο άνεμος. / … / η θάλασσα. / … / το δέντρο που ήταν από κάτω της / που ολοένα μεγάλωνε κι αντί για κλαδιά / ξεπέταγε κόκκαλα παραπονεμένα.» Το ίδιο συμβαίνει και μετά την καταιγίδα, στο ποίημα «Η Καταιγίδα»: «Γέμισε η πλατεία νεκρά πουλιά / τα βουλιαγμένα σπίτια λιάζουν τις κορφές τους τώρα / πνιγμένα όνειρα κατρακυλούν στη θάλασσα. /… / Ελάτε πια στην αθωότητα / ποτάμια, νερά / και λάσπη ο οίκος μας / πώς δεν το βλέπετε;», καλώντας για ριζική επανανοηματόδότηση του ρόλου και της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο και σε θέση κάτω από τη φύση. Έτσι, στο ποίημα «Πως η ισορροπία επιστρέφει» ο στίχος «A, άνοιξη, θαυμάσια βεβαιότητα», ή ακόμα στο ποίημα «Το λησμονημένο σώμα»: «αρθρώσεις πρησμένες μα οι χυμοί ανεβαίνουν / ο καιρός γυρίζει ήδη σε άνοιξη, δεν το βλέπεις; / Χελιδόνια μεθυσμένα διασχίζουν χώρες / κοιλάδες γεμάτες με σκουπίδια του χρόνου / ανατέλλει λάμποντας όμως τώρα / η νέα ημέρα με στεφάνι στα μαλλιά της / γαρύφαλλα ανοίγουν τα χείλη, νερά μυστικά / στα δάχτυλα κλώθεται με λαχτάρα το νήμα / ακέριο να φεγγοβολήσει πάλι το λησμονημένο σώμα.». Τέλος, στο ποίημα «Όταν ο θάνατος αποφασίσει την υπερβολή»: «Ωστόσο η ελπίδα έχει μάθει / να μην υπολογίζει μωρίες και υπερβολές. / Και να που τα κατάλευκα κρινάκια / με πλήρη συναίσθηση του καθήκοντος στην Άνοιξη / φύτρωναν ήδη ανάμεσα στις χαραμάδες των τάφων».

Κλείνοντας, η ποιητική συλλογή της Λυμπέρη μας καλεί να ξαναγυρίσουμε στη γλώσσα και στη φύση, να θυμηθούμε την αξία μας, το μέγεθος μας και τις δυνάμεις για να ξαναγίνουμε υποκείμενα, να σωθούμε και να σώσουμε τον κόσμο. Έτσι η άνοιξη θα καταφέρει να γίνει από φυσική βεβαιότητα, η αναγέννηση του κόσμου και τα υποκείμενα θα γίνουν πραγματικά ελεύθερα.

Alain Badiou (2017). Κύριος και δούλος στον Χέγκελ, Crisis and Critique 4.1 (2017) μτφ. Αντώνης Μπαλασσόπουλος, https://marginalia.gr/arthro/kyrios-kai-doylos-ston-chegkel-toy-alen-mpantioy/

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ