Νεοφεμινισμός και Πανελλαδικές εξετάσεις

Είναι κάποια πράγματα που είναι αδιαπραγμάτευτα και πολύ υλικά για να γίνονται αντικείμενο δήθεν στοχασμού, πόσο μάλλον βαθμολόγησης (με τους συγκεκριμένους όρους), όπως η έμφυλη βία – η Ngai (2005) θα έλεγε ότι είναι κατά του κουλ διανοούμενου (αυτού που καλούνται να παίξουν @ μαθητ@) που τελικά στρέφεται, στο όνομα της -υποτιθέμενα άφυλης- επιστημοσύνης, εναντίον των γυναικών. Αναφέρομαι στην εξέταση της Γλώσσας όπου ζητήθηκε από τ@ μαθητ@, αφού τους δόθηκαν σχετικά κείμενα, να τοποθετηθούν για την έμφυλη ανισότητα, συνθέτοντας μια ομιλία την οποία θα εκφωνούσαν, υποτίθεται, στο Πνευματικό Κέντρο της πόλης τους την Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η πλαισίωση των κειμένων

Αφήνοντας έξω το απόσπασμα του διηγήματος (γιατί είναι άλλο είδος λόγου το οποίο μας ανοίγει άλλα ζητήματα), θα μείνω στα δύο κείμενα που δόθηκαν στ@ μαθητ@ τα οποία κλήθηκαν να σχολιάσουν στη συνέχεια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (απαντώντας σχετικά με αυτά σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής ή ανοιχτού τύπου). Το πρώτο από αυτά τα κείμενα μας λέει, σε γενικές γραμμές, πόσο χρειάζεται ο φεμινισμός και το δεύτερο μας εξηγεί γιατί δεν χρειάζεται τελικά/πια. Η χρήση δύο αντιθετικών οπτικών είναι ένα τέχνασμα που χρησιμοποιείται προσχηματικά για να μας πείσει, ότι αφενός έχουμε δημοκρατία (και άρα δικαίωμα στην ελεύθερη σκέψη και έκφραση) και αφετέρου ότι ενθαρρύνεται η κριτική σκέψη των μαθητ@, @ οποί@ καλούνται, υποτίθεται, να προσεγγίζουν ολοκληρωμένα ένα φαινόμενο. Και πράγματι στα σόσιαλ κάποι@ βρήκαν ενθαρρυντικό που έστω και τώρα έγινε λόγος για έμφυλη ισότητα (για να ακριβολογούμε βέβαια έγινε λόγος για το πώς να δεχόμαστε την έμφυλη ανισότητα «χαρούμενα»), ενώ άλλοι (άνδρες) μας συνέστησαν να μην είμαστε απόλυτες αλλά να ακούμε και τον αντίλογο (εξηγώντας μας φυσικά τι δεν καταλάβαμε από το κείμενο της Κανόν).

Πρώτα από όλα, και μόνο που μπαίνει υπό διαπραγμάτευση η έμφυλη ανισότητα και η αναγκαιότητα του φεμινισμού σαν να είναι κάτι που ακόμα ανακαλύπτουμε είναι γελοίο και υποκριτικό και εκτρέπει τη συζήτηση από τα ουσιαστικά ζητήματα που φέρνουν το κράτος ενώπιον των ευθυνών του (πώς θα σταματήσει την έμφυλη βία και τις διακρίσεις στη βάση του φύλου, της σεξουαλικότητας κτλ) στο δεδομένο (στην ύπαρξη της έμφυλης βίας και των διακρίσεων) – αυτή η επιθυμία να μείνει έξω από τη συζήτηση η κρατική ευθύνη φαίνεται και στην τελευταία ερώτηση στην οποία @ μαθητ@ καλούνται να στοχαστούν πάνω στους τρόπους με τους οποίους @ ίδι@ ως γενιά μπορούν να συμβάλλουν στην καταπολέμηση της ανισότητας (ο νεοφιλελευθερισμός στις γνωστές στιγμές του δηλαδή). Αυτή η γελοιοποίηση της πραγματικότητας, επιπλέον, φέρνει τις φεμινίστριες στη θέση να πρέπει να επαναφέρουμε το θέμα (δείχνοντας ξανά πόσο εμμονικές είμαστε) και να αποδείξουμε το δεδομένο, με τις πιθανότητες να φτάσουμε στα ζητούμενα, μέσα στην εξάντληση και τους αντιπερισπασμούς, να μειώνονται. Δοκιμασμένο παιχνίδι ρητορικής.

Έπειτα, η πλαισίωση των κειμένων: έχουμε δύο κείμενα, ένα που λέει το αυτονόητο για την αντιμετώπιση των γυναικών από τα μεγάλα πνεύματα (δεν θα πιάσω χώρο με αυτό, παραπέμπω ενδεικτικά στην κριτική της Marion Young στον Πλάτωνα, της Martha Nussbaum στον Αριστοτέλη, της Mary Wollstonecraft στον Επίκουρο, της Sandra Harding στον Descartes, της Susan Bordo στον Spinoza, της Elizabetzh Grosz στον Leibnitz, της Carole Pateman στον Locke, της Annette Baier στον Hume, της Irigaray στον Berkeley, της Simone de Beauvoir στους Sartre και Heidegger) από τον Σταύρο Τσακυράκη, καθηγητή συνταγματικού δικαίου, ο οποίος δεν συστήνεται στ@ μαθητ@ και ένα δεύτερο κείμενο με εισαγωγικό σημείωμα στο οποίο συστήνεται η συγγραφέας ως «συγγραφέας και δόκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας» η οποία μάλιστα μαθαίνουμε ότι έχει «ενδιαφέρουσες» θέσεις γύρω από το θέμα. Και ενώ η χρήση δυο κειμένων, ένα από άντρα και ένα από γυναίκα, για το θέμα δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ισότιμης εκπροσώπησης (και -γελάω- αντικειμενικότητας), η γυναίκα που επιλέγουν είναι μία που αναιρεί το φεμινισμό (μπόνους μήνυμα για τους μαθητές: για να τον αναιρεί γυναίκα (που όλοι ξέρουμε ότι έχει ατζέντα, όπως όλα τα κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων), φαντάσου). Ούσα μάλιστα και δόκτωρ σε σχέση με έναν χωρίς ιδιότητες, το προς τα πού γέρνει η ζυγαριά είναι μάλλον προφανές, σε ένα σύμπαν όπου το να κάνεις επίκληση στην αυθεντία (προετοιμασία για το name dropping που θα κάνεις (και θα σου κάνουν αργότερα) αργότερα ως εκλεπτυσμένος αστός) δίνει βαθμούς.

Από την πρώτη ματιά, λοιπόν, @ μαθητ@ καθοδηγούνται να δουν το πρώτο κείμενο ως (απρόσωπη) εισαγωγή και το δεύτερο ως ζωντανό κείμενο, με πραγματικό συγγραφέα, που είναι σε θέση να αποδομεί κριτικά αυτά που διαβάζει και να «φρενάρει» «τοξικά φαινόμενα» όπως ο «νεοφεμινισμός».

Η επιλογή των κειμένων

Ένα ερώτημα είναι φυσικά γιατί από όλα τα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον φεμινισμό επιλέγονται τα συγκεκριμένα. Θα πάω κατευθείαν στο δεύτερο: ένα κείμενο ανιστόρητο και συγκεχυμένο είναι πάντα ιδανικό για να δημιουργήσει ηθικό πανικό. Η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ (με την οποία η Κανόν υποστηρίζει ότι ταυτίζεται αφού όπως και εκείνη είναι «κλασική φεμινίστρια», όπου «κλασική» βάλε «αληθινή»/ «γνήσια») σίγουρα δεν είπε αυτή την ασυναρτησία που διαβάζουμε ούτε διακρίνοντας ανάμεσα σε κοινωνικό και βιολογικό φύλο, κατέληξε στο πολύ βολικό συμπέρασμα ότι όλοι είμαστε άνθρωποι. Αντίθετα, έδειξε πόσο ανδροκεντρικός είναι ο υπαρξισμός, μιλώντας για τους περιορισμούς που επιβάλλει η πατριαρχική κατασκευή του κοινωνικού φύλου στην υποτιθέμενη απεριόριστη ελευθερία του ατόμου (της γυναίκας, συγκεκριμένα) να επιλέγει. Αυτή η διαστρέβλωση της Μπωβουάρ αυτόματα ακυρώνει την καταληκτική θέση της Κανόν, περί ντετερμινισμού και ελευθερίας, αλλά ποιος ψάχνει τώρα ψύλλους στα άχυρα. Ομοίως, ο φεμινισμός της διαφοροποίησης σίγουρα δεν έρχεται μετά το 2010, αλλά εντάξει το να πετάς εκτός πλαισίου τις Irigaray, Cixous και Kristeva στο σήμερα για να γελοιοποιήσεις το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού των μη κανονιστικών ταυτοτήτων φύλου είναι ένα trend που πιάνει. Ο φεμινισμός, επίσης, σίγουρα δεν ήταν «χαρούμενο κίνημα» (αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι έχει ακούσει κανείς για τις σουφραζέτες, τις Αφροαμερικανές φεμινίστριες των Μαύρων Πανθήρων, τις φεμινίστριες στο Ιράν και στη Ciudad Juarez) ούτε είναι ταυτισμένος με το girl boss φεμινισμό που αναδιανέμει προνόμια προς τα πάνω.

Βεβαίως, αυτός ο φεμινισμός της Κανόν έχει το προνόμιο να είναι και χαρούμενος και ρευστός και να θυματοποιεί τις φτωχές, τις μαύρες, κτλ γιατί επιμένουν στο ντετερμινισμό και επίσης έρχεται και κάθεται καλά σε κοινωνίες όπως οι δικές μας που μισούν τα θύματα και καυλώνουν με ηρωικές αφηγήσεις. Πρόκειται για μια κοινωνία η οποία με την ψήφο της επικροτεί παιδοβιασμούς και τιμωρία των θυμάτων, βιασμούς και γυναικοκτονίες και ελεύθερη κυκλοφορία των θυτών, ξεσηκώνεται στο ενδεχόμενο να μπει το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο σχολείο, γιατί θα κάνει τα παιδιά της γκέι, και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Θυμίζω εδώ τη ρητορική της κουλτούρας του βιασμού και τον τρόπο με τον οποίο πλαισιώνονται στα μέηνστρημ μίντια οι γυναικοκτονίες (ως οικογενειακά δράματα/ τραγωδίες, εγκλήματα πάθους/ τυφλότητας, αποτελέσματα πίεσης/ ζήλειας/ ψυχοπαθολογίας) – καθόλου, μα καθόλου, λοιπόν, όλες αυτές οι έννοιες οι οποίες τσουβαλιάζονται εδώ («νεοφεμινισμός», «τοξική αρρενωπότητα», «πατριαρχία», «ταυτότητα φύλου») δεν υπάρχουν στον δημόσιο λόγο όπως μας λέει το εισαγωγικό σημείωμα. Αντίθετα, είναι οι φεμινίστριες που τις χρησιμοποιούν (με εξαίρεση τον «νεοφεμινισμό») με την υπόλοιπη κοινωνία να τις γελοιοποιεί ως αγάμητες, υστερικές, και άλλα «αντικειμενικά»/ «αντεπιχειρήματα».

Όσο για το «νεοφεμινισμό» που χρησιμοποιείται στο κείμενο, δεν ξέρω κατά πόσο δείχνει στην -απόλυτα υπαρκτή- alt right (ως λάητ συνώνυμο των «φεμιναζί») ή χρησιμοποιείται φιλολογικά (τύπου «νέο-φορμαλισμός», «νέο-υπερρεαλισμός» κτλ), αφού το απόσπασμα είναι υπερβολικά μικρό και προσωπικά δεν έχω γνώση του έργου της Κανόν ώστε να στηρίξω τη μία από τις ερμηνείες. Δεν θα με εξέπληττε καμία από τις δύο ωστόσο.

Οι ερωτήσεις

Με τον καιρό μαθαίνουμε τι σημαίνει εξάσκηση κριτικής σκέψης: εκμάθηση αστικής ψυχραιμίας. Αυτό κάνουν αυτά τα θέματα στα οποία καλούνται @ μαθητ@ να δώσουν τις απαντήσεις τους «δημιουργικά» (τι ωραία να εμπνέεται κανείς από το τραύμα κάποιων άλλων!) και «τεκμηριωμένα», αξιοποιώντας και τα τρία κείμενα αναφοράς για να στήσουν μια ομιλία που θα εκφωνήσουν σε ένα χώρο στο οποίο τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του κοινού (και οι αντίστοιχοι περιορισμοί στη γλώσσα και στο περιεχόμενο) είναι συγκεκριμένα και σε μία μέρα που αποπολιτικοποιεί το ζήτημα του φύλου. Ξανά λοιπόν η γυναίκα σβήνεται για χάρη του Ανθρώπου – και εδώ παραλίγο να αναρωτηθεί κανείς γιατί αφού ήθελαν να το πάνε εκεί, δεν έβαλαν κάτι από Sojourner Truth ή bell hooks στα κείμενα, αλλά μετά θυμάται ότι θέλουμε χαρά, πολλή χαρά, πολλή λευκή χαρά που χρυσολάμπει. Κατά πόσο θα θεωρηθεί μονόπαντο ένα κείμενο που θα πάρει ξεκάθαρα θέση υπέρ του φεμινισμού (και αντίστοιχα θα τιμωρηθεί με περικοπή βαθμού) το γνωρίζουμε ήδη. Στην πραγματικότητα, @ μαθητ@ καλούνται να γράψουν (και) αυτά που δεν πιστεύουν για να αποκτήσουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (που πηγαίνει προς ιδιωτικοποίηση, αλλά εντάξει, είπαμε, θέλουμε χαρά), ασκούμεν@ στο να επιλέγουν τη σιωπή, τον ελιγμό και το στρογγύλεμα για να μπορούν να υπάρξουν στην κοινωνία που τους περιμένει.

Στα ψιλά γράμματα είναι οι υπόλοιπες ερωτήσεις, οι οποίες αφορούν κειμενικούς δείκτες, ερμηνείες γραμματικών προθέσεων, και άλλες ασημαντότητες – επίσης, μία άσκηση για τ@ μαθητ@ πώς να μένουν στους τύπους ενώ φλέγεται ο κόσμος γύρω.

Ngai, S. (2005), Ugly Feelings, Harvard University Press