αστικές ματαιοδοξίες

ακούω τον κόσμο Σάββατο βράδυ
στη μέση της πόλης
να κάνει σχέδια για το τριήμερο

και νιώθω μεγάλη
γιατί κάθομαι στην άκρη του καναπέ
δίπλα στο παράθυρο με τα σάπια
κουφώματα

με τα πόδια λυγισμένα και διαβάζω
ένα βιβλίο που προοριζόταν για
κάποιον άλλο
κι αυτός ποτέ δεν το διάβασε

ίσως αν το είχε διαβάσει να μην
ήμουν ξύπνια τώρα
αλλά να κοιμόμουν δίπλα του
στην αγκαλιά του

αντί να ψάχνω ανακούφιση
στη μικρή του βιβλιοθήκη

ενώ περιμένω ένα μήνυμα που
νιώθω ότι θα με σώσει
από το – φαίνεται ότι έτσι
θα είναι –
μεγάλο και μακρύ βράδυ

κι όμως δεν είμαι μεγάλη
κι ας φεύγουν οι παλιοί φίλοι
στη Σουηδία και τη Δανία και τη Γαλλία
και άλλες χώρες σε –ία
(η Ελλάδα τελειώνει σε –δα γι’ αυτό
ποτέ κανείς δεν έρχεται
μόνο παραμένουν ή φεύγουν)

κι ας συναντώ παλιούς γνωστούς που
αναπαράχθηκαν μια και δυο και τρεις
φορές
σαν σωστά θηλαστικά

κάνοντάς με να νιώθω λίγη που δεν
προσέφερα τίποτα ακόμη

ούτε έργο ούτε ζωή ούτε κέρδος

αλλά από μέσα μου μιλάω στον
πληθυντικό
σε όλους τους εαυτούς μου
ταυτόχρονα

και είναι απ’ τις σπάνιες φορές που
συμφωνούν

ότι δεν έχω δικαίωμα να δημιουργήσω
μια καινούρια ζωή
αν δεν έχω ζήσει πρώτα τη δική μου
όσο θα ήθελα

κι ενώ στον ορίζοντα σιγοψιθυρίζεται
η λέξη πόλεμος
εμείς συνεχίζουμε να κάνουμε αυτό που
πάντα ξέρουμε

να διαφωνούμε για τα αυτονόητα

να περιμένουμε

και να προσπαθούμε να αποδείξουμε
ποιος έχει τον μεγαλύτερο
εγωισμό

Σύντομο βιογραφικό

Η Καλλίδα Ζαχοπούλου γεννήθηκε το καλοκαίρι του ’97 στη Λάρισα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΑΠΘ και, προς το παρόν, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Της αρέσουν: τα χρωματιστά ηλιοβασιλέματα, τα περίεργα όνειρα που σε αφήνουν μπερδεμένο το πρωί, τα βιβλία που σε κάνουν να ξεχνάς που βρίσκεσαι.
Δεν της αρέσουν: οι γαρίδες.
Κυκλοφορούν τρία διηγήματά της από τις εκδόσεις Πηγή και τις εκδόσεις iwrite, καθώς και
μία συνεργατική αυτοέκδοση εικονογραφημένης ποίησης με τον τίτλο «ΠΙΕΣΗ».