Etel Adnan – Το πρωινό μετά / τον θάνατό μου

Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Το πρωινό μετά
τον θάνατό μου
θα καθίσουμε στα καφέ
αλλά δε θα ’μαι
εκεί
δε θα ’μαι

*
Ήταν των πουλιών το μέγα θανατικό
το φεγγάρι ζώστηκε στις
φλόγες
τ’ αστέρια ήταν ορατά
μέχρι το μεσημέρι.

Πράσινο το δάσος πνιγμένο
στις σκιές
ήτανε φιδωτοί οι δρόμοι

Ένα δέντρο σεκόγια έστεκε
μονάχο
με το λιγνό και φωτερό κορμί του
ανίκανο ν’ ακολουθήσει τα
αμάξια που περνούσαν
φρενιασμένα
το δέντρο είναι πάντα ταξιδιώτης
αμετάβλητος.

*
Το φεγγάρι σκοτείνιασε σαν έφτασε η αυγή
το βουνό αναρίγησε
με προσμονή
και ο ωκεανός πήρε δυο χρώματα:
το μπλε της επιφάνειάς του με το
μπλε των λουλουδιών
σε οριζόντια μπερδεύονταν νερένια μονοπάτια
ένα αεράκι φύσαγε να
μαρτυρά την ώρα

*

Ο ήλιος έδυσε την
πέμπτη ώρα της
ημέρας
η παραλία κατακλύστηκε
από ομιλίες
τα βότσαλα έπιασαν να ρίχνονται στις τρύπες
και τα κύματα ερχόντουσαν σαν
άλογα.

*

Την παραμονή των Χριστουγέννων το φεγγάρι σκοτείνιασε
οι άγγελοι έτρωγαν λεμόνια
σε κατάφωτους ναούς
ένα μπλε χαλί απλωνόταν
φυτεμένο με αστέρια
πάνω απ’ τα κεφάλια μας
λεμονάδα και πολεμικές ειδήσεις
ανταγωνίζονταν για την προσοχή μας
κι ήταν η ανάσα μας πιο καυτή κι από
τους λόφους.

*

Έγινε η μεγάλη σφαγή των
βράχων των ανοιξιάτικων φύλλων
των ρυακιών
τα άστρα ξεκάθαρα το δείξαν
ο τελευταίος βασιλιάς του Όρους
έδωσε μάχη
και σκοτώθηκε.

Ξαπλώσαμε στο χορτάρι
ξεραμένο αίμα καλυμμένο με τα
σώματά μας
πράσινες λεπίδες ταλαντεύτηκαν ανάμεσα
στα δόντια μας.

*

Βγήκαμε πέρα στη θάλασσα
ένα κοπάδι από φάλαινες κατευθυνόταν
νότια
κάποιος νεαρός ανάμεσά μας ένας ήρωας
προσπάθησε να καβαλήσει ένα από τα
θαλάσσια πλάσματα
το σώμα του αναδύθηκε σαν λασπωμένη λίμνη
σαν λάσπη
αποχαιρετήσαμε τα απομεινάρια του
ευτυχείς που δεν χρειαζόταν να τον
θάψουμε τις πρώτες ώρες της ημέρας

Σε ένα μπαρ μεθύσαμε
η μικρή πόλη του Φέρφαξ
μόλις αποκοιμήθη
κερασιές κρέμονταν υπό το
βάρος των ανθών τους:
συμμετείχαν σε ένα τελετουργικό
χορό όπου κανείς
ποτέ δεν επροσκλήθη.

*

Γνωρίζω άνθη που ’ναι σύντροφοι κηδειών
παράγουν φαρμάκια και δηλητήρια
και τρώνε εγκαταλελειμμένους πετρόχτιστους τοίχους

γνωρίζω πως τα άνθη λάμπουν δυνατότερα
κι απ’ τον ήλιο
η έκλειψή τους τη συντέλεια σημαίνει
του κόσμου

μα αγαπώ τα άνθη για την προδοσία τους
τα ντελικάτα σώματά τους
τις λεωφόρους κοσμούν της φαντασίας μου

δίχως την παρουσία τους
το μυαλό μου θα ’ταν ένας ανώνυμος
τάφος.

*

Μας βρήκε μεγάλη θαλασσοταραχή
κοιτάξαμε πίσω στους
κρημνώδεις βράχους
η άμμος βούλιαζε
τα μαύρα πουλιά
πετούσαν μακριά
η τρικυμία κατάπιε φίλους και εχθρούς
όπως
το νερό που αλάτι γίνονταν για
τις πληγές μου.

*

Τα άνθη καταλήγουν σε παγωμένα μοτίβα
τεχνητοί κήποι καλύπτουν
τα πατώματα
ξυπνάμε γύρω στα μεσάνυχτα
ψάχνοντας με φώτα δυνατά
τους μικρότερους θάμνους στα
λιβάδια
Ένα ρέμα τρέχει απεγνωσμένα προς
τον ωκεανό

The Spring Flowers Own and the Manifestations of the Voyage (1990)

Επίμετρο:

«Νιώθω παγιδευμένη σε τούτο το σύμπαν και σκέφτομαι τι θα σήμαινε άραγε ένα αντι-σύμπαν, που δεν παύει όμως να είναι σύμπαν και αυτό· δεν υπάρχει διαφυγή». ~ Etel Adnan, από το δοκίμιο Journey to Mount Tamalpais (1986)

Η Ετέλ Αντνάν (Etel Adnan) γεννήθηκε στις 24 Φεβρουάριου 1925 στη Βηρυτό και απεβίωσε στις 14 Νοεμβρίου 2021, σε ηλικία 96 ετών, στο Παρίσι. Ήταν λιβανο-αμερικανίδα ποιήτρια, δοκιμιογράφος και εικαστικός. Η μητέρα της ήταν Ελληνορθόδοξη από τη Σμύρνη και ο πατέρας της σουνίτης μουσουλμάνος τουρκικής καταγωγής από τη Δαμασκό. Είχε ετεροθαλή αδέλφια (έναν αδελφό και δύο αδελφές) από τον πατέρα της. Έμαθε ελληνικά, τουρκικά και αραβικά από τους γονείς της, ενώ στην ηλικία των πέντε ετών ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές της σε γαλλόφωνο καθολικό σχολείο της Βηρυτού. Στη συνέχεια σπούδασε λογοτεχνία στην École Supérieure des Lettres της Βηρυτού. Τα γαλλικά έγιναν η πρώτη γλώσσα της, αλλά και η γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα της ποιήματα.

Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόννη, ενώ το 1955 μετέβηκε στις ΗΠΑ όπου συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Από το 1958 μέχρι το 1972 δίδαξε φιλοσοφία στο Δομινικανό Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλ της Καλιφόρνια. Τασσόμενη στο πλευρό των Αλγερινών στον αγώνα τους κατά των Γάλλων για ανεξαρτησία, έπαψε να γράφει στα γαλλικά· διοχέτευσε τη δημιουργικότητά της στις εικαστικές τέχνες και έγινε ζωγράφος. Ωστόσο, αυτό που την ώθησε να ασχοληθεί με την ποίηση, και μάλιστα στην αγγλική γλώσσα, ήταν η ενεργή συμμετοχή της στο αντιπολεμικό κίνημα με αφορμή τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ήταν η στιγμή, όπως η ίδια έλεγε, που είχε γίνει «αμερικανίδα ποιήτρια».

Το 1972 επέστρεψε στη Βηρυτό («από τη μια εξορία στην άλλη», είχε πει κάποτε), όπου εργάστηκε ως πολιτιστική συντάκτρια στη νέα τότε γαλλόφωνη εφημερίδα Al-Safa και, αργότερα, στην επίσης γαλλόφωνη εφημερίδα L’Orient-Le Jour. Κατά την εκεί παραμονή της, ξεσπά ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου. Έτσι, το 1976, φεύγει για το Παρίσι, όπου συγγράφει στα γαλλικά το μυθιστόρημα Σιττ Μαρί-Ροζ (1977). Το 1979, η Αντνάν επιστρέφει μόνιμα πια στην Καλιφόρνια και εγκαθίσταται στο Sausalito, μαζί με τη σύντροφό της, την επίσης λιβανο-αμερικανίδα ζωγράφο και γλύπτρια, Σιμόν Φατάλ. Έκτοτε μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στο Sausalito και το Παρίσι.

Εκτός από τη ζωγραφική, η Αντνάν ασχολήθηκε με τη γλυπτική και την ύφανση, με το εικαστικό της έργο να παρουσιάζεται σε διάφορες διεθνείς εκθέσεις. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν ή διασκευάστηκαν για το θέατρο, θεατρικά της έργα ανέβηκαν στη σκηνή και άλλα έγιναν ταινίες. Το 2014 αναγορεύτηκε Ιππότης του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ το 2018 εκδόθηκε η βιογραφία της. Τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με τα ακόλουθα: Prix de l’Amitié Franco-Arabe για το Σιττ Μαρί-Ροζ (1977), Lambda Literary Award για το σύνολο του έργου της ως ΛΟΑΤΚΙ συγγραφέα (2013), Griffin Poetry Prize για την ποιητική συλλογή Time (2020) και Arab American Book Award για το σύνολο του έργου της (2020).

Όσον αφορά το ποιητικό έργο της, δέχεται επιρροές από ποιητές όπως ο Arthur Rimbaud, η Lyn Hejinian και ο Lawrence Ferlinghetti, αλλά και από καλλιτέχνες όπως ο λιβανέζος Jalal Toufic. Χαρακτηρίζεται από έντονη υπερρεαλιστική εικονοποιοία, αλλά και ισχυρά μεταφορικά σχήματα. Χαρακτηριστική είναι, δε, η χρήση απρόβλεπτων και πειραματικών/υβριδικών τεχνικών στην ποίησή της – όπως συμβαίνει, άλλωστε και στις εικαστικές της δημιουργίες. Εξάλλου, τα δύο είδη δημιουργίας με τα οποία καταπιάνεται αλληλοεμπλουτίζονται. Τα δύο έργα της, λογοτεχνικό και εικαστικό, επικοινωνούν μεταξύ τους διεισδύοντας το ένα στο άλλο. Η ίδια λέει για την ποίησή της: «Έχω την ανάγκη να πω κάτι πολύ συγκεκριμένο, αλλά δε χρειάζεται να το πω με συγκεκριμένο τρόπο. Δε χρειάζεται καν να είμαι σαφής. Οφείλω να είμαι σαφής όσον αφορά τις προθέσεις μου, όχι τα λόγια μου». Τα ζητήματα που πραγματεύεται άπτονται της εξορίας, της πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, καθώς και της αδικίας με βάση το φύλο, ενώ η ποίησή της δε χαρακτηρίζεται από εντοπιότητα. Άλλωστε η ποίησή της δε θα μπορούσε παρά να είναι οικουμενική, αναδεικνύοντας τον κοσμοπολιτισμό της ίδιας της δημιουργού. Εντελώς αβίαστα, με τη φυσικότητα και την απλότητα που τη χαρακτηρίζει, η Αντνάν μεταφέρει τον αναγνώστη στους ορίζοντές της, δίνοντάς του την ευκαιρία να διευρύνει τους δικούς του. Η ποίησή της φαντάζει πράγματι ονειρική. Κι εκεί που ζούμε μαζί της στο όνειρο, ξαφνικά και απροσδόκητα, με την παρουσία ή την απουσία ενός σημείου στίξης, με μια λέξη ή με ένα στίχο της, μας επαναφέρει στην (γήινη) πραγματικότητα, ακριβώς σαν ένα τσουχτερό στιγμιαίο τσίμπημα κουνουπιού πάνω στο δέρμα.

Πηγές:

About


https://www.poetryfoundation.org/
https://www.artnews.com/