“Μία ομηρική περιπλάνηση”

κριτική για το βιβλίο

Στο
στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
(Μεταίχμιο, 2018)

του Κώστα Β. Κατσουλάρη

ΤοΣτο
στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
του Κώστα Β. Κατσουλάρη, είναι ένα
μυθιστόρημα με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, τοποθετημένο στην Αθήνα
του 2013 με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συνθήκες που επικρατούν εκείνη την
εποχή, το οποίο συνίσταται σε τρεις βαθμίδες αφήγησης.

Σε πρώτο επίπεδο
έχουμε να κάνουμε με μια ιδιάζουσα σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ ενός φιλολόγου
κι ενός χαρισματικού δεκαπενταετούς μαθητή. Μια σχέση που βασίζεται στηνΙλιάδατου Ομήρου –με τη συμβολή της διαδικτυακής επικοινωνίας– και τροφοδοτείται
από το κοινό ενδιαφέρον στο έπος αυτό. Η διακειμενικότητα αυτή διαποτίζει είτε
εμφανώς, είτε υποδορίως το σύνολο του βιβλίου. Η σύνδεση μεταξύ των δύο
προκαλεί μια αμηχανία ως προς το κίνητρο του φιλολόγου να συνάψει έναν
ιδιαίτερο δεσμό με έναν ανήλικο μαθητή και συχνά βρισκόμαστε μάρτυρες μιας
αμηχανίας, όπως την απεικόνισε στην κινηματογραφική ταινία τουThe huntο Δανός σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ, στην οποία φτάνει μια μονάχα υποψία
για να καταρρεύσει ο κόσμος ενός εκπαιδευτικού από το ψέμα μιας μικρής
μαθήτριάς του για τη φύση της σχέσης τους.

Σε δεύτερο επίπεδο
η εξιστόρηση του Κατσουλάρη εμβαθύνει κοινωνικοπολιτικά. Η διείσδυση ενός
πολιτικού μορφώματος στη μαθητική κοινότητα που καθιστά δυνατή τηνπαρείσφρησηενός ευφυούς
ατόμου σε αυτό, το προσφυγικό και η σύγκριση των ακτών της Λέσβου με το τρωικό
πεδίο που βρίσκεται απέναντι από το νησί.

Σε τρίτο επίπεδο,
και σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση –σε αντίθεση με την τριτοπρόσωπη που επιλέγεται στο
υπόλοιπο μέρος του βιβλίου– ο συγγραφέας μας συστήνει τις συνεδρίες μιας
ψυχοθεραπευτικής ομάδας, στα μέλη της οποίας αποδίδονται ονόματα βγαλμένα από
το ομηρικό έπος. Η απόδοση της ομάδας αυτής είναι ρεαλιστική, χωρίς να
“χρησιμοποιείται” ο ψυχίατρος για να διασπάσει την προσήλωση του αναγνώστη από
το κεντρικό θέμα του βιβλίου και συχνά βρίσκεται στο κατά Henry
Fielding*μεταίχμιο του αρχαίου δράματος και της
παρωδίας.

Οι περιπλανήσεις
του φιλολόγου στο νυχτερινό περιβάλλον της πόλης, ως φάντασμα της προσωπικής
αποτυχίας του, μας τοποθετεί σε μια κοινωνία αδυσώπητα ανταγωνιστική, όπου η
αξία ενός ατόμου μοιάζει να μετράται με βάση την επιτυχία και όχι την ποιότητα
του ψυχισμού του, την υψηλή συμμετοχή -στη συγκεκριμένη περίπτωση- του εαυτού
του στη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων των μαθητών του σε μια ευαίσθητη γι’
αυτούς ηλικία. Τον ακολουθεί ένα κατακλισμιαίο συναίσθημα απαξίωσης και η
αίσθηση ότι του προσάπτεται μια διαστρεβλομένη εικόνα. Το αποτέλεσμα είναι η
διαιώνηση -καθ’ όλη την πορεία που ακολουθεί η ιστορία- του εγκλωβισμού του
ατόμου σε έναν κόσμο που δεν είναι ανεκτικός σε αδύναμους κα ανεπαρκείς
ανθρώπους.

Το συνεχές suspense που χαρακτηρίζει
το βιβλίο, χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα με τιμιότητα και όχι με την
πρόθεση να εκμαιεύσει την προσήλωση του αναγνώστη και να εκβιάσει την ανάγνωση.

                                                                                                     Γεράσιμος Γκόφας