Δημήτρης Βιτζηλαίος
Ι
συχνά ένα πέλαγο
μουρμούριζε στην πλώρη καθισμένος
εφτά συλλαβές όλες κι όλες
κατρακυλούσαν απ’ τα χείλη του και πέφτανε στα κύματα
ανηχοϊκές και ωστόσο θορυβώδεις
πίσω στην πρύμνη...
Αναπόληση
Κατά το ξημέρωμα,
όταν λιγόστευε πια η δουλειά,
άναβ’ ένα τσιγάρο βαρύ, σέρτικο
κ’ έβγαινε ξεχτένιστη
στο βρόμικο μπαλκόνι.
Κάπνιζε κι αναθυμόταν
γεμάτη νοσταλγία
κείνον τον άντρα τον τραχύ,
τον άγριο
που κάποτε...